Η ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΛΑΜΙΑ


Η φιλοξενία (ετυμολoγία από το φιλώ (= αγαπώ) + ξένος) αναφέρεται στην πράξη της περίθαλψης και φροντίδας ενός ξένου στο σπίτι κάποιοu

Ήταν θεσμός για τους αρχαίους να υποδέχονται και να περιποιούνται τους ξένους στο σπίτι τους. Πίστευαν ιδιαίτερα στην ιδέα της φιλοξενίας και την θεωρούσαν ηθικό χρέος και ιερό κανόνα των θεών (προστάτης ο Ξένιος Ζευς). Γι' αυτό και οι ξένοι, ως σταλμένοι από τους θεούς, θεωρούνταν πρόσωπα ιερά, τιμημένα και σεβαστά.

Αυτή η αντιμετώπιση των ξένων ξεκίνησε από την πίστη ότι οι ίδιοι οι θεοί, μεταμορφωμένοι, τους επισκέπτονταν για να ελέγξουν ποιοι άνθρωποι τηρούν τους θρησκευτικούς κανόνες και υπακούν στους νόμους και ποιοι όχι (υβριστές). Επιπλέον, ο τρόπος ζωής των Ελλήνων (ταξίδια, εμπόριο, πόλεμοι) είχε αποτέλεσμα να βρίσκονται στους δρόμους, σε ξένους τόπους, με μεγάλη ανάγκη για στέγη , βοήθεια ή προστασία. Με το θεσμό, λοιπόν, της φιλοξενίας, έβρισκαν και οι ίδιοι αυτά που ζητούσαν. Εξάλλου, οι ξένοι ήταν καλοδεχούμενοι, γιατί ήταν για πολλούς η μόνη επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο και πηγή πληροφοριών λόγω της έλλειψης μέσων επικοινωνίας.

Σε απόσπασμα του Θουκυδίδη (Περικλέους Επιτάφιος), ο Περικλής αναφέρει ότι οι Αθηναίοι διατηρούσαν την πόλη τους ανοικτή σε όλους, δεν έδιωχναν τους ξένους και δεν τους εμπόδιζαν να γνωρίσουν τον πολιτισμό της Αθήνας. Mε τον όρο «ξένοι», ο Περικλής εννοεί τους υπόλοιπους Έλληνες, πλην των Αθηναίων και όχι τους αλλοεθνείς. Oι μέτοικοι στην Αρχαία Αθήνα ήταν Έλληνες από άλλες πόλεις και όχι αλλοεθνείς (βάρβαροι, κατά την αρχαία ελληνική ορολογία)

Οι ηθικές υποχρεώσεις της φιλοξενίας ήταν
Να προσφέρεται σε κάθε περαστικό, ανεξάρτητα από την κοινωνική του θέση, την οικονομική του κατάσταση ή την πολιτική του θέση.
Να αντιμετωπίζονται όλοι με τον ίδιο σεβασμό.
Να μην σηκώσουν ποτέ όπλα ο ένας ενάντια στον άλλο (ξενιστής – ξένος). Η υποχρέωση αυτή δέσμευε και τους απογόνους τους.

Οι υλικές υποχρεώσεις ήταν
Να υποδεχτούν και να περιποιηθούν τον ξένο.
Να του προσφέρουν γεύμα.
Να του προσφέρουν λουτρό και ύπνο
Στο τέλος της παραμονής του να τον αποχαιρετήσουν με ευχές και δώρα (ξένια δώρα). Έτσι ο οικοδεσπότης (ξενιστής) κι ο φιλοξενούμενος (ξένος) συνδέονταν με δεσμούς φιλίας, που κληρονομούνταν και στους απογόνους τους.


Στην Αρχαία Ελλάδα η φιλοξενία εθεωρείτο πράξη αρετής. Τους ξένους προστάτευαν ο Ξένιος Δίας και η Αθηνά η Ξενία, όπως και οι Διόσκουροι Κάστωρ και Πολυδεύκης. Υπήρχε θεία απαίτηση για την περιποίηση των ξένων και εθεωρείτο αμάρτημα η κακή αντιμετώπισή τους. Η φιλοξενία ακολουθούσε μία ιεροτελεστία και παρέχονταν σε κάθε ξένο, ο οποίος ανεξάρτητα από την τάξη που ανήκε, μπορούσε να μείνει σε ειδικό δωμάτιο στον «ξενώνα».

Η φιλοξενία είχε σημαντική κοινωνική δύναμη, διότι μπορούσε να συνδέσει άτομα οποιασδήποτε τάξης, ακόμη και απλούς πολίτες με βασιλιάδες. Στα χρόνια του Ομήρου, σε όποιο σπίτι και αν πήγαινε ένας ξένος, θα έβρισκε φιλοξενία. Κάτι τέτοιο αφορούσε όλες τις Πόλεις Κράτη της Ελλάδας, αν και οι Θεσσαλοί και οι Αθηναίοι φημίζονταν ειδικά για τα φιλόξενά τους αισθήματα. Ο ξένος βέβαια της εποχής του Ομήρου δεν ήταν τουρίστας, αλλά αγγελιοφόρος, εξόριστος, ταξιδιώτης, κλπ.

Η αποδοχή ενός ξένου για φιλοξενία λεγόταν «εστιάν» ή «ξενίζειν» ή «ξενοδοχείν». Ο ξένος με την άφιξή του έκανε ευχές στην οικογένεια που τον φιλοξενούσε και στην αναχώρηση δεχόταν δώρα. Όταν εμφανιζόταν ένας ξένος, ο κύριος του σπιτιού ή στην περίπτωση σύμφωνα με τους αρχαίους Έλληνες «ξενοδόχος» ή «στεγανόμος», ή «εστιοπάμμων» ή «ναύκληρος», τον προσκαλούσε στο σπίτι του και παρέθετε γεύμα προς τιμή του.


H πρόσκληση σε γεύμα λεγόταν «επί ξενία καλείν». Ο ξένος μετά από το καθιερωμένο λουτρό, φορούσε τα πολυτελή ενδύματα που του προσέφερε ο οικοδεσπότης και στη συνέχεια καθόταν τιμητικά σε θρόνο. Το γεύμα συνήθως διαρκούσε πολύ, ενώ στη συζήτηση συμμετείχε και η οικοδέσποινα. Ο ξένος μετά από τα γεύματα έλεγε κάποια ιστορία ή κάποιο ανέκδοτο. Στην περίπτωση που κάποια ημέρα της φιλοξενίας δεν έτρωγε μαζί με τον ξενοδόχο του, τότε αυτός του έστελνε τρόφιμα στον ξένο του.

Στους πρώτους ιστορικούς χρόνους βελτιώθηκαν οι συγκοινωνίες με αποτέλεσμα την ανάπτυξη του εμπορίου. Οι πολιτείες και οι κοινωνίες ήκμαζαν, όπως επίσης οι επιστήμες και οι τέχνες. Τα ταξίδια τότε έγιναν συχνά και πήραν μαζικό χαρακτήρα σε περιόδους αγώνων και εορτών. Οι ελληνικές πόλεις, σε περιπτώσεις εορτών, αθλητικών εκδηλώσεων και πανηγυρισμών, εκτός από το πλήθος των επισκεπτών, δέχονταν και αντιπροσωπείες από άλλες πόλεις. Τότε με τη μεσολάβηση της πολιτείας, η φιλοξενία ανατέθηκε σε ορισμένους πολίτες οι οποίοι αντιπροσώπευαν την πόλη, οπότε δημιουργήθηκε ο θεσμός της δημόσιας φιλοξενίας. Η δημόσια φιλοξενία συνήθως δημιουργούσε ισχυρούς δεσμούς ανάμεσα στις πόλεις, με αποτέλεσμα να συνάπτονται συνθήκες αμοιβαίας φιλοξενίας.

Την προστασία των ξένων σε κάθε πόλη επέβλεπαν οι «πρόξενοι», δηλαδή οι επίσημοι αντιπρόσωποι των άλλων πόλεων, μετά από ειδική συνθήκη που υπογράφονταν για αυτό. Έτσι δημιουργήθηκε ο θεσμός της «προξενίας». Ο θεσμός της προξενίας ισχυροποιήθηκε από την καθιέρωση των νομισμάτων σαν ανταλλακτικό ενδιάμεσο και από την διάδοση της γραφής και οδήγησε σε συνθήκες φιλίας πολλές ελληνικές πόλεις, αλλά και ελληνικές με ξένες πόλεις επίσης. Η συνθήκη προξενίας, συντάσσονταν και χαράσσονταν σε μαρμάρινες στήλες, ενώ ορισμένες φορές οι εκπρόσωποι αντάλλασσαν σύμβολα αμοιβαίας αναγνώρισης, όπως συνηθίζονταν στην περίπτωση της ιδιωτικής ξενίας. Την εποχή αυτή, η λέξη «ξενία», πολλές φορές χρησιμοποιήθηκε για να εκφράσει την έννοια της φιλίας. Σταδιακά δε ο θεσμός της προξενίας έβαλε τις βάσεις για να διαμορφωθεί και να λειτουργήσει ένας τύπος διεθνούς δικαίου μεταξύ των πόλεων -κρατών.

Κάθε καλεσμένος μπορούσε να φέρει όποιον ήθελε σε γεύμα. Αυτή n συνήθεια γέννησε μάλιστα μια ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων, στην οποία έδωσαν το περιφρονητικό παρατσούκλι “παράσιτα”. Ο Πλούταρχος έγραψε ένα ολόκληρο κεφάλαιο αφιερωμένο στο πρόβλημα: ως ποιο Βαθμό μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς αυτό το δικαίωμα χωρίς να ξεπεράσει τα όρια της καλής συμπεριφοράς.

Στο “Συμπόσιο” ο Πλάτων διηγείται ότι ο Αριστόδημος συνάντησε τον Σωκράτη με επίσημο ένδυμα και μαθαίνοντας ότι πηγαίνει στο τραπέζι του Αγάθωνα, αποφάσισε να τον συνοδεύσει αν και δεν ήταν καλεσμένος. Στο δρόμο ο Σωκράτης, απασχολημένος καθώς ήταν με ένα φιλοσοφικό πρόβλημα, Βράδυνε το βήμα του. Ο Αριστόδημος δεν παρατήρησε ότι ο φιλόσοφος έμεινε πίσω και μπήκε μόνος στο σπίτι του Αγάθωνα. Παρ’ όλα αυτά δεν βρέθηκε σε δυσάρεστη θέση: οι θύρες ήταν διάπλατα ανοιχτές, και ένας δούλος τον οδήγησε αμέσως στην τραπεζαρία, όπου ο Αγάθωνας τον υποδέχτηκε με μεγάλη χαρά, λέγοντάς του ότι ήθελε να τον καλέσει προσωπικά, μα δεν μπόρεσε να τον βρει.


Μόλις οι προσκαλεσμένοι έμπαιναν στο σπίτι, οι δούλοι τούς έβγαζαν τα υποδήματα. Θεωρούνταν αταίριαστο να κυκλοφορεί κανείς μέσα στο σπίτι με τα πέδιλα με τα οποία βάδιζε στο δρόμο. Πριν καθίσουν οι καλεσμένοι στο τραπέζι, τους έπλεναν και τους αρωμάτιζαν τα πόδια.

Μα ούτε κι ύστερα απ’ αυτή τη διαδικασία ήταν ωραίο να ρίχνεται κανείς στο φαγητό. Προηγούμενα οι καλεσμένοι περιφέρονταν στα δωμάτια, θαύμαζαν τα έπιπλα και τα αντικείμενα διακόσμησης και επαινούσαν την καλαισθησία του νοικοκύρη. Οι Έλληνες έδιναν μεγάλη σημασία στους καλούς τρόπους. Αυτό ζητούσε n εθιμοτυπία. Η συνήθεια να τρωει κανείς ξαπλωμένος, αν και άγνωστη στην ομηρική εποχή, ήταν παρ’ όλα αυτά πολύ παλιά, όπως αποδεικνύεται από τα ζωγραφισμένα αγγεία του 7ου αιώνα.

Σε κάθε κρεβάτι κάθονταν δυο άνθρωποι. Ξαπλώνονταν ακουμπώντας με τον αριστερό αγκώνα σε μαξιλάρι, έτσι που το στήθος τους ήταν μισοσηκωμένο. Αφού καθόταν όλος ο κόσμος, οι υπηρέτες έχυναν νερό στους καλεσμένους τους για να πλύνουν τα χέρια τους. έπειτα έφερναν κάτι τραπεζάκια χαμηλά, πάνω στα οποία ήταν έγκαιρα τακτοποιημένα τα φαγητά. ‘Έφερναν τόσα τραπεζάκια όσα κρεβάτια ήταν στην αίθουσα, δηλαδή σε κάθε τραπεζάκι έτρωγαν δύο άνθρωποι. Οι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν πιρούνια και μαχαίρια. Κουτάλια είχαν, αλλά προτιμούσαν να τα αντικαθιστούν με μια κόρα ψωμί. Το φαγητό το έπιαναν με τα χέρια. Τις μερίδες τις σέρβιραν ψιλοκομμένες για να πιάνονται εύκολα.

Η φιλοξενία στη Λαμία

     ΘΕΜΙΣΤΙΟΣ (σελήνη Νοέμβριου) αποκαλούσαν το διάστημα από τα μέσα περίπου του σημερινού Νοεμβρίου (στη νέα σελήνη) μέχρι τα μέσα του σημερινού Δεκεμβρίου και μετρούσε τριάντα μία ημέρες. Ήταν περίοδος δικαστική και ήταν εξαιρετικά αφιερωμένη στον πάτερα των Θεών και ανθρώπων, τον Ξένιο Δία, Ναός και βωμός του οποίου υπήρχε στην περιοχή που περικλείεται από τις οδούς: Βύρωνος- Έσλιν- Σατωβριάνδου και Πατρόκλου, λίγο μέσα από το νοτιοδυτικό τείχος της πόλης.

     Ο Ξένιος Δίας για τους αρχαίους Λαμιείς, λειτουργούσε με το αναφερόμενο στην Οδυσσεια Ζ΄-207:

‘’Προς γαρ Διος εισίν άπαντες ξείνοι τε πτωχοί τε’’.

     Η φιλοξενία εκείνη, δεν αναφερόταν μόνο στις σχέσεις που ενώνουν για πολλές οικογένειες που κατοικούν μεν μακριά η μία από την άλλη, σμίγουν δε σε κάποια χρονικά διαστήματα από αίτια κυρίως θρησκευτικά, αλλά είχε γενικότερη και ευγενέστερη υπόσταση και ήταν συνέχεια κατά κάποιον τρόπο της προηγούμενης περιόδου, αφού η φιλοξενία του Ξενίου Διός έπρεπε να προσφέρεται χωρίς διάκριση προς όλους ανεξαιρέτως, γνωστούς και αγνώστους και πιο πολύ σε φτωχούς και σε ζητιάνους, πολλοί από τους οποίους ήταν και ραψωδοί.

Η συνήθεια αυτή κρατήθηκε αναλλοίωτη στη Λαμία μέχρι και μετά τη γερμανική κατοχή, οπότε άρχισε να ατονεί μέχρι που χάθηκε, ύστερα από την αλλοίωση του πληθυσμού της πόλης με την είσοδο και εγκατάσταση σ΄ αυτήν των καταδιωκόμενων.

     Αγαπημένο ιστόρημα στην αρχαία Λαμία αυτήν την εποχή ήταν το αφηγούμενο την φιλοξενία του Διός και του Ερμού από τα δύο γεροντάκια Φιλήμονα και Βαυκίδα. Την περίοδο αυτή διεξάγονταν και μεγάλες δίκες, που είχαν χαρακτηριστικό τους την απόδοση απόλυτης δικαιοσύνης. Γι΄ αυτό και στις εορταστικές εκδηλώσεις αυτή την περίοδο, που ήταν και πολυποίκιλες, τιμούσαν ιδιαίτερα το ήθος, την τάξη, το δίκαιο, το νόμιμο, το ορθό, το όσιο και ξεχωριστά το ισχύον έθος, με ιδιαίτερα βραβεία.
Γαλουχημένοι με τις προαναφερόμενες αρχές και οι Λαμιείς δικαστές, διακρίθηκαν σε Αμφικτυονικά Συνέδρια για το απόλυτο ορθό, δίκαιο και αντικειμενικό τους πνεύμα, γι΄ αυτό και τιμήθηκαν κατ΄ επανάληψη με χρυσά βραβεία.

      Στις εκδηλώσεις προσφέρονταν θυσίες για καλή σπορά, για αποδοχή από τον Δία της προσφερόμενης γενικά φιλοξενίας και παντού κυριαρχούσε η διανομή βρασμένων πολύσπορων και μια εξαιρετική ποικιλία αρτοσκευασμάτων.

ΠΗΓΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ
el.wikipedia.org
www.ellinikoarxeio.com
anihneftes.wordpress.com

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΘΕΜΑΤΟΣ kaliterilamia.gr
Share on Google Plus

Σχετικά με Καλύτερη Λαμία

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου