Η ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΟΥ ΣΠΕΡΧΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ


Τα αποτελέσματα των ανασκαφών της ΙΔ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων στην περιοχή του Σταυρού

Η κοιλάδα του Σπερχειού, σταυροδρόμι στο κέντρο του ελλαδικού χώρου, παρείχε όλες τις προϋποθέσεις για την εγκατάσταση και διαβίωση του ανθρώπου κατά την αρχαιότητα. Τα βουνά που την περιβάλλουν από τις τρεις πλευρές δεν εμπόδισαν τις επαφές με τις άλλες περιοχές τις Ελλάδας. Αντίθετα, τα φυσικά περάσματά τους λειτούργησαν ως δίαυλοι επικοινωνίας για τη διακίνηση ανθρώπων, αγαθών, πολιτιστικών ρευμάτων και ιδεών. Στις παρυφές των δύο ορεινών όγκων της ΄Οθρυος και της Οίτης, κατά μήκος του ποταμού και στα εύφορα εδάφη της, από το μυχό του Μαλιακού κόλπου μέχρι τις ανατολικές απολήξεις του Τυμφρηστού, αναπτύχθηκαν, από τους νεολιθικούς χρόνους μέχρι την ύστερη αρχαιότητα, πολυάριθμοι οικισμοί. Τα ίχνη των οικισμών αυτών αποτελούν αντικείμενο της σύγχρονης αρχαιολογικής έρευνας, με σκοπό την ανασύνθεση της πολιτιστικής φυσιογνωμίας της κοιλάδας στο πέρασμα των αιώνων1


Εικ. 1. Αποσπάσμα χάρτη Γ.Υ.Σ. 1:50.000. Αρχαιολογικοί χώροι περιοχής Σταυρού.

 Η ευρύτερη περιοχή του σημερινό Δημοτικού Διαμερίσματος Σταυρού βρίσκεται περίπου στο μέσον της κοιλάδας του Σπερχειού και καταλαμβάνει το δυτικότερο άκρο της νότιας απόληξης της ΄Οθρυος που ξεκινά από τη Λαμία2 (εικ. 1). Τα αρχαιότερα ίχνη ζωής στην περιοχή βρίσκονται στα ΒΔ του χωριού στη θέση ‘’Παράβολο’’3, όπου έχει εντοπισθεί οικισμός της Μέσης Νεολιθικής Εποχής (5η χιλιετία π.Χ.),σύγχρονος του πολύ μεγαλύτερου και μακροβιότερου γειτονικού οικισμού του Παλαιόμυλου Λιανοκλαδίου4.

Στα ΒΔ επίσης του χωριού, στην περιοχή ‘’Καστράκι’’, σώζοντανμέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα λείψανα αρχαίας οχύρωσης. Πρόκειται για ένα χαμηλό οροπέδιο κυκλικού σχήματος σε εξαιρετικά στρατηγική θέση, εφ΄ όσον προεξέχει του ορεινού όγκου και ελέγχει ολόκληρο το δυτικό τμήμα της κοιλάδας (εικ. 1). Σύμφωνα με το Γάλλο αρχαιολόγο και μελετητή Υves Βéquignon5, η οχύρωση αυτή, όπως και μια ακόμα βορειότερα, κοντά στο σημερινό χωριό Λυγαριά, προορίζονταν για την άμυνα της Λαμίας από Δ και δεν φαίνεται να σχετίζονταν με σημαντικές οικιστικές εγκαταστάσεις. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι ο Τίτος Λίβιος, περιγράφοντας την πορεία του ρωμαίου ύπατου Μάνιου Ακίλιου από το Δομοκό στην κοιλάδα του Σπερχειού το 191 π.Χ. προκειμένου να κατευθυνθεί στην Υπάτη δια της μικρής κοιλάδας μεταξύ Αγριλιάς -Λυγαριάς και Σταυρού, δεν αναφέρει καμία αρχαία π λη. Φα νεται τι αποτελο σαν μικρές κ μες, τις οπο ες τ σο ο Béquignon όσο και ο Stählin6 επιχειρούν να ταυτίσουν, βάσει της λατινικής ……….
1. Y. Béquignon, La vallée du Spercheios, Paris 1937. F. Dakoronia, Spercheios valley and theadjacent area in Late Bronze Age and Early Iron Age, Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου‘’Θεσσαλία. Δεκαπέντε χρόνια αρχαιολογικής έρευνας, 1975-1990. Αποτελέσματα καιΠροοπτικές’’, Λυών 1990 (Αθήνα 1994), τόμ. Α΄, σ. 233 κ.έ. Φ. Δακορώνια, Ιστορική καιαρχαιολογική ανασκόπηση της κοιλάδας του Σπερχειού: Η κοιλάδα του Σπερχειού κατά τους προϊστορικούς χρόνους, Πρακτικά ημερίδας ΣΠΕΡΧΕΙΟΣ 2000+, Λαμία 1995, σ. 33­

39. Μ. – Φ. Παπακωνσταντίνου, Ιστορική και αρχαιολογική ανασκόπηση της κοιλάδαςτου Σπερχειού: Η κοιλάδα του Σπερχειού από τους αρχαϊκούς στους ρωμαϊκούς χρόνους, Πρακτικά ημερ δας ΣΠΕΡΧΕΙΟΣ 2000+, Λαμ α 1995, σ. 40-49. Μ. – Φ. Παπακωνσταντίνου, Αρχαιολογικά ευρήματα από την κοιλάδα του Σπερχειού, ΠρακτικάΑ΄ Συνεδρίου Ρούμελης, Λαμία 2001 (Αθήνα 2004), σ. 337-346. Δ. Σακκάς, Η Μυκηναϊκήεποχή στην κοιλάδα του Σπερχειού επί τη βάσει της κεραμικής (σε αυτό τον τόμο).

1.        A. Philippson, E. Kirsten, Die Griechischen Landschaften, τόμ. 1, σ. 235.

2.        Θ. Τσουκν δας, Μπεκή Φθι τιδας, θέση ‘’Παράβολο’’. ΄Ενας οικισμ ς της 5ης χιλιετ ας, Πρακτικά Α΄ Συνεδρ ου Φθιωτικ ν Ερευν ν, Υπάτη 1990 (Λαμ α 1993), σ. 15 κ. ε.

3.        A.J.B. Wace & M.S. Thompson, Prehistoric Thessaly, Cambridge 1912, σ. 171-192. Γ.Χουρμουζιάδης, ΑΔ 29 (1973-74), Χρονικά, σ. 517 κ. ε.

4.        Ό.π., σ. 279 κ.έ.

5.        Fr. Stählin, Η αρχαία Θεσσαλία. Γ. Παπασωτηρίου και Α Θανοπούλου (μτφ.),Φιλολογικός, Ιστορικός, Λογοτεχνικός Σύνδεσμος Τρικάλων, Κείμενα και Μελέτες 13,,Θεσσαλονίκη 2002, σ. 367.


Εικ. 2. Αποσπάσμα χάρτη Γ.Υ.Σ. 1:5.000. Αποκαλυφθέντα τμήματα νεκροταφείων περιοχής Σταυρού

…………………επιγραφής7 που ορίζει τα όρια μεταξύ Λαμιέων και Υπαταίων με το αρχαίο τοπωνύμιο Σίδη. Σύμφωνα με τον Βéquignon μάλιστα, τίποτα δεν εμποδίζει την ταύτιση του οχυρού στο Καστράκι με τη Σίδη8. Το οχυρό αυτό, κατά τον ίδιο, φαίνεται να κατασκευάστηκε στο τέλος του 5ου αι.π.Χ. ή στις αρχές του 4ου αι. και από τον 2ο αι. π.Χ. αρχίζει να εγκαταλείπεται και σιγά να ερειπώνεται. Η άφθονη καλής ποιότητας κεραμική που βρίσκεται διάσπαρτη στο ύψωμα, με μεγάλη αναλογία μελαμβαφών οστράκων, τα τμήματα πίθων και τα θραύσματα κεραμίδων στέγης, επιβεβαιώνουν τον οικιστικό χαρακτήρα της θέσης και τη χρονολόγηση του Βéquignon, συγχρόνως όμως αποτελούν κίνητρο για τη διενέργεια μιας ανασκαφής, η οποία θα δώσει απαντήσεις στο ζήτημα της ταύτισης και του χαρακτήρα της εγκατάστασης. Αρχαιολογικές ενδείξεις αναφέρονται σε άλλα σημεία, κυρ ως στα Β του χωριού και στις βόρειες υπώρειες του υψώματος ‘’Πυργάκι’’, το οποίο σύμφωνα με κάποιες αναφορές ήταν επίσης οχυρωμένο για τον έλεγχο της πεδινής διαβάσεως Αγριλιάς-Λυγαριάς – Σταυρο , ΒΔ της Λαμίας.



Ι. Βορτσέλας, Φθιώτις, η προς νότον της ΄Οθρυος, Εν Αθήναις 1907, σ. 211 κ.έ.

Σύμφωνα με πρόσφατα ανασκαφικά στοιχεία (2007), είναι πιθανό, τα οικοδομικά κατάλοιπα τα οποία αποκαλύπτονται στην ανασκαφή που διεξάγεται στο πλαίσιο κατασκευής της υποδομής της Νέας Σιδηροδρμικής Γραμμής Υψηλών Ταχυτήτων από Σ.Σ. Λιανοκλαδίου μέχρι Σ.Σ. Δομοκού, στη θέση ’’Παλιοχώρια’’ Δ.Δ. Λυγαριάς του Δήμου Λαμιέων, να ταυτίζονται με την αρχαία Σίδη.



Οι ανασκαφές της ΙΔ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων την τελευταία τριακοντα­ετία έφεραν στο φως τμή­ματα των νεκροταφείων άγνωστων μέχρι σήμερα οικισμών, οι οποίοι θα πρέπει να αναπτύχθηκαν γ ρω απ το ύψωμα ‘’Τύμπανος’’, στα Α του σημερινού χωριού (εικ. 1-2). Τα νεκροταφεία α, σύμφωνα με τα ανασκαφικά δεδομένα, εκτείνονται τουλάχιστον απ το Μπικιόρεμα μέχρι λίγο μετά το ανατολικό ‘όριο του Δημοτικού Διαμερίσματος. Θα πρέπει να σημειωθεί τι σποραδικά τάφοι έχουν αποκαλυφθεί και σε άλλα σημε α στην περιοχή των Κολοβίων και στα ΄Ανω Ρεβένια, οι οπο οι υποδηλώνουν την ταφική χρήση του χώρου των νοτίων απολήξεων της ΄Οθρυος μέχρι τη Λαμία, χωρίς να μπορούν προς το παρ ν να ενταχθούν σε κάποιο οργανωμένο νεκροταφείο.

Η αποκάλυψη των νεκροταφείων στη θέση ‘’Τύμπανος΄΄ σχετίζεται με την εκτέλεση δημόσιων έργων και με την οικοδομική δραστηριότητα στην περιοχή, ενώ οι τάφοι στο Μπικιόρεμα9 (Βαγιανόρεμα) ήρθαν στο φως λόγω της δραστηριότητας των αρχαιοκαπήλων. Η ταφική χρήση του χώρου αυτού είναι αξιοσημείωτα μακρόχρονη καθώς ξεκινά από τους μυκηναϊκούς χρόνους (ΥΕ ΙΙΙΑ εποχή, 1400 π.Χ.) και φθάνει μέχρι τους υστερορρωμαϊκούς -παλαιοχριστιανικούς χρόνους (5ος-6ος αι. μ.Χ.).

Στο Μπικιόρεμα10 ανασκάφτηκαν 11 θαλαμωτοί τάφοι λαξευμένοι στις δύο πλαγιές του ρέματος. Οι μνημειωδέστεροι από αυτούς (εικ. 3),

Σχετικά με την ονομασία του ρέματος βλ. Ι. Μακρής, Σταυρός (Μπεκή)Φθιώτιδας. Η ιστορία του, Λαμία 1998, σ. 74, υποσημ. 4.

Φ. Δακορώνια, ΑΔ 33 (1978) , Χρονικά, σ. 136. F. Dakoronia,, ό. π. (υποσημ. 1), σ. 235 κ. έ.




Εικ. 3. Μυκηναϊκό νεκροταφείο.Ο δρόμος και η είσοδος λαξευτού θαλαμωτού τάφου.


Εικ. 5. Γεωμετρικό νεκροταφείο.Λαξευτός θαλαμωτός τάφος με τα κτερίσματακαι τα οστά στη θέση τους.


Εικ. 6. Υστερορρωμαϊκό – παλαιοχριστιανικόνεκροταφείο. Κεραμοσκεπής καλυβίτης τάφος.


Εικ. 4. Μυκηναϊκό νεκροταφείο. Αλάβαστρο.

ελλειψοειδούς ή ορθογώνιας κάτοψης με επιμήκεις δρόμους, ανήκουν στους μυκηναϊκούς χρόνους. Οι μικρότεροι με ελλειψοειδούς κάτοψης θάλαμο και μικρό ή καθόλου δρόμο αποτελούν

εκφυλισμένη μορφή του ίδιου τύπου και χρονολογούνται στους πρωτογεωμετρικούς χρόνους (β΄ μισό 11ου-10ος αι. π.Χ.), με χρήση σε κάποιες περιπτώσεις μέχρι την αρχαϊκή εποχή (7ος-6ος αι.

π.Χ.). Τα μυκηναϊκά κτερίσματα συνίστανται σε αγγεία  (εικ. 4), κοσμήματα, σφονδύλια, σφραγιδόλιθους, χάνδρες και ένα ειδώλιο τύπου Ψ. Το σημαντικότερο όμως εύρημα αποτελεί ένα

μοναδικό για τον τόπο χρυσό διάδημα, ένδειξη κοινωνικής διαστρωμάτωσης των κατοίκων της περιοχής ,το οποίο εκτίθεται σε περίοπτη θέση στο Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας. Στα πρωτογεωμετρικά κτερίσματα περιλαμβάνονται κυρ ως στην πλειονότητά τους αγγεί α και λιγότερα χάλκινα κοσμήματα, όπως περόνες και μια πόρπη με εγχάρακτη διακόσμηση.

Οι εκσκαπτικές εργασίες για την κατασκευή του νέου αγωγο ύδρευσης στάθηκαν αφορμή για την αποκάλυψη τεσσάρων ακόμη τάφων, τριών θαλαμωτών και ενός κιβωτιόσχημου, του πρωτογεωμετρικού νεκροταφείου11. Οι νεκροί ήταν τοποθετημένοι σε συνεσταλμένη στάση και πλούσια κτερισμένοι με αγγεία μιας ποικιλίας αντιπροσωπευτικών σχημάτων της εποχής (εικ. 5).

Πλούσιο κεραμικό  σύνολο πρωτογεωμετρικής περιόδου προήλθε επίσης από δύο εκφυλισμένους θαλαμωτούς τάφους και τρία ακανόνιστα

11. Μ. -Φ. Παπακωνσταντίνου, ΑΔ 57 (2002), Χρονικά, ΄Εργο ύδρευσης ΔΕΥΑΛ, τροφοδοτικός αγωγός Σταυρού (υπό έκδοση).

λαξε ματα στο οικ πεδο ιδιοκτησίας Δ. Κλειτσάκη 12.



Σε τρία συνεχόμενα οικόπεδα13 με πρόσοψη στην οδ προς το Καρπενήσι αποκαλύφθηκαν εκτεταμένα τμήματα του υστερορρωμαϊκο ­παλαιοχριστιανικό νεκροταφείου . Οι τάφοι ήταν ορθογώνια ή ελλειψοειδή ορ γματα λαξευμένα στο σχιστολιθικό  βράχο της με η χωρίς περιχείλωμα με προσανατολισμό Α-Δ στο εσωτρικό πολλών από αυτά είχαν κατασκευασθεί κερα­μοσκεπε ς καλυβ τες τάφοι (εικ. 6). Οι περισσότεροι περιείχαν νεκρούς τοποθε­τημένους εκτάδην με το κρανίο προς τα Δ. ΄Ηταν όλοι ακτέριστοι, εκτός από έναν που περιείχε ταφή μικρο κορίτσι με δύο ασημένια ενώτια14 (εικ. 7). Αυτό το εύρημα, σε συνδυασμό με τον τρόπο κατασκευής των τάφων και την απουσία κτερισμάτων, που συνάδει με την ένδεια που σημειώνεταιστον ελλαδικ χ ρο κατά την περ οδο της σλαβικής εισβολής, επιτρέπουν την τοποθέτηση της χρήσης του νεκροταφείου στον 5ο – 6ο αι. μ.Χ. Μεταξύ των τάφων του υστερορρωμαϊκού-παλαιοχριστιανικού νεκροταφείου ερευνήθηκαν δύο τάφοι κλασικής εποχής με κτερίσματα μια μελανόμορφη λήκυθο και μια μελαμβαφή αλατιέρα ο ένας15, και μια μόνωτη μελαμβαφή φιάλη ο άλλος16 (εικ. 8). Σε γειτονικό προς αυτά

1.        Μ. – Φ. Παπακωνσταντίνου, ΑΔ 47 (1992), Χρονικά, σ. 186. Αικ. Σταμούδη, ΑΔ51 (1996), Χρονικά, σ. 314 κ. ε.

2.        Φ. Δακορώνια, ΑΔ 47 (1992), Χρονικά, οικ. Γ. Κρεμενιώτη, σ. 185 κ. ε. Μ. – Φ.Παπακωνσταντίνου, ΑΔ 55 (1999), Χρονικά, οικ. Ν. Παπανάγνου (υπό έκδοση). Μ. – Φ.Παπακωνσταντίνου, ΑΔ 58 (2002), Χρονικά, οικ. Ν. Κουνούκλα (υπό έκδοση).

3.        Ό.π. (υποσημ. 13), οικ. Ν. Κουνούκλα, τάφος ΧVI.

4.        Ό. π. (υποσημ. 13), οικ. Ν. Παπανάγνου, τάφος ΙΙ,

΄Ο..π. (υποσημ. 13), οικ. Γ. Κρεμενιώτη, τάφος ΙΙ, σ. 185


Εικ. 7. Υστερορρωμαϊκό – παλαιοχριστιανικόνεκροταφείο. Ζεύγος ασημένιων ενωτίων


Εικ. 8. Κλασικό νεκροταφείο. Μελανόμορφη λήκυθος, μόνωτη μελαμβαφής φιάλη,μελαμβαφής αλατιέρα.


Εικ. 9. Ρωμαϊκό νεκροταφείο. Πρόχοι


Εικ. 10. Γεωμετρικό νεκροταφείο. Τριφυλλόσχημες οινοχόες



λάξευμα, το οποίο δεν είναι βέβαιο αν αποτελο σε τάφο, βρέθηκε ένα χάλκινο περίαπτο σχήματος ροδιο αρχα κ ν χρ νων (7ος-6ος αι. π.Χ.), εν ςτ που που βρ σκεται συνήθως στη Θεσσαλία17.

Βορει τερα, σε μικρή απόσταση από τους πρωτο­γεωμετρικο ς τάφους που αποκαλύφθηκαν στην τάφρο του αγωγού, ήρθαν στο φωςδύο τάφοι (ορθογώνιοι λάκ­κοι με περιχείλωμα) ύστερων ελληνιστικών -ρωμαϊκών χρόνων 18 (εικ. 9).

Συνολικά ανασκάφτηκαν τέσσερις τάφοι μυκηναϊκής εποχής, είκοσι πρωτογεω­μετρικής εποχής, δύο κλασικής εποχής, δ ο ρωμαϊκής εποχής και ενενήντα υστερορρωμαϊκών – παλαιοχριστιανικών χρόνων.

Η σημασία των μυκηναϊκών τάφων έγκειται στο γεγονός ότι αποτέλεσαν το πρώτο και το πλουσιότερο μέχρι στιγμής εύρημα της εποχής αυτής στην κοιλάδα. Οι πρωτογεωμετρικοί τάφοι απέδωσαν μεγάλο αριθμό πήλινων αγγείων που συγκροτούν ένα αξιόλογο σύνολο προς μελέτη και σύγκριση με τα υπόλοιπα ανάλογα ευρήματα από την περιοχή και όχι μόνο. Σημειώνεται η περιορισμένη σχετικά με άλλες γεωμετρικές θέσεις παρουσία μετάλλινων κτερισμάτων καθώς και η απουσία –πλην ενός παραδείγματος -κιβωτιόσχημων τάφων. Οι πολυάριθμοι υστερορρωμαίκο -παλαιοχριστιανικο τάφοι, με τις ακτέριστες στη συντριπτική πλειονότητα τους ταφές, πλουτίζουν τις γνώσεις μας σε ότι αφορά τη μελέτη των ταφικών εθίμων και σηματοδοτούν το μεγαλύτερο ανασκαφέν νεκροταφείο αυτής της εποχής στην κοιλάδα και την ευρύτερη περιοχή της.

1.        ΄Ο. π. (υποσημ. 16).

2.        Μ. – Φ. Παπακωνσταντίνου, ΑΔ 58 (2002), Χρονικά, Δ.Δ. Σταυρού, θέση‘’Τύμπανος’’ ( υπό έκδοση).



Λόγω του όγκου και της ποικιλίας του πρωτογεωμετρικού υλικού και

συγκεκριμένα της κεραμικής, θα επιχειρήσουμε μια πρώτη προσέγγισή του. Τα χαρακτηριστικά του κεραμικού συνόλου που απέδωσε το πρωτογεωμετρικό νεκροταφείο στον ‘’Τύμπανο’’ παραπέμπουν στον θεσσαλοευβοϊκό κύκλο και συνάδουν με την μέχρι σήμερα εικόνα από το σύγχρονο δημοσιευμένο υλικό από άλλες περιοχές της κοιλάδας, όπως η Λαμία19, η Ταράτσα20 και η Στυλίδα21. Η τριφυλλόσχημη οινοχόη (εικ. 10) παραμένει ένα από τα δημοφιλέστερα σχήματα, ενώ ο αμφορίσκος, το μόνωτο κύπελλο, ο σκυφοειδής κρατήρας και ο σκύφος αντιπροσωπεύονται με 1-2 παραδείγματα. Υπογραμμίζεται η παρουσία δ ο τυπικών θεσσαλικών σχημάτων σπάνιων στην κοιλάδα, της οπισθότμητης πρόχου και του σκύφου με τις κάθετα ανυψωμένες λαβές. Το μεγαλ τερο μέρος του υλικο χρονολογε ται στην υπο­πρωτογεωμετρική εποχή (9ος -α΄ μισό 8ου αι. π.Χ.). Στις περισσότερες περιπτώσεις αμελές θαμπό μελανό γάνωμα καλύπτει ολόκληρη την επιφάνεια του αγγείου. Μια μικρή σχετικά ομάδα φέρει γραπτή διακόσμηση, όπως ομόκεντρα ημικύκλια και άλλα γεωμετρικά σχήματα διατεταγμένα σε μετώπες. Τα λοιπά λιγοστά παραδείγματα φέρουν τυπικά υστερογεωμετρικά διακοσμητικά θέματα που μαρτυρούν, εκτός άλλων, το ευρύτερο άνοιγμα της περιοχής σε έμμεσες ή άμεσες επιρροές, πέραν των ορίων του γεωγραφικο χώρου στον οπο ο ανήκει. Αξιοσημείωτη είναι η κατηγορία των χειροποίητων οικιακών σκευών,

όπως είναι οι χυτροειδείς αμφορείς (εικ. 11), κατασκευασμένοι με τηνLederware ή Burnished Ware τεχνική, συνηθισμένη στην Κεντρική Ελλάδα κατά την πρώιμη εποχή του Σιδήρου22.

Το νεκροταφείο  στον Τύμπανο χρησιμοποιείται απ τους μυκηναϊκούς έως του υστερορρωμαϊκούς χρόνους με έμφαση, από τα μέχρι τ ρα διαθέσιμα στοιχεία, στην πρωτογεωμετρική και υστερορρωμαϊκή εποχή. Η διαχρονική χρήση του μαρτυρεί και τη συνεχή κατοίκηση του χ ρου. Η παντελής όμως σχεδόν απούσα ενδείξεων για ταφές κατά την ύστερη κλασική και την ελληνιστική περίοδο, αν δεν οφείλεται στην αποσπασματική διερεύνηση του χώρου ή στη μετατόπιση του νεκροταφείου σε άλλη θέση, ενισχύει την άποψη 23για το συνοικισμό των κατοίκων της περιοχής, μαζί με άλλους απ ανάλογους σύγχρονους οικισμούς γύρω από τη σημαντικότερη γειτονική οχυρή θέση, το Κάστρο της Λαμίας, για να δημιουργήσουν στα τέλη



1.        Φ. Δακορ νια, Το έργο της ΙΔ΄ Εφορε ας Προ στορικ ν και Κλασικ ν Αρχαιοτήτων από το 1990 έως το 1998. Πρακτικά 1ης Επιστημονικής Συνάντησης ‘’Το ΄Εργο των Εφορειών Αρχαιοτήτων και Νεωτέρων Μνημείων του ΥΠ.ΠΟ στη Θεσσαλία και την ευρύτερη περιοχή της’’ (1990-1998), Βόλος 1998, (Βόλος 2000), σ. 14.

2.        Αικ. Σταμο δη, Ταράτσα – Αγ α Παρασκευή. να πρωτογεωμετρικ νεκροταφε ο σε προάστιο της σ γχρονης Λαμ ας. Πρακτικά 1ης Επιστημονικής Συνάντησης ‘’Το ΄Εργο των Εφορειών Αρχαιοτήτων και Νεωτέρων Μνημείων του ΥΠ.ΠΟ στη Θεσσαλία και την ευρύτερη περιοχή της’’ (1990-1998), Βόλος 1998 (Βόλος2000), σ. 39 κ. ε.

3.        F. Dakoronia, ό. π. (υποσημ. 1), σ. 233 κ. ε.

4.        Αικ. Σταμούδη, ό. π. (υποσημ. 12) σ. 315, υποσημ. 15.





Εικ. 11. Γεωμετρικό νεκροταφείο. Χειροποίητα αγγεία

 

Μαρία -Φωτεινή Παπακωνσταντίνου

Αρχαιολόγος, Δ/ντρια ΙΔ΄ Εφορίας Προϊστορικών & Κλασικών Αρχαιοτήτων

ΠΗΓΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ
www.hellinon.net/

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΘΕΜΑΤΟΣ kaliterilamia.gr
Share on Google Plus

Σχετικά με Καλύτερη Λαμία

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου