ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΛΑΜΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ ΤΟ 1941


Εβδομήντα πέντε χρόνια μετά τον βομβαρδισμό της Λαμίας. Μια ιστορία.
Το πρωϊνό της 18ης Απριλίου 1941, ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής, στη Λαμία έμοιαζε ήσυχο. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, αλλά η πόλη είχε αδειάσει από τον κόσμο της. Πολλοί είχαν φύγει για τα χωριά τους, άλλοι για να γιορτάσουν το Πάσχα κι άλλοι για να προφυλαχτούν από τη γερμανική προέλαση.
Ο Γιώργος και η γυναίκα του η Βασιλική κατηφόρισαν από το σπίτι τους στην οδό Έσλιν προς το μαγαζί στο τέρμα της Βύρωνος, από όπου αναχωρούσε το λεωφορείο που θα τους πήγαινε ως τον Αη Γιώργη Τυμφρηστού. Κι από εκεί, είτε με κάποιο από τα σπάνια διερχόμενα αυτοκίνητα, είτε με μουλάρια θα έφταναν στο χωριό τους, τη Μεγάλη Κάψη για να γιορτάσουν το Πάσχα. Τα παιδιά τους, η Ελένη, 13 χρονών, ο Σπύρος, 10 χρονών και ο επτάχρονος Μάκης ήταν ήδη εκεί, μαζί με τη θειά τους τη Μαρία και τον “μπάρμπα” τον Λεωνίδα –όπως τον φώναζαν όλοι– δυό από τα έξι αδέλφια της Βασιλικής.

Δεν είχαν περάσει ούτε δυό εβδομάδες από τα ξημερώματα της 6ης Απριλίου 1941, όταν ο Γερμανός πρέσβης Βίκτορ Έρμπαχ επέδωσε στον Πρωθυπουργό της Ελλάδας Αλέξανδρο Κορυζή τελεσίγραφο για την επικείμενη επίθεση για να ακούσει το δεύτερο ΟΧΙ. Λίγη ώρα μετά, στις 5:15 το πρωί, ξεκίνησε η επίθεση της ναζιστικής Γερμανίας κατά της Ελλάδας, 45 λεπτά πριν από την εκπνοή του τελεσιγράφου.
Η 12η Στρατιά της Wehrmacht, υπό τον στρατηγό Wilhelm List, με 4 τεθωρακισμένες μεραρχίες και 11 μεραρχίες μηχανοκινήτου πεζικού (680.000 άνδρες, 1.200 τανκς και 700 αεροπλάνα) ξεκίνησε τη διμέτωπη επίθεση εναντίον της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας.
Η γερμανική επίθεση με την κωδική ονομασία “Μαρίτα” είχε διπλό αντικειμενικό σκοπό: να βοηθήσει τον Μουσολίνι που ήταν στριμωγμένος από τις ελληνικές δυνάμεις στην Αλβανία και να εξασφαλίσει τα νώτα των δυνάμεων του Άξονα, ενόψει της επικείμενης επίθεσής τους στην ΕΣΣΔ.
Δύο γερμανικά Σώματα Στρατού εισέβαλαν στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα και επιτέθηκαν με σφοδρότητα στα οχυρά της Γραμμής Μεταξά στην Ανατολική Μακεδονία και στα μεμονωμένα οχυρά του Εχίνου και της Νυμφαίας στη Θράκη. Την ίδια ημέρα, γερμανικά αεροπλάνα βομβάρδισαν τον Πειραιά και τις ακτές έως τον Ναύσταθμο της Σαλαμίνας, προκαλώντας βαριές ανθρώπινες απώλειες και τεράστιες ζημιές.
Στο μεταξύ, ο κύριος όγκος του ελληνικού στρατού συνεχίζει να μάχεται τους Ιταλούς στην Αλβανία. Ανάμεσα τους, ο δεύτερος αδελφός της Βασιλικής, ο Ζάχος Παπαγιάννης και ο Ανδρέας Πλατανιάς, που θα παντρευόταν αργότερα τη Μαρία.
Οι υπερασπιστές των οχυρών (Ρούπελ, Ιστίμπεη, Νυμφαία, Εχίνος, Λίσε, Περιθώρι, Πυραμιδοειδές, Παληουριώνες κ.ά.) αμύνθηκαν σθεναρά στις αλλεπάλληλες επιθέσεις των υπερτέρων γερμανικών δυνάμεων. Οι Άγγλοι και οι Νεοζηλανδοί, που είχαν σπεύσει προς βοήθεια της χώρας μας, έλεγχαν τον άξονα Τεμπών-Βερμίου, όμως το κέντρο του μετώπου ήταν ιδιαίτερα αδύναμο και η Θεσσαλονίκη ανοχύρωτη πόλη.
Η Γιουγκοσλαβία δεν άντεξε ούτε δυό ημέρες. Το νότιο γιουγκοσλαβικό μέτωπο κατέρρευσε, επιτρέποντας στις τεθωρακισμένες γερμανικές μεραρχίες να εισδύσουν στα Σκόπια και –μέσω της κοιλάδας του Αξιού– να περάσουν τα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα στις 8 Απριλίου, υπερφαλαγγίζοντας τη Γραμμή Μεταξά. Τα μεσάνυχτα της ίδιας μέρας τα γερμανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν τη Θεσσαλονίκη. Την άλλη μέρα, 9η Απριλίου, περικυκλωμένοι πλέον, παραδίνονται οι ηρωικοί υπερασπιστές της Γραμμής Μεταξά.
Τις επόμενες ημέρες καταλαμβάνονται η Βέροια, η Κατερίνη, η Κοζάνη, τα Γρεβενά και η Καστοριά, με αποτέλεσμα να αρχίσει η ραγδαία υποχώρηση του κυρίου όγκου των ελληνικών δυνάμεων που βρίσκονται στην Αλβανία παίρνοντας τα χαρακτηριστικά φυγής. Η γερμανική αεροπορία βομβαρδίζει τον Πειραιά, τα Τρίκαλα, τη Σπάρτη και την Κυπαρισσία.

Ο Γιώργος και η Βασιλική μάθαιναν με αγωνία τα δραματικά νέα, που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα κι ότι άλλο κατάφερναν να ακούσουν από το μεγάλο ραδιόφωνο της τραπεζαρίας. Για ποιον να πρωτοανησυχήσει κανείς: για τα αδέλφια στο μέτωπο, για τα παιδιά τους, για τους εαυτούς τους; Κάθε τόσο ο βόμβος των διερχόμενων αεροπλάνων διέλυε τη ζωή της πόλης, μαζί με το ουρλιαχτό των σειρήνων της αεράμυνας. Ευτυχώς, είχαν στείλει τα παιδιά στο χωριό, όπου δεν υπήρχε κίνδυνος. Και σήμερα θα έφευγαν κι οι ίδιοι.
Το παλιό λεωφορείο ήταν εκεί. Σε λίγο θα ξεκινούσαν. Από τη γωνία φάνηκε βιαστικός-βιαστικός ο μεγαλύτερος αδελφός της Βασιλικής, Γιώργος κι αυτός. Στο χωριό τον περίμενε η μονάκριβη μικρούλα του, η Ρηνούλα. Πόσο την είχε επιθυμήσει!
Ξαφνικά, γύρω στις 10.30 το πρωί, τους ήχους της πόλης σκέπασε ο βόμβος από τους κινητήρες δεκάδων γερμανικών αεροπλάνων. Ακουγόντουσαν πολύ πιο κοντά. Αυλάκωναν τον καταγάλανο ουρανό, σε μικρούς σχηματισμούς και κατευθύνονταν προς την πόλη. Ήταν φανερό: αυτήν τη φορά δεν ήταν διερχόμενα, ερχόντουσαν για να βομβαρδίσουν τη Λαμία. Η μεγάλη σειρήνα του Ηλεκτρικού Εργοστασίου χτύπησε συναγερμό. Οι άλλες σειρήνες της αεράμυνας άρχισαν να ουρλιάζουν.
Ο κόσμος άρχισε να τρέχει πανικόβλητος για να προφυλαχτεί στα λιγοστά καταφύγια, στα υπόγεια, όπου μπορούσε. Χάος! Ο Γιώργος, η Βασιλική κι ο άλλος Γιώργος μαζί με λιγοστούς άλλους στριμώχτηκαν μέσα στο μαγαζί, καθώς δεν προλάβαιναν να φτάσουν σε κάποιο κοντινό καταφύγιο. Σταυροκοπήθηκαν και περίμεναν…
stukasΤα αεροπλάνα –“στούκας” όπως είπαν μετά– έφτασαν πάνω από τη Λαμία και άρχισαν να κάνουν κύκλους, σαν γεράκια που ζυγιάζουν το θήραμα τους. Μετά από λίγο, ξέκοψαν ένα-ένα και ξεκίνησαν τις εφορμήσεις. Κατέβαιναν από ψηλά σχεδόν κάθετα και μόλις πλησίαζαν κοντά στο έδαφος, άφηναν το θανάσιμο φορτίο τους και ξανακέρδιζαν ύψος. Το δαιμονισμένο θόρυβο των κινητήρων, ακολουθούσε το σφύριγμα της βόμβας και λίγα δευτερόλεπτα μετά η εφιαλτική έκρηξη, τραντάζοντας συθέμελα τη γη, γκρεμίζοντας τα κτίρια, λιώνοντας τα σίδερα, σκοτώνοντας και τραυματίζοντας τους ανθρώπους.
Εκρήξεις, φωτιές, θάνατος! Σύννεφα σκόνης, μαύρος καπνός, χαλάσματα, ουρλιαχτά απόγνωσης, κραυγές για βοήθεια, πράγματα να καίγονται και μαζί η φριχτή μυρωδιά της καμένης σάρκας.
Οι εφορμήσεις συνεχίστηκαν ξανά και ξανά μέχρι που τα “στούκας” άδειασαν όλο το φονικό τους φορτίο. Αφού τελείωσαν την ανελέητη αποστολή τους, τα αεροπλάνα γύρισαν για λίγο πάνω από την πόλη, σαν να ήθελαν να καμαρώσουν το καταστροφικό τους έργο και ένα-ένα –όπως είχαν έρθει– πέταξαν μακριά, ώσπου χάθηκαν στον ορίζοντα.
Η Μεγάλη Παρασκευή έγινε πιο πένθιμη για τη Λαμία του 1941. Όσοι γλύτωσαν από το βομβαρδισμό ξεχύθηκαν στα χωράφια. Άλλοι με λιγοστά πράγματα, άλλοι χωρίς τίποτα κατέφυγαν στα γύρω χωριά, για να γλυτώσουν. Τα νέα άρχισαν να κυκλοφορούν: οι καταστροφές ήταν πολλές, οι νεκροί αρκετοί και οι τραυματίες περισσότεροι.

Στο χωριό, στη Μεγάλη Κάψη, ο “μπάρμπας” ο Λεωνίδας είχε κακό προαίσθημα. Κανονικά, τα αδέλφια του η Βασιλική κι ο Γιώργος και ο γαμπρός του θα έπρεπε να έχουν φτάσει προς το απόγευμα. Δεν είχαν έρθει, όμως. Τι να συνέβη; Οι γυναίκες ανήσυχες κι αυτές καταπιανόντουσαν τάχα με τις δουλειές του σπιτιού για να μην το δείξουν. Μόνο τα παιδιά έπαιζαν ξένοιαστα. Όσο πέρναγε η ώρα, το κακό προαίσθημα δυνάμωνε. Πηγαινοερχόταν μέσα στο σπίτι σαν θεριό, έκανε βόλτες μέχρι την άκρη του χωριού, προσδοκώντας να φανούν οι δικοί του. Τίποτα!
Λίγο πριν πέσει το σκοτάδι, πρόβαλε στη στροφή του δρόμου ένας νεαρός συγχωριανός του, που ερχόταν από τη Μακρακώμη. Του είπε τα μαντάτα για το βομβαρδισμό. Για τους δικούς του δεν είχε καμία πληροφορία. Ούτε τους είχε απαντήσει πουθενά στη διαδρομή, ούτε είχε ακούσει τίποτα.
Ο Λεωνίδας γύρισε σπίτι, ενημέρωσε τις γυναίκες, την αδελφή του και τη Γιώργαινα, τη γυναίκα του αδελφού του και μάνα της μικρής, τις καθησύχασε και κίνησε για τη Λαμία. Ένας χωριανός τον κατέβασε μέχρι τον Αη Γιώργη και ένας άλλος γνωστός τον πήγε μέχρι την Μακρακώμη. Από εκεί με ένα διερχόμενο αυτοκίνητο έφτασε τα ξημερώματα στο Λιανοκλάδι. Ως εκεί πήγαιναν τα αυτοκίνητα, μετά ο δρόμος ήταν κλειστός. Αριστερά και δεξιά του δρόμου, βρισκόντουσαν καραβάνια από οικογένειες που είχαν εγκαταλείψει την πόλη. Αντάμωσε κάποιους γνωστούς, τους ρώτησε. Δεν ήξεραν τίποτα, δεν τους είχαν δει.

Περπάτησε προς τη Λαμία. Σε δυο-τρεις ώρες θα έφτανε. Μετά από μιάμιση ώρα, καθώς έφτανε στο Σταυρό, είδε στο φως του πρωινού, από μακριά τη Λαμία σκεπασμένη με ένα αχνό σύννεφο καπνού. Η ανησυχία τον έπνιξε. Τάχυνε το βήμα του. Όσο πλησίαζε στην πληγωμένη πόλη, τόσο πύκνωνε ο κόσμος που έφευγε κι ανάμεσα τους αρκετοί γνωστοί. Μέσα στην αναμπουμπούλα κανένας δεν είχε ιδέα.
Επιτέλους, έφτασε στη Λαμία. Άρχισε να ανεβαίνει την οδό Πλατή, για να περάσει πρώτα απ’ το μαγαζί που ξεκίναγε το λεωφορείο και μετά θα έβλεπε τι θα έκανε. Παντού κτίρια με ζημιές, αναποδογυρισμένα κάρα, σημεία εδώ κι εκεί που κάπνιζαν ακόμα και διάχυτη η μυρωδιά του καμένου.

Πλησιάζει προς το μαγαζί και μένει εμβρόντητος! Ερείπια. Χαλάσματα, που καπνίζουν. Κοιτάζει γύρω μήπως και δει κανένα γνωστό. Λίγο πιο κάτω βλέπει δυο-τρεις περίοικους που αναμετρούν την καταστροφή και κουβεντιάζουν χαμηλόφωνα, κουνώντας τα κεφάλια τους. Τους πλησιάζει. “Τι έγινε εδώ, ρε παιδιά”, τους ρωτάει. “Εδώ ακριβώς έπεσε η βόμβα.Όλοι όσοι ήταν τριγύρω σκοτώθηκαν”, τού λένε. “Όλοι! Τους πήρε η δημαρχία”. “Όχι όλοι” πετάγεται ένας άλλος “Τα ξημερώματα βρήκαν κάτω απ’ τα χαλάσματα μια γυναίκα. Ήταν ακόμα ζωντανή. Την πήραν”. Ποιοι σκοτώθηκαν; Ποια ήταν η γυναίκα; Δεν ήξεραν…
Φεύγει τρέχοντας προς το κέντρο να ρωτήσει, να μάθει. Στα καφενεία γύρω από το Πάρκο συναντά γνωστούς. Αποφεύγουν να τον κοιτάξουν κατάματα. Η σιωπή τους τα λέει όλα. Σκοτώθηκε ο Γιώργος κι η Βασίλω κι ο αδελφός του ο Γιώργος. Πάνε! Ορφάνεψαν δυό σπίτια.
Καταρρέει. Το μυαλό του σκέφτεται σαν τρελό. Δεν είναι δυνατόν. Κάνουν λάθος, δεν μπορεί. Κι αν είναι αλήθεια, τα παιδιά, η Ελένη, ο Σπύρος, ο Μάκης η μικρή Ρηνούλα τι θα απογίνουν;
Συνέρχεται. Ξεκινάει για το Νοσοκομείο Λαμίας. Στο δρόμο συναντά κι άλλους γνωστούς. Τα νέα έχουν μαθευτεί. Όλοι έχουν το ίδιο λυπημένο βλέμμα, σχεδόν τον αποφεύγουν, δεν θέλουν να είναι αυτοί που θα ξεστομίσουν τη θλιβερή είδηση. Σκοτώθηκαν όλοι!

Φτάνει στο Νοσοκομείο. Χάος κι εκεί. Τραυματίες από το μέτωπο, βασανισμένοι, ψειριασμένοι, με κρυοπαγήματα, με άρβυλα ανοιγμένα μπροστά, με δάχτυλα μελανιασμένα, μαύρα. Τραυματίες από το βομβαρδισμό, χτυπημένοι, καμένοι. Γιατροί και νοσοκόμες ολόγυρα κάνουν ότι μπορούν. Ρωτάει: “Μήπως φέρανε μια γυναίκα από τα χαλάσματα του βομβαρδισμού. Βασιλική τη λένε”. Ψάχνει ένα-ένα τα κρεβάτια, τα φορεία. Ξαναρωτάει. Και ξαφνικά σε ένα θάλαμο με δεκάδες τραυματίες, τη βλέπει, σε ένα κρεβάτι, άσχημα χτυπημένη, μελανιασμένη, με γρατζουνιές παντού, μαύρη απ’ τον καπνό, με ορούς και με το ένα της πόδι τυλιγμένο σε καταματωμένους επιδέσμους.
Την παρατηρεί να κοιμάται ανήσυχα και να βογκάει σιγανά μέσα στον ύπνο της. Ρωτάει τις νοσοκόμες. Ψάχνει τριγύρω να βρει ένα γιατρό για να μάθει τι γίνεται. Περιμένει έξω από τα χειρουργεία. Γιατροί, νοσοκόμες και τραυματιοφορείς μπαίνουν και βγαίνουν συνέχεια. Φορεία με τραυματίες αραδιασμένα εδώ κι εκεί. Παντού αίμα, βογγητά, πόνος. Ρωτάει όποιον βλέπει, ξαναρωτάει. Τον κοιτούν με μάτια κουρασμένα.
Επιτέλους, βρίσκει ένα γιατρό που μοιάζει να θυμάται την τραυματισμένη γυναίκα. Δείχνει κατάκοπος. Φοράει μια ιατρική μπλούζα που μόνο λευκή δεν είναι. “Τη θυμάμαι”, του λέει. “Είναι η γυναίκα που φέραν το πρωί. Μάς είπαν ότι τη βρήκαν θαμμένη, στα ερείπια. Τη χειρουργήσαμε. Κάναμε ότι μπορούσαμε περισσότερο. Η γυναίκα σου είναι;”
“Όχι, όχι, η αδελφή μου είναι” απάντησε ο Λεωνίδας. Κι ο γιατρός συνέχισε: “Είναι άσχημα χτυπημένη και το πόδι μάλλον θα το χάσει. Είναι νωρίς για να ξέρουμε αν θα τη γλιτώσει…”
Ο Λεωνίδας, αφού ευχαρίστησε το γιατρό, ξαναπέρασε να δει τη Βασιλική και κατόπιν πήρε αργά το δρόμο για το κέντρο της πόλης. Εκεί συνάντησε κι άλλους γνωστούς, φίλους, γείτονες. Είχαν όλοι πληροφορηθεί τη θλιβερή είδηση.
Αποφάσισε να γυρίσει στο χωριό. Στη Λαμία δεν υπήρχε τίποτα που να μπορούσε να προσφέρει. Στο χωριό, όμως, τον είχαν ανάγκη. Καλύτερα να μάθαιναν από τον ίδιο τα σπαρακτικά νέα. Έτσι κι αλλιώς οι φήμες δεν θα αργούσαν να φτάσουν και στο χωριό. Καλύτερα να ήταν εκεί.
Περπάτησε πάλι έξω από την πόλη, προς τη δημοσιά του Καρπενησίου. Με το καμιόνι ενός κοντοχωριανού ταξίδεψε ως το Χάνι του Πανέτσου κι από εκεί με το μουλάρι ενός αγωγιάτη έφτασε στη Μεγάλη Κάψη. Σουρούπωνε…
Στο καφενείο, απέναντι από τον πλάτανο, καθόντουσαν αρκετοί από τους άντρες του χωριού και κουβέντιαζαν. Άρχισαν να ψελλίζουν συλλυπητήρια. Τα νέα είχαν φτάσει. Με βήμα αργό πήρε το δρόμο προς το Παπαγιαννέϊκο. Βάδιζε σαν υπνωτισμένος. Ήταν σκληρός άντρας ο Λεωνίδας, συγκρατημένος και λιγομίλητος. Αλλά όσα συνέβησαν, όσα είδε, τον είχαν λυγίσει. Προς στιγμήν λιποψύχησε. Ένιωσε ότι περπατάει στο κενό.
Προχώρησε στη μικρή ανηφόρα και διάβηκε την αυλόπορτα. Τα τρία παιδιά στεκόντουσαν στο λιακωτό και τον κοίταζαν μουδιασμένα. Ανέβηκε αργά τα σκαλιά και μπήκε στο δωμάτιο με το μεγάλο τραπέζι, με τα παιδιά να τον ακολουθούν. Οι κουβέντες κοπήκαν απότομα. Οι γυναίκες τον κοίταξαν βουβές, με βουρκωμένα μάτια, γεμάτα αγωνία. Μάτια που συγχρόνως δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν την ελπίδα πως όλες οι φήμες, οι διαδόσεις όλα ήταν ψέματα. Ψέματα!
Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεστόμισε το φοβερό νέο. “Χάθηκαν όλοι” τους είπε. “Κλάψτε όσο μπορείτε”.
Έτσι, η Ανάσταση του 1941 βρήκε τις δύο οικογένειες βυθισμένες στο πένθος και στην απόγνωση. Την Κυριακή του Πάσχα, 20 Απριλίου, οι Γερμανοί κατακτητές εισήλθαν στη Λαμία. Θα μείνουν μέχρι την 17η Οκτωβρίου 1944.

Οι αληθινοί πρωταγωνιστές
Οι δυο Γιώργηδες της ιστορίας είναι ο Γιώργος Φλέσσας –ο παππούς μου– και ο Γιώργος Παπαγιάννης, ο αδελφός της Βασιλικής, οι οποίοι σκοτώθηκαν εκείνο το ματωμένο πρωινό της Μεγάλης Παρασκευής, 18 Απριλίου 1941 στο βομβαρδισμό της Λαμίας.

H Βασιλική Φλέσσα, το γένος Παπαγιάννη –η γιαγιά μου– μετά από αρκετές εβδομάδες νοσηλείας στο Νοσοκομείο Λαμίας κατάφερε να επιβιώσει. Τελικά, δεν έχασε το πόδι της. Σε αυτό είχαν συμβάλει –από ότι μαθεύτηκε αργότερα- και οι Γερμανοί στρατιωτικοί γιατροί, που είχαν έλθει στο μεταξύ ως στρατός Κατοχής. Της έμεινε, όμως, μια αναπηρία. Αν και κούτσαινε, τη θυμάμαι πάντα μαυροφορεμένη, να ανηφορίζει ευθυτενής την οδό Έσλιν. Ευτύχησε να δει όλα τα παιδιά της να μεγαλώνουν και να προκόβουν, να δημιουργούν δικές τους οικογένειες. Όλοι, μικροί μεγάλοι ανεξαιρέτως, τη φώναζαν “Μάνα” μέχρι το 1970 που αναπαύθηκε. Πρόλαβε να δει και τέσσερα εγγόνια, ένα εκ των οποίων έφερε ακριβώς το όνομα του αδικοσκοτωμένου: Γεώργιος Φλέσσας του Σπυρίδωνος.

Τα τρία παιδιά του Γιώργου Φλέσσα μεγάλωσαν και πρόκοψαν με τη βοήθεια των αδελφιών της Βασιλικής, του “μπάρμπα” του Λεωνίδα, του Ζάχου –που γύρισε από το αλβανικό μέτωπο βρίσκοντας ξεκληρισμένη την οικογένεια– και της Μαρίας. H μεγάλη του κόρη, η Ελένη έγινε αυτόματα η μάνα της οικογένειας. Αργότερα, παντρεύτηκε το δικηγόρο Νίκο Κορκόβελο και απέκτησε δυο κόρες και τέσσερα εγγόνια. Ζει από τότε μέχρι σήμερα στο πατρικό σπίτι της οδού Έσλιν. Ήταν η Ελένη που με βάφτισε πολλά χρόνια μετά. H νουνά μου, όπως τη φωνάζω μέχρι σήμερα!

Ο Σπύρος Φλέσσας –ο πατέρας μου– λίγα χρόνια μετά φοίτησε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και σταδιοδρόμησε ως αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, φτάνοντας μέχρι το βαθμό του υποστρατήγου. Ποτέ δεν ξεπέρασε το θάνατο του πατέρα του και το αίσθημα της ορφάνιας. Στο χέρι του φορούσε πάντα ένα απλό χρυσό δαχτυλίδι με μια βαθυκόκκινη πέτρα, το δαχτυλίδι του αδικοχαμένου πατέρα του. Ποτέ δεν τον θυμάμαι χωρίς αυτό.
Ο Βενιαμίν της οικογένειας, ο Μάκης έγινε δικηγόρος Λαμίας κι απέκτησε δυο παιδιά.

Η χήρα του Γιώργου Παπαγιάννη, η γλυκύτατη θεία Γιώργαινα –όπως την προσφωνούσαν όλοι– ανάστησε την κόρη της τη μικρή Ρήνω, η οποία έγινε υπάλληλος της Εθνικής Τραπέζης. Η θεία Γιώργαινα αναπαύτηκε το 1962, λίγο μετά τη γέννηση μου. Η Ρήνω πάντρεψε τους γονείς μου και συντηρεί το Παπαγιαννέϊκο –το σπίτι στη Μεγάλη Κάψη– μέχρι σήμερα.

Και η δική μου εξομολόγηση
Έγραψα αυτήν την ιστορία, εβδομήντα πέντε χρόνια μετά, για δύο λόγους:
Ο πρώτος είναι για να αποτίσω ελάχιστο φόρο τιμής στον παππού μου και σε όλους όσους έχασαν τη ζωή τους, εκείνα τα σκληρά χρόνια. Και ο δεύτερος, για να συμβάλω στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης των γεγονότων που σημάδεψαν τη μοίρα της οικογένειάς μας, μιας μέσης ελληνικής οικογένειας. Αν δεν τα καταγράψουμε θα χαθούν.

Η ανάπλαση των γεγονότων βασίζεται στις διηγήσεις του πατέρα μου, της νουνάς μου και άλλων συγγενών. Βασίζεται ακόμη σε αφηγήσεις που βρήκα, όπως αυτή, της νοσηλεύτριας του Ερυθρού Σταύρου από τη Λάρισα, της κύριας Ζήνας Οικονόμου-Πατέρα, που υπηρέτησε εκείνες ακριβώς τις ημέρες στο Νοσοκομείο Λαμίας (εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ)


http://tinypic.com/r/t03xuq/9
και αυτή του λογοτέχνη Βασίλη Αλεξίου (Περιοδικό “Σταυροδρόμι”) http://www.skamnosvoice.gr
Τα ιστορικά στοιχεία προέρχονται από διάφορα βιβλία εκείνης της περιόδου των εκδόσεων της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, από την “Ιστορία της Κατοχής” του Δημ. Γατόπουλου και από διάφορες αναρτήσεις της Ελληνικής wikipedia.

Οι όποιες ανακρίβειες και τα λάθη είναι μόνο δικά μου.

ΠΗΓΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ
gflessas.com

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΘΕΜΑΤΟΣ kaliterilamia.gr
Share on Google Plus

Σχετικά με Καλύτερη Λαμία

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου