Ο ΛΑΜΙΩΤΗΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΠΑΝΟΣ ΣΑΡΑΦΙΑΝΟΣ


Πάνος Σαραφιανός (1919 – 1968). Αόρατη σχολή ήθους

...Ό,τι χαρακτηρίζει τη ζωγραφική μου, είναι η ανάμνηση ενός δράματος καταδικασμένων από τη μοίρα υπάρξεων. Το πεδίο που παίζεται το δράμα αυτό είναι το ανθρώπινο πρόσωπο. Αλλά το πρόσωπο αυτό δεν προβάλλεται στην ανατομική του ακεραιότητα. Σχηματίζεται μέσα σε στροβιλισμούς σχημάτων και το διακρίνουμε στην αγωνία του να λειώνει μέσα στη δίνη μιας μαυροκίτρινης πυράς που μεταφέρει την υπόθεσή του στην κόλαση. Μέσα από τις καπνιές και τα εφιαλτικά κίτρινα περιδινουμένης φλόγας ανοίγει ένα μάτι για να μας κοιτάξει τρομαγμένο, ένα στόμα για να κραυγάσει βοήθεια, αλλά η οδύνη αυτή θα μείνει χωρίς έλεος γιατί ο ρυθμός της επιστροφής θα σβήσει στο τέλος τα φαντάσματά του, για να μείνει μόνος με τις αναμνήσεις των πλασμάτων που καταβρόχθισε και αφάνισε.

Πάνος Σαραφιανός, Καθημερινή, 26 Φεβρουαρίου 1961

...πόσο σοφά έχουν κάνει το χώρο... όταν είσαι έξω-έξω στο κράσπεδο, στο τελείωμα, βλέπεις την απόσταση που σε χωρίζει απ' τη θάλασσα· όταν όμως πας ένα μέτρο μέσα, η θάλασσα είναι κάτω από τα πόδια σου και όταν είσαι στο κέντρο, δεν έχεις να δεις τιποτ' άλλo, βλέπεις μόνο τον ουρανό. Είναι ένας τόπος κοντά στον Παρθενώνα που έρχεσαι σε επαφή με τον ουρανό. Σ' απομονώνει, είσαι εσύ ο ουρανός δεν υπάρχει τίποτ' άλλο.

Πάνος Σαραφιανός, από το λεύκωμα Σαραφιανός του Καλλιτεχνικού Πνευματικού Κέντρου "Ώρα", που κυκλοφόρησε το 1970, με αφορμή την έκθεση έργων του καλλιτέχνη


Άτιτλο, (1941) ελαιογραφία. Συλλογή Α.Σ.Κ.Τ.

Πάνος (Παναγιώτης) Σαραφιανός
Ο Πάνος Σαραφιανός γεννήθηκε στη Λαμία το 1019, άρχισε τις σπουδές κοντά στον αγιογράφο πατέρα του και τις συνέχισε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας· ακόμη εργάστηκε στη Ρώμη και παράλληλα σπούδασε, για να ειδικευτεί στην νωπογραφία και στην κεραμική. Δεν ήταν μόνο ένας προικισμένος και γνήσιος δημιουργός αλλά και ένας μεγάλος δάσκαλος. Έτσι, μαζί με την εργασία του στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο των Αθηνών, που θα του επιτρέψει να ολοκληρώσει την επαφή του με την αρχαία τέχνη, θα παίξει καθοριστικό ρόλο και σαν δάσκαλος με το φροντιστήριο που είχε ιδρύσει στην οδό Ιθάκης. Και είναι γνωστό ότι δύο ήσαν τα φροντιστήρια, που έπαιξαν σημαντικό ρόλο για πολλά χρόνια στην Αθήνα· αυτό του Πάνου Σαραφιανού και αυτό του Κώστα Ηλιάδη. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο εργαστήρια ήταν ότι σ’ αυτό του Σαραφιανού, όπως είχε εύστοχα επισημανθεί, «ο Σαραφιανός δεν παρέδιδε στους μαθητές του καμιά εύκολη προσφορά εξπρεσσιονιστικής τεχνικής» όπως το εργαστήρι του Ηλιάδη. Καθοριστικό χαρακτηριστικό της διδασκαλίας του ήταν η ελευθερία αυτή ακριβώς που βοηθούσε τους μαθητές του να βρουν το δικό τους δρόμο, να ολοκληρώσουν το μορφοπλαστικό τους ιδίωμα με βάση την προσωπική τους ευαισθησία. Όπως μας είναι γνωστό από μαθητές του, ποτέ δεν επιδίωκε να τους κρατήσει κοντά στις εξπρεσσιονιστικές τάσεις, που καλλιεργούσε ο ίδιος, αλλά να τους δείξει, πως μπορεί να εκφραστεί κανείς πιο ολοκληρωμένα με το χρώμα και τη γραμμή. Έτσι το μάθημά του ήταν μάθημα τέχνης και ελευθερίας ταυτόχρονα, που διακρινόταν για την ειλικρίνεια και την αμεσότητά του. Όπως έλεγε ο ίδιος «υπάρχουν που ξεκινάνε με το πηγαίο και καλλιτέχνες που έρχονται μετά την μελέτη, χωρίς να αποκλείεται ούτε ο ένας ούτε ο άλλος δρόμος, γιατί οι δύο έχουν το ίδιο αισθητικό αποτέλεσμα». Ο Σαραφιανός πέθανε το 1968, πριν ακόμη κλείσει τα πενήντα του χρόνια –στα σαρανταεννιά του- αλλά μας άφησε ένα έργο που δεν επιτρέπει καμιά αμφιβολία για την εκφραστική δύναμη και τον πλούτο της προσφοράς του. Και αυτό ας επιχειρήσουμε να πλησιάσουμε.
Μια συνοπτική αναφορά σε χαρακτηριστικές προσπάθειες του Σαραφιανού δεν αποβλέπει φυσικά να αντιμετωπίσει όλες τις πλευρές του έργου του, ούτε να λύσει όλα τα προβλήματα που συνδέονται με την καλλιτεχνική του δημιουργία. Επιχειρεί να ανοίξει έναν ακόμη διάλογο με το έργο του και να δώσει ερεθίσματα για άλλες και πιο ουσιαστικές μελέτες του. Να εντοπίσει στο βαθμό που είναι δυνατό, τα καθοριστικά χαρακτηριστικά του μορφολογικού του ιδιώματος, τις φάσεις της καλλιτεχνικής του δημιουργίας, τις κάθε είδους εκφραστικές προεκτάσεις των έργων του. Θεματογραφικά, καθοριστική αφετηρία της ζωγραφικής του είναι η ανθρώπινη μορφή και το ανθρώπινο πρόσωπο, που διαφαίνεται ακόμη και στις αφηρημένες του προσπάθειες. Το μορφολογικό του λεξιλόγιο, μετά μια πρώιμη περίοδο ρεαλιστικών αναζητήσεων, είναι αυτό ενός προσωπικού εξπρεσσιονισμού, που αξιοποιεί ιδιαίτερα τα καμπυλόμορφα θέματα. Η χρωματική του γλώσσα, στα ώριμα και όψιμα έργα του, βασίζεται στην αξιοποίηση όλων των εκφραστικών δυνατοτήτων του μαύρου, που προχωρεί ακόμη και στη μονοχρωμία με το μαύρο ακόμη και σαν πηγή φωτός. Ο χώρος είναι πάντα ακαθόριστος και προβληματικός και υποβάλλει κάθε κατηγορίας ανησυχίες, που συχνά φτάνουν στην υπαρξιακή αγωνία.


Κεφαλή γριάς, (1942) ελαιογραφία. Συλλογή Α.Σ.Κ.Τ.

Με αφετηρία τις πιο χαρακτηριστικές και σημαντικές προσπάθειες του Σαραφιανού, μπορεί κανείς να διακρίνει τρεις ουσιαστικά φάσεις στην όλη του καλλιτεχνική δημιουργία, ζωγραφική και σχέδιο. Μια πρώτη έχουμε τα χρόνια 1947-1959, όταν κοντά σε μετρημένα σε δάκτυλα του ενός χεριού θέματα του φυσικού χώρο, ενδιαφέρεται για την ανθρώπινη μορφή και χρησιμοποιεί ένα ρεαλιστικό, περισσότερο λεξιλόγιο, στο οποίο συνδυάζονται σχεδιαστικές αξίες και χρωματικές διαπιστώσεις με εξπρεσσιονιστικούς τόνους. Μια δεύτερη, που είναι και η ώριμη και καθαρά περίοδος προσωπικών διατυπώσεων, έχουμε τα χρόνια 1960-1063, όταν το κέντρο βάρους μεταφέρεται στη δύναμη υποβολής του χρώματος –του μαύρου χρώματος- και η προσοχή του επικεντρώνεται στην ανθρώπινη μορφή και συχνά στο ανθρώπινο πρόσωπο. Τώρα ακόμη θυμίζει την οπτική πραγματικότητα που βασίζεται στη σχηματοποίηση, τα ελλειπτικά στοιχεία και τον ακαθόριστο χώρο. Και ακολουθεί η τρίτη, που καλύπτει την περίοδο 1967-1968, χρονιά του θανάτου του, όταν στρέφεται στον αφηρημένο εξπρεσσιονισμό και τη δυναμική ζωγραφική με την ένταση της ελεύθερης, συχνά, αυτόματης γραφής. Αλλά και στην περίπτωση αυτή αναγνωρίζεται σαν αφετηρία του η ανθρώπινη μορφή με την τάση για καθετότητα πολλών προσπαθειών του.
Στα πλαίσια των εξπρεεσσιονιστικών τάσεων κινείται όλη η καλλιτεχνική δημιουργία του Σαραφιανού, από τις πρώιμες ακόμη προσπάθειές του στο κλίμα του παραστατικού εξπρεσιονισμού, την ώριμη περίοδο, αυτή των προσωπικών διατυπώσεων και την όψιμη του αφηρημένου εξπρεσσιονισμού. Αυτό, τόσο θεματογραφικά, όσο και με το μορφοπλαστικό λεξιλόγιο, με την αξιοποίηση του ρόλου του χρώματος και την ανάπτυξη του χώρου. Θεματογραφικά με την έμφαση πάντα στην ανθρώπινη μορφή, καθοριστικό παραστατικό του παραστατικού εξπρεσσιονισμού, και την προσπάθεια ερμηνείας του εσωτερικού. Στο μορφοπλαστικό λεξιλόγιο, με τον όλο και μεγαλύτερο περιορισμό τού ρόλου της γραμμής, δηλαδή, του σχεδίου και τη μεταφορά του κέντρου βάρους στον χαρακτήρα και τη δύναμη υποβολής του χρώματος. Στις χαρακτηριστικές προσπάθειες της πρώτης φάσης της καλλιτεχνικής του δημιουργίας ο καλλιτέχνης επικεντρώνει την προσοχή του στην προσωπογραφία, ολόσωμες περισσότερο μορφές, από το κοντινό του περιβάλλον. Και δίνει έργα, τα οποία διακρίνονται για το συνδυασμό σχεδιαστικής πληρότητας και συγκρατημένου ακόμη εξπρεσσιονιστικού χρώματος, που του επιτρέπει να προχωρήσει πέρα από το γνωστό περιγραφικό ρεαλισμό. Χωρίς να θυσιάζει τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά των προσώπων που εικονίζονται επιδιώκει και κατορθώνει να μας δώσει τις εσωτερικές πνευματικές και ψυχικές διαστάσεις των θεμάτων του. Σε οποιοδήποτε από τα έργα τις πρώτης αυτής περιόδου και αν μείνει κανείς, δεν μπορεί να μην διαπιστώσει ότι οι θέσεις και οι στάσεις των προσώπων, όπως πολύ περισσότερο το χρώμα, εκφράζουν νέες διαστάσεις των θεμάτων πέρα από την εσωτερική περιγραφή. Ο Σαραφιανός χρησιμοποιεί συχνά τα χέρια για να εκφράσει αβεβαιότητα και αμφιβολίες, τη θέση και τη στάση του σώματος για να δώσει την ίδια την ψυχική κατάσταση των εικονιζομένων. Ζωγραφισμένα με εσωτερική επαφή και ιδιαίτερη αγάπη για τα πρόσωπα που εικονίζονται, ο Σαραφιανός κατορθώνει κυριολεκτικά να μας βάλει στην ίδια την ψυχή τους. Μάλιστα για τα έργα της πρώτης περιόδου θα μπορούσε να μιλήσει κάνεις για ένα ρεαλισμό του σχεδίου και ένα εξπρεσσιονισμό του χρώματος, που πλουτίζει με κάθε είδους εκφραστικές προεκτάσεις την ζωγραφική του. Προς το τέλος της περιόδου, ο πραγματικά γνήσιος αυτός δημιουργός με μερικά από τα γυμνά του θα προχωρήσει και στη σχηματοποίηση και την αποσπασματικοποίηση, για να εκφράσει πιο ολοκληρωμένα τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των θεμάτων του. Μάλιστα στους τελευταίους μήνες του 1958 και του 1959 διαπιστώνει κανείς ότι το κέντρο του βάρους μεταφέρεται όλο και περισσότερο, στον εξπρεσσιονιστικό χαρακτήρα του χρώματος, που εισάγει και μια νέα αίσθηση της ζωής.


Άτιτλο, (1941) κάρβουνο σε χαρτί. Συλλογή Α.Σ.Κ.Τ.

Με τους τελευταίους μήνες του 1959 και από το 1960 επιβάλλονται οι καθαρές προσωπικές του διατυπώσεις, που συνδέονται με την όλο και μεγαλύτερη έμφαση στον ρόλο του μαύρου χρώματος, τη χρησιμοποίηση όχι μόνο όλου του ανθρώπινου σώματος αλλά του κεφαλιού. Και δίνει έργα που διακρίνονται για την πραγματικά συγκλονιστική φωνή τους. Όπως είναι γνωστό, με την ιδιαίτερη έκφραση στο μαύρο χρώμα έχουν δώσει μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές τους προσπάθειες δημιουργοί σαν τον Γκόγια με τις Pinturas nigras της Quinta del Sordo και ο Ζωρζ Ρουώ με πολλά από τα θρησκευτικά του θέματα, για να μείνουμε σε δύο από τα πιο γνωστά ονόματα. Μάλιστα ορισμένα από τα έργα του Σαραφιανού από τα χρόνια του 1959-60πλησιάζουν με χαρακτηριστικό τρόπο μερικά από τα κεφάλια του Ρουώ. Είναι ακόμη γνωστό ότι το μαύρο χρώμα, πέρα από τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του. Έχει παραστατική και εκφραστική αξία, με την οποία μπορούν να αποδοθούν διάφορες εσωτερικές καταστάσεις. Στα έργα του Σαραφιανού, τόσο με τα κεφάλια του, όσο και τις άλλες προσπάθειές του εκφράζεται αναμφίβολα ένα τραγικό αίσθημα της ζωής, όσο και μια βαθιά υπαρξιακή αγωνία. Στα κεφάλια του ο Σαραφιανός, μαζί με την αξιοποίηση των εκφραστικών δυνατοτήτων του χρώματος, χρησιμοποιεί την μνημειακοποίηση και τη σχηματοποίηση, για να φτάσει σε πιο ολοκληρωμένα εκφραστικά αποτελέσματα. Ιδιαίτερο ρόλο παίζει σε πολλές προσπάθειές του, του 1960 και του 1961, η απόδοση των ματιών στο αποσπασματικά δοσμένο κεφάλι, για να κάνει την ζωγραφική επιφάνεια ερώτημα για τον κόσμο και τη ζωή. Πρόκειται για μάτια, που κυριολεκτικά κραυγάζουν ένα γιατί στον κόσμο, για την ανθρώπινη μοίρα. Στα έργα του, του 1961 και 1962 προχωρεί όλο και περισσότερο στα καμπυλόμορφα θέματα και εισάγει ένα ιδιαίτερο φως του μαύρου χρώματος, που συνδέεται και από μια διακριτική χρησιμοποίηση διακριτικών ρόδινων τόνων. Δίνει, έτσι, την εντύπωση ότι οι μορφές του, που κινούνται σε έναν σκόπιμα ακαθόριστο χώρο, αγωνίζονται να βρουν τον εαυτό τους και να συναντήσουν τον άλλο άνθρωπο. Και στην περίπτωση αυτή είναι ένα βαθύ τραγικό αίσθημα της ζωής που εκφράζεται με τις μορφές του, μια εσωτερική προσπάθεια του ανθρώπου να ξεπεράσει, ό,τι θυσιάζει την ανθρώπινη υπόσταση. Η εξπρεσσιονιστική του γλώσσα τώρα είναι καθαρά προσωπική και συνδέεται τόσο με βιωματικές του καταστάσεις, όσο και με την όλη υπαρξιακή αγωνία των καιρών μας. Και αυτά σε ένα ζωγραφικό ιδίωμα που διακρίνεται για τη γνησιότητα και την αμεσότητά του, τον εκφραστικό του πλούτο και την έμφαση στις καθαρά ζωγραφικές αξίες. Σε καμιά περίπτωση ο Σαραφιανός δεν επιδιώκει να διηγηθεί κάτι, όσο να εκφράσει εσωτερικές δονήσεις και αυτό με την επιλογή του στο μαύρο χρώμα, τη σχηματοποίηση και την αποσπασματικοποίηση και τον πιεστικό χώρο των έργων του.
Με τα έργα του από τους τελευταίους μήνες του 1963, που διατηρούν ακόμη κάποια επαφή με την οπτική πραγματικότητα, διαφαίνεται και η πορεία του προς την αφαίρεση. Πρόκειται ουσιαστικά για μια εσωτερική διεργασία, που γίνεται χωρίς άλματα και θα τον φέρει στην κατεύθυνση του αφηρημένου εξπρεσσιονισμού, με πάντα καθοριστικό στοιχείο το μαύρο χρώμα. Φαίνεται ότι και στις προσπάθειές του, που μετά το 1967 θα κινηθούν στα πλαίσια του αφηρημένου εξπρεσσιονισμού, βασική αφετηρία του είναι η ανθρώπινη μορφή, όσο κι αν αυτό μπορεί να θεωρηθεί περίεργο. Αλλά, αν μελετήσει κανείς προσεκτικά χαρακτηριστικές προσπάθειές του, από τα χρόνια 1967-68, θα διαπιστώσει ότι πάντα λανθάνει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η ανθρώπινη μορφή και το ανθρώπινο πρόσωπο. Τα αφηρημένα θέματα, με την έμφαση στην καθετότητα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σχετίζονται με την ανθρώπινη μορφή, που σε μερικές περιπτώσεις αναγνωρίζεται και πιο εύκολα. Ακόμη και σε έργα με τονισμένο το μέσο διαβλέπει κανείς αποσπασματικοποιημένα σώματα προηγούμενων προσπαθειών του. Αλλά αυτό που πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα, είναι το γεγονός ότι ο Σαραφιανός δεν περιορίζεται σε κανένα από τα γνωστά ρεύματα του αφηρημένου εξπρεσσιονισμού. Συνδυάζει τύπους του με τα στοιχεία της δυναμικής χειρονομιακής ζωγραφικής και της αυτόματης γραφής, που πλουτίζουν και με νέες εκφραστικές προεκτάσεις τη ζωγραφική του. Γιατί τώρα, κοντά στο πιεστικό μαύρο χρώμα, παίζει σημαντικό ρόλο τόσο η αισιόδοξη φωνή της καθετότητας των θεμάτων του, όσο και ο χώρος στα μεγάλα λευκά τμήματα της ζωγραφικής επιφάνειας. Εισάγεται με τον τρόπο αυτό ένα είδος διαλόγου του μαύρου χρώματος με τα διάφορα θέματά του με το λευκό του ελεύθερου χώρου, μια συνομιλία θετικού και αρνητικού, παθητικού και ενεργητικού, που δίνουν και νέες διαστάσεις στην ζωγραφική του γλώσσα. Τα έργα του, δηλαδή, παρουσιάζονται σαν περιοχές δυνάμεων που ανταγωνίζονται χωρίς κανένα να μπορεί να επιβληθεί στο άλλο. Ο Σαραφινός, με τις προσπάθειες αυτής της τελευταίας περιόδου, έρχεται να εκφράσει τον χαρακτήρα των εσωτερικών δυνάμεων του κόσμου και της ζωής. Τώρα ακόμη με τη χρησιμοποίηση των γραμμικών τύπων, στοιχείων μιας καθαρά αυτόματης γραφής, μας θυμίζει ότι τα σχεδιαστικά στοιχεία έρχονται να ολοκληρώσουν τη φωνή του χρώματος και τον χαρακτήρα του χώρου.
Ζωγραφική προσωπικών ερευνών και κάθε είδους αναζητήσεων αυτή του Πάνου Σαραφιανού, διακρίνεται σε όλες τις φάσεις της για τη γνησιότητα, την πηγαιότητα και την εκφραστική της δύναμη Σε κάθε προσπάθειά του διαφαίνεται όχι μόνο η βαθιά του καλλιτεχνική καλλιέργεια αλλά και η πίστη του στην τέχνη και η αγάπη του για τον άνθρωπο. Με τα ώριμα έργα του ο γνήσιος αυτός δημιουργός χρησιμοποιεί το μαύρο χρώμα, για να εκφράσει φόβους που είναι φόβοι όλων μας. Με τη σχηματοποίηση και την αποσπασματικοποίηση μεταφέρει το κέντρο του βάρους από το ειδικό στο καθολικό και το διαχρονικό. Σε όλες τις προσπάθειές του παραμένει δημιουργός που δεν αποβλέπει να αιφνιδιάσει, αλλά να βοηθήσει το θεατή να πλησιάσει καλύτερα τον κόσμο μας και τους καιρούς μας. Ό,τι κάνει μεγαλύτερη εντύπωση, είναι η συνέπεια και η ειλικρίνεια των αναζητήσεών του και ο χαρακτήρας και ο πλούτος των διατυπώσεών του. Τα έργα του πείθουν ότι για το Σαραφιανό η τέχνη ήταν όχι μια κάποια απασχόληση, αλλά ανάγκη ζωής. Σ’ αυτό οφείλεται η ποιότητα, η εκφραστική δύναμη και η αλήθεια των διατυπώσεών του.

ΧΡΗΣΑΝΘΟΣ ΧΡΗΣΤΟΥ, Ομότιμος Καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης – Ακαδημαϊκός


Έχουν γράψει για το Σαραφιανό

Τι ποιώ;
Φυλάττω τον τόπον ως λόγο αιρετικό στο θρόισμα των μορφών των ιδεών του ήχου …
Τόπος το έργο των Νίκου Σκαλκώτα (1904-1949), Δημήτρη Μητρόπουλου (1896-1960), Γιάννη Χρήστου (1926 —1970), Ιάννη Ξενάκη (1922-2001). Τόπος το έργο των Γιαννούλη Χαλεπά (1851 –1938), Γεράσιμου Σκλάβου (1927-1967), Γιώργου Μπουζιάνη (1885-1959), Τάκη Μάρθα (1905-1965), Πάνου Σαραφιανού (1919 - 1968), Δημήτρη Περδικίδη (1922-1989). Τόπος το έργο των Γιώργου Μήλιου (1935), Χρόνη Μπότσογλου (1941) . Τόπος η Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων και η Διευθύντρια της, Νέλλη Κυριαζή….
Σας υπογραμμίζω…
Ο Πάνος Σαραφιανος το 1958 διεκδικεί τη θέση καθηγητή εργαστηρίου στην ΑΣΚΤ. και από πρόταση των καθηγητών Μ. Τόμπρου και Α. Γεωργιάδη, τη θέση του εφόρου σχεδίου στο προκαταρκτικό τμήμα. Οι ψυχοφθόρες δυσκολίες πολλές, δεν εκλέγεται. Πριν δεν είχε επιλεγεί ο Γ. Μπουζιάνης και την δεκαετία του 80 ο φίλος του Δημήτρης Περδικίδης…
Σας παραθέτω το λόγο – εικόνα….
"Η ραγδαία αρρώστια και ο θάνατος του αναδείξανε την ασυνήθιστη αφοσίωση που του είχανε οι νέοι. Καθημερινά ουρές για ζωντανή αιμοδοσία. Την ημέρα του θανάτου οι σπουδαστές της ΑΣΚΤ δεν έκαναν μάθημα και κλείσανε τα εργαστήρια. Στην κηδεία του ένα απέραντο πλήθος πενθούσε". Μαίρη Χατζηνικολή (ζωγράφος και σύντροφος της ζωής του)
"Εκεί τον ζήλεψα, πώς τα κατάφερε να ‘χει τόσους πολλούς λάτρες, όχι φίλους, λάτρες. Καμιά κηδεία στην Ελλάδα δεν έγινε - πέραν των πολιτικών προσωπικοτήτων - που να έρθει τόσος λαός. Θα ‘θελα να ‘χα την τύχη του. Τίποτ’ άλλο". Γιώργος Βακιρτζής (1923-1988).

ΧΡΗΣΤΟΣ Ν. ΘΕΟΦΙΛΗΣ


Μορφή, 1963. Λάδι σε μουσαμά, 126 x 79,5 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλέξανδρου Σούτσου.
Αρ. έργου: Π.4129. Δωρεά, Μαρίας Π. Σαραφιανού.

Η μεγάλη αναδρομική έκθεση έργων του Πάνου Σαραφιανού που του αφιέρωσε η Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων το 1997, τριάντα σχεδόν χρόνια μετά τον πρόωρο θάνατό του, έφερε στο φως, κατά το δυνατόν, την ολότητα του έργου του. Η έκθεση αποτελούσε ελάχιστο δείγμα αναγνώρισης της αξιοσημείωτης συνεισφοράς του στη συγκρότηση της ελληνικής μοντερνικότητας. Από τα στιβαρά, γήινα πορτρέτα του ’40, γυναικεία κυρίως με έντονα περιγράμματα και βυζαντινή αυστηρότητα, τους Τοίχους της δεκαετίας του ’50, -δηλωτικούς της σαγήνης που άσκησαν στον ζωγράφο οι νωπογραφίες της Ιταλίας – όπου η ρευστότητα της μανιέρας επιτείνει την ασάφεια των περιγραμμάτων, έως τη δεκαετία του ’60 με την ελεγχόμενη παραφορά του εξπρεσιονιστικού ιδιώματος και τα ύστατα έργα της χειρονομιακής ζωγραφικής, ο θεατής χρεώνεται με τη βεβαιότητα ενός έργου στέρεου, δομημένου με στοχασμό και αξίες, ενός έργου αναμφίβολα προσωπικού, ρηξικέλευθου για την εποχή του και, ωστόσο, με διαχρονική συνέχεια. Η ανθρώπινη μορφή διαπερνά το έργο του από την πρώτη, παραστατική φάση έως την όψιμη της πλήρους αφαίρεσης. Στις «ανθρωπογραφίες» του ο Σαραφιανός μεταφέρει το άτομο από το κέντρο του Σύμπαντος σ’ αυτό της δικής του οξυδερκούς όρασης· από ένα σημείο μάλιστα και ύστερα εγκαταλείπει τη θέση του παρατηρητή και πρωταγωνιστεί ενεργά στα έργα του.
Ελάχιστοι, πιστεύω, θα ήταν οι αποδέκτες των μαύρων έργων του Σαραφιανού που θα έμεναν ασυγκίνητοι στην αιμάσσουσα ένταση των απεικονισμένων βιωματικών εμπειριών. Η συνολική επισκόπηση του έργου του οδηγεί στην άκρως ενδιαφέρουσα διαπίστωση ότι ο ζωγραφικός του λόγος, έχοντας ακέραια τον χαρακτήρα μιας αδιάλειπτης θεματικής συνοχής, επιτρέπει, πέραν μιας ακαδημαϊκής θεώρησης διαφοροποιημένων, σταδιακά, μορφοπλαστικών μέσων, τη δυνατότητα παράλληλης ερμηνευτικής διατύπωσης. Ο Σαραφιανός μας καθιστά κοινωνούς ενός αριστοτεχνικά συγκροτημένου δραματουργήματος με κυρίαρχο σημείο αναφοράς την οδυνηρή αυτοσυνειδησία του ανθρώπου στο σύντομο πέρασμα από τη ζωή. Θεμελιώδη στοιχεία του αρχαιοελληνικού τραγικού λόγου – η άγνοια, ο φόβος, το πάθος – μάθος και η κάθαρση – απελευθερώνονται σ’ αυτή τη ζωγραφική: η αρχική ρεαλιστική ευκρίνεια της εικόνας αποτυπώνει τη σταθερή συμπαντική τάξη· βαθμιαία, η παραμόρφωση, η εξπρεσιονιστική εκφορά εκδηλώνει τον κλονισμό των επισφαλών βεβαιοτήτων, έως ότου η πλήρης αφαίρεση απεκδύει την ανθρώπινη ύπαρξη από τα πάθη της, περαίνουσα την κάθαρση.
Η συνέπεια της αφηγηματικότητας γύρω από μια σταθερή κεντρική ιδέα υπαγορεύει μια ενορατική σύλληψη της πνευματικής διάστασης του έργου του Σαραφιανού. Επιστρέφοντας στα ορατά γνωρίσματα της δουλειάς του, εντοπίζουμε στην εξπρεσιονιστική περίοδο του καλλιτέχνη μία προσήλωση στις κόλλες και τη λινάτσα ως υπόστρωμα που προβάλλει, με την τραχύτητα της υφής της, τις μορφές προς τα έξω. Η βασιλεία του μαύρου χρώματος στο magnumopus του Σαραφιανού δρομολογείται από το 1958 με προπομπό τους «εσταυρωμένους» σε μια σειρά συνθέσεων, όπου μοναχικές φιγούρες ή ομαδικά πορτρέτα άφατου σπαραγμού εκπέμπουν μια παράδοξη ιερατικότητα.Το 1967 ο Σαραφιανός υιοθετεί τη ζωγραφική της χειρονομίας, γοητευμένος από την ελευθερία της. Πίσω από την αμορφία των έργων του στοιχειοθετούνται αέναα τοπία συναισθημάτων, παράδοξοι χάρτες καταστάσεων, με τη μαύρη μονοχρωμία στο απεριόριστο λευκό του χαρτιού, σε χώρο μη συμβατικό που θα μπορούσε να επεκτείνεται ανεμπόδιστα στο άπειρο.
Είναι το τέλος μιας επίπονης διαδρομής στην υπηρεσία της Τέχνης. Ενός εικαστικού εξαιρετικά σημαίνοντος που υπήρξε εξ ίσου καταλυτικός, γονιμοποιός δάσκαλος για τους μαθητές του, δημιουργώντας μια «αόρατη Σχολή» ήθους, καλλιτεχνικής αρτιότητας και κριτικής θεώρησης. Το μέγεθος και η σημασία της οντότητας του Πάνου Σαραφιανού, παρ’ όλα αυτά, παραμένουν, κατά την άποψή μου, terra incognita στις μέρες μας.

ΝΕΛΛΗ ΚΥΡΙΑΖΗ, Διευθύντρια Πινακοθήκης και Μουσείων Δήμου Αθηναίων


Το 1940-1945 σπουδάζει στην Α. Σ. Καλών Τεχνών. προφανώς τότε μπαίνει στην αντίσταση. Δε γνωρίζω πότε χάνει το ένα-του μάτι, μάλλον στον εμφύλιο συνέβη. Το     1956-1959 σπουδάζει στο Instituto d’ Arte στη Ρώμη Φρέσκο και Κεραμική. Με την επιστροφή-του βρίσκει δουλεία στο Αρχαιολογικό Μουσείο και με τον Βλαχόπουλο ανοίγουν το φροντιστήριο της οδού Ιθάκης 85, που προετοίμαζε τους υποψήφιους για τις εξετάσεις της Σχολής Καλών Τεχνών.
Ανέφερα αυτά τα βιογραφικά στοιχειά γιατί θα είναι πιο κατανοητά πιστεύω αυτά που θα πω. Το 1959 που επιστρέφει στην Ελλάδα πεθαίνει ο Μπουζιάνης, ενώ ο Τριανταφυλλίδης είχε πεθάνει από το 1955. Είναι η εποχή που η αριστερά προσπαθεί να διατυπώσει μια διαφορετική άποψη από της ελληνικότητας. Ο Σαραφιανός δεν ενδίδει ούτε στον ιδεαλισμό της ελληνικότητας, ούτε βέβαια στον “λαϊκισμό” της Αριστεράς. Είναι εκείνη την εποχή που δημιουργεί τα έργα που θα εκπροσωπήσουν την Ελλάδα στη Μπιενάλε του Σάο Πάολο. Μετά την πλήρη αφαίρεση και την άμορφη τέχνη προσπαθούσε να ξαναβρεθεί η μορφή του ανθρώπου. Ένα ζήτημα που ξεκινούσε δηλαδή από εκεί που σταμάτησε το έργο του Μπουζιάνη. Στην Ελλάδα όλα τα κινήματα αναπτύχθηκαν με μικρότερη ή μεγαλύτερη καθυστέρηση. Ο Μπουζιάνης και ο Σαραφιανός, δημιουργήσανε το έργο-τους ταυτόχρονα με τα αιτήματα μόλις εμφανιστήκανε στην αμερικάνικη ζωγραφική. Έργα όχι πολύ μεγάλων διαστάσεων, σε λινάτσα με σκόνες χρώματος και “Ατλακόλ”, ένα παχύ και ζυμωμένο υλικό, που κυριαρχεί το μαύρο και το τονίζει το άσπρο, και ίχνη ώχρας και  χοντροκόκκινο. Μορφές γεννημένες από την ένταση της χειρονομίας, μορφές φορτωμένες με μνήμες της κατοχής και βυζαντινών εικόνων. Ήταν η συμμετοχή-του στη Μπιενάλε του Σάο Πάολο. νομίζω το 1961. Προσπάθησα μέσα στα μικρά περιθώρια που έχω, να μιλήσω για έναν άνθρωπο    που διεκδίκησε την ελευθερία της προσωπικής-του έκφρασης. Ήταν φυσικό να μην τον εκλέξουν καθηγητή στην Α.Σ.Κ.Τ. όπου κυριαρχούσε η γενιά του ‘30. Εκλέξανε τον Μαυροϊδη. Όμως και σήμερα στην Εθνική Πινακοθήκη δεν υπάρχει αναρτημένο έργο του Πάνου Σαραφιανού. Ολόκληρο το μουσείο το κατακυριεύει η “Γενιά του ‘30” η άποψη της “ελληνικότητας στη Τέχνη” οι λαμπροί πρωτεργάτες και μέτριοι επίγονοί-τους. Ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης ελληνικής τέχνης αποσιωπάται, κρύπτεται, εκδιώκεται θεσμικά. Πρέπει επιτέλους να σταματήσει το πογκρόμ. Τα μουσεία οφείλουν να  δείχνουν το πρόσωπο της ελληνικής τέχνης συνολικά. Ιδιαίτερα μάλιστα η Εθνική Πινακοθήκη δεν έχει δικαίωμα να αλλοιώνει την Ιστορία της Ελληνικής τέχνης.

ΧΡΟΝΗΣ ΜΠΟΤΣΟΓΛΟΥ, τ. Πρύτανης Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών, Ομότιμος Καθηγητής


Ό,τι θυμάμαι από τον Δάσκαλο ήταν ανθρώπινο, γνήσιο. Ένας σπουδαίος ΑΝΘΡΩΠΟΣ. Έδωσε ώθηση σε εκατοντάδες νέους ανθρώπους, ζωγράφους, γλύπτες, χαράκτες, σκηνογράφους. Αναφέρω και σκηνογράφους, αφού ο Παντελής έγινε ένας σπουδαίος σκηνογράφος στην Ευρώπη. Έζησα μια καλή εποχή στο εργαστήριο του Σαραφιανού στην οδό Ιθάκης στο νεοκλασικό σπίτι.
Η Σίλεια, ο Φασιανός, ο Παντελής, ο Γρηγόρης…
Πέτυχα στη Σχολή Καλών Τεχνών στις εισαγωγικές εξετάσεις. «Νάτος!» είπε ο Σαραφιανός που καθόταν στα σκαλιά της Σχολής μαζί με άλλους υποψήφιους μαθητές του. «Δεν έκανα εγώ τίποτα» είπε και σηκώθηκε και με αγκάλιασε, έξω από την αίθουσα που έκανε τότε μαθήματα της ιστορίας της τέχνης ο Πρεβελάκης. Τελειώσαμε τη Σχολή. Ο Σαραφιανός στην οδό Ιθάκης έπλαθε τους μελλοντικούς καλλιτέχνες καλύτερα και από τους σημαντικούς τότε καθηγητές, Κεφαληνό, Μόραλη, Απάρτη, Νικολάου…
Τους έπλαθε ηθικά και τους μάθαινε σχέδιο, το σπουδαιότερο εφόδιο. Όταν στο διάλειμμα των εξετάσεων, του είπα ότι θα κάνω μόνο σχέδιο, το ενέκρινε. Μπήκα στη σχολή Καλών Τεχνών, μόνο με σχέδιο, με μια γραμμή. Δεν είχε ξαναγίνει ως τότε σε εισαγωγικές εξετάσεις. Ύστερα στη ζωή χαθήκαμε.
Δουλεύαμε για τα αναγκαία της διατροφής μας μόνο, και ζωγραφίζαμε. Από τότε τον είδα όταν γύρισε από την Ιταλία. Αγαπούσε την καθαρή ελληνική τέχνη, κατηγόρησε τον Μιχαήλ Άγγελο ότι τα γλυπτά του ήταν σαν μπανίερες. Γνήσιος εξπρεσιονιστής ο Σαραφιανός, με τα μαύρα σχέδιά του έμεινε στην ιστορία της ελληνικής τέχνης. Αυτά τα σχέδια και ο ανθρωπισμός του μου έρχονται πάντα στη μνήμη. Θυμάμαι ένα πορτραίτο της κυρίας Μ. Σαραφιανού. Είναι ένα πολύ ωραίο, απλό, ποιητικό πορτραίτο. Να μπει στην πινακοθήκη, να προσθέσει ευγένεια και ευαισθησία.
Θεέ μου, θέλουμε ανθρώπους σαν τον Σαραφιανό κοντά μας.
Χαθήκαμε. Εγώ δούλευα έξω από την Αθήνα στο Βυζαντινό Μουσείο. Εκείνος στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Μια μέρα έλαβα ένα μήνυμα. Θέλει να σε δει ο Σαραφιανός, σε γυρεύει, μου είπαν. Σκέφτηκα, θέλει να με βοηθήσει για καμία δουλειά. Πήγα και τον βρήκα στο τμήμα των αρχαίων χαραγμένων επιγραφών στα μάρμαρα. Έμεινα άναυδος γιατί με ζήτησε να μου πει για το όραμά του για την Αθήνα.
Παθιασμένος μου μίλαγε, πως οι καλλιτέχνες θα αλλάξουμε, θα μετασχηματίσουμε την πόλη με επεμβάσεις. Απόρησα για την τιμή που μου έκανε να μου μιλάει για το όνειρο που είχε. Δεν μου έχει ξανατύχει τέτοια τιμή, από έναν τόσο σπουδαίο άνθρωπο. Γιατί ποιοι είναι οι σπουδαίοι;
Πάλι η ζωή μας χώρισε από τον Δάσκαλό μας. Τότε έμαθα ότι ήταν στο νοσοκομείο. Πήγα να τον δω. «Έπρεπε να πεθάνω για να έρθεις να με δεις;». Θα γίνεις καλά του είπα και τότε μου έδειξε το χρώμα του δέρματός του. «Βγάλε την πράσινη πιζάμα του είπα. Κι εγώ αν την έβαζα θα φαινόμουν πολύ άρρωστος». Μετά από λίγο πέθανε. Ήμουν τότε στο Δεσποτάτο της Ηπείρου και προφυλάσσαμε τη Βυζαντινή εκκλησία από ανατινάξεις που κάνανε οι εργολάβοι της ΔΕΗ και την προστατεύαμε από αυτούς. Είχε μια σπουδαία τοιχογραφία της Παναγίας. Έτσι δεν πήρα είδηση για τον θάνατό του και δεν πήγα στην κηδεία. Πήγαν όλοι. Τι δεν πήγα; Πήγα. Κι ας μην πήγα. Πήγα και τον τιμώ όπως όλοι οι καλλιτέχνες. Λίγους γνώρισα στη ζωή μου σαν αυτόν. Τον τιμώ. Τον θυμάμαι πολύ. Και πάντα χαίρομαι με τη θύμησή του. Μεγάλο όνομα χωρίς όνομα. Πάνος Σαραφιανός.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΗΛΙΟΣ, Ομότιμος Καθηγητής Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών

Πηγή:
Από το λεύκωμα, Πάνος Σαραφιανός, Πινακοθήκη Δήμου Αθηναίων, 1997

ΠΗΓΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ
koinotopia.gr

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΘΕΜΑΤΟΣ kaliterilamia.gr
Share on Google Plus

Σχετικά με Καλύτερη Λαμία

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου