«ΜΟΣΧΑΡΑΚΙ…ΕΛΕΥΘΕΡΑΣ ΒΟΣΚΗΣ…!» ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ Κ. ΜΩΚΟΥ


     -Εγώ πατέρα να ξέρεις ,σχολείο δεν ξαναπάω!.

 Παλικαράκι στα 13 του ο Γιαννάκης, τζαναμπέτης, κακομαθημένος, γκρινιάρης και…δυσκοίλιος στις πατρικές προσταγές, γύρισε απ’το σχολείο, πέταξε την τσάντα με τα τετράδια στο κρεατοκούτσουρο στο χασάπικο του πατέρα του και το δήλωσε καθαρά: -

-Δεν μ’αρέσει, δεν γουστάρω, εγώ θέλω να γίνω σαν εσένα και τον παππού. Το σχολείο είναι για…χαζούς, εγώ σχολείο δεν ξαναπάω!.

     «Κρεοπωλείον τα ωραία Άγραφα» έγραφε η ταμπέλα κι’από κάτω «Έτος ιδρύσεως 1952». Εξ Αγράφων Ευρυτανίας, ο παππούς ο Γιάννης, τσοπάνος ο πατέρας του, τσοπανάκι κι’ο ίδιος, κανάκευαν καμιά 150αριά πρόβατα, αρμεγαν το γάλα, έπηζαν το τυρί, μεταπολεμικά τα χρόνια, δύσκολες οι εποχές, μέρα νύχτα στο μαντρί, στη…βουνιά και την…γκαβαλίνα, νύχτα με νύχτα, ζωή μίζερη κι’ανυπόφορη.

                   Ζύγιασε τα πράγματα,τα καλά και τ’άσχημα και πήρε την απόφαση.

Πούλησε το κοπάδι και κατέβηκε στην Αθήνα. Σκέφτηκε να αγοράσει θυρωρείο (όλοι τότε το είχαν…όνειρο, πουλούσαν ό,τι είχαν και δεν είχαν στα χωριά και γινόντουσαν θυρωροί στην πρωτεύουσα!), το καλοσκέφτηκε και αποφάσισε:

-Ρε σύ, τι δουλειά ξέρω; Μόνο από ζώα κι΄άλλο τίποτα. Από σφάξιμο, γδάρσιμο και τα υπόλοιπα. Τι γυρεύω να πάω να μπλέξω με θυρωρεία και σαχλαμάρες; Δεν ανοίγω χασάπικο; Τη δουλειά την ξέρω, τι έχω να χάσω;

      Το είπε και το έκανε. Και πέρασαν τα χρόνια, γέρασε κι’ο μπαρμπα Γιάννης και το μαγαζί πέρασε στα χέρια του μοναχογιού του του Θανάση.

      Σωστός και επαγγελματίας τώρα ο Θανάσης ανέλαβε τα κουμάντα, έστρωσε πελατεία κι΄όλα καλά και άγια.

  Ήτανε τώρα ένα στρουμπουλό γειτονοκόριτσο με το όνομα Φρόσω που ψώνιζε στο μαγαζί, τον έσφιξαν και τα …γάλατα τον δικό σου, είπε μέσα του:

-Ρε συ, καλό,μικρό  κι’ ομορφοκόριτσο; Δεν την παίρνω;

      Και την πήρε. Πάνω στον χρόνο, νά’σου κι’ό διάδοχος. Και τον βάφτισε Γιάννη.

          Ποδιά απ’το λαιμό ως τα μπούνια…καρώ τραπεζομάντηλο! ο Θανάσης, μουστακάκι τσιγκελωτό, πρόσχαρος κι’ευγενικός, το μαγαζί στην πάστρα και στην βιτρίνα ταμπέλες: «Κρέατα γνήσια ελληνικά! και εντόπια!» «Κόπτεται κιμάς παρουσία του πελάτου!» και άλλα…τέτοια.

                      Ητονε τώρα στο μαγαζί κανά δυό πελάτες, είδανε τον Γιαννάκη να…γκρινιάζει, δεν έδωσαν βάση (δεν βαριέσαι παιδί είναι!), ψώνισαν, πλήρωσαν, έφυγαν, μπήκε και η κυρά Ειρήνη, γειτόνισσα με κάτι κρεμαστά προγούλια…αγελαδινά, χοντρέλω, ίσα με καμιά 80αριά κιλά, σαν παλαιστής του …σούμο και παρήγγειλε:

-Κυριε Θανάση, ένα κιλό κιμά 50%-50% μοσχαρίσιο –χοιρινό και στη μηχανή μια…περασιά για ντολμάδες!, για τα παιδιά ε!, ξέρεις εσύ. (Όλο για τα παιδιά και τα παιδιά, το ίδιο τροπάριο έλεγε, αλλά…χλαπάκιαζε η ίδια, μέχρι που είχε γίνει σαν φώκια!). Ήξερε και τον μικρό απ’τη γειτονιά.

-Τι κάνεις Γιαννάκη, τι κάνει η μαμά σου;

      Ψιλομουτσούνιασε ο πιτσιρικάς (πάντα έτσι έκανε όταν την έβλεπε) ίσα που…στα δόντια ψιλοξεστόμισε ένα:

-Καλά, καλά..Και… έστριψε.

      Ξεψάχνιζε ένα μπούτι από προβατίνα ο πατέρας του, τέλειωσε, τακτοποίησε κάνα δυό σφαχτά στο ψυγείο και γύρισε προς το μέρος του.

-Τι είπες Γιάννη μου,τι είπες παιδί μου πρωτύτερα, για ξαναπέστο να τ’ακούσω.

-Να, ρε μπαμπά δεν θέλω, δεν μ’αρέσει, δεν το θέλω το σχολείο, δεν ξαναπάω. Εγώ, μ’αρέσει εδώ στα κρέατα όπως ο παππούς κι’εσύ.

     Τον στραβοκοίταξε ο Θανάσης, είπε να του κατεβάσει κανένα καντήλι, να του αστράψει τίποτα…σφάλιαρους, αλλά κρατήθηκε.

 -Καλώς παιδί μου, χασάπικο θέλεις, χασάπικο θά’χεις.Από αύριο το πρωί στις 6 μαζί μου στα σφαγεία και ύστερα στο μαγαζί.

       Και γύρισαν σπίτι, είπε ο Θανάσης τα καθέκαστα στην γυναίκα του την κυρα Φρόσω, κούνησε το κεφάλι εκείνη, μοναχογιός ο Γιαννάκης (του είχε και..αδυνα μία) και είπε:

-Εντάξει Θανάση μου, εσύ ξέρεις, ό,τι θέλει το παιδί, δεν θα χαθούμε δα, έναν τον έχουμε.

      Και μπήκε το…τραίνο στις ράγες, από τα ξημερώματα στα σφαγεία και στη συνέχεια στο μαγαζί ο Γιάννης, κοίταζε τον πατέρα του πως έκοβε τα κρέατα, μέχρι που έμαθε την τέχνη και έπαιζε την…τσατίρα στα δυο δάκτυλα.

      Μεγάλωνε ο Γιάννης, πήγε φαντάρος, γύρισε, γερνούσε ο κυρ Θανάσης και έδωσε τα…ηνία στον γιό. Άσσος στα μέσα και στα έξω της πιάτσας ο Γιάννης, μέχρι που έκανε κάτι…κονέ, κάτι…κολλεγιές μυστήριες και άρχισε κάτι…περίεργες …εισαγωγές.

       Και τον συμβούλευε ο πατέρας του:

-Κοίτα παιδί μου, πολύ ανοίχτηκες,να προσέχεις τη δουλειά, να είσαι έντιμος και καθαρός.Το μαγαζί έχει ψυχή. Πενήντα χρόνια ο παππούς σου κι εγώ δεν ντροπιαστήκαμε. Καλλίτερα να σου βγει το μάτι παρά το όνομα. Αυτά έχω να σου πω.Έχε τον νου σου. Και να θυμάσαι τα λόγια του μακαρίτη του παππού σου: «Ου καθένας απ’του κλιτσί τ’κρέμιτι!», (Ο καθένας είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του!).

              Ο Γιάννης το βιολί του: Κάτι μοσχάρια, κάτι ζυγούρια,κάτι ερίφια απ’τη Βουλγαρία και τα Σκόπια μισοτιμής κι’ασφράγιστα και όλα πήγαιναν πρίμα.Πολλά τα κρέατα, μέχρι που έσιαξε και κρυφό διπλοψυγείο! (μπροστά τα ντόπια και  τα σφραγισμένα και…πίσω τα εισαγωγής ψιλοψοφίμια και ασφράγιστα!) .Πιέννες το μαγαζί, πολύ το…χαρτί, ωραίες τιμές και κόσμος…μυρμηγκιά. 

Καμάρωνε η κυρα Φρόσω: -

 -Ο Γιαννάκης μου …μεγαλέμπορας στα κρέατα!, το χρυσό μου!

  Έλεγαν και κάτι κυράδες:

-Πολύ τρυφερό και νόστιμο το μοσχάρι σας κύριε Γιάννη.Μπράβο.

 -Τι λέτε κυρία μου, έτσι είναι τα μοσχάρια ελευθέρας βοσκής ανταπαντούσε εκείνος.

         Και έλεγε μέσα του:

- Πού νά’ξέρατε τι…παλιομούσκαρα και τι παλιογέλαδα τρώτε!

       Φούσκωνε η τσέπη του Γιάννη, μεγάλωνε κι’η…μύτη του, να κάτι θηλυκά, κάτι νυχτοσουλάτσα, κάτι ποκίτσες, κάτι ψιλοδωράκια στην αγρονομία και κάτι φακελλάκια…γκαστρωμένα στον αρχικτηνίατρο, να τον ειδοποιεί… ντε, όταν έρχονταν έλεγχος ,ώστε να παίρνει τα μέτρα του.

     Όλα μέλι γάλα και πέρναγε ο καιρός, παρκάριζε ο Γιάννης και την mercedes  μπροστά στο μαγαζί (τις περισσότερες mercedes τις έχουν κρεατέμποροι!),πήρε και δυο βοηθούς κι’αυτός πούλαγε διευθυντιλίκι.

      Αυτά μέχρι εκείνο το πρωινό που…κοιμήθηκε ο Θεός και έσκασε η επιτροπή.

-Έκτακτος υγειονομικός έλεγχος από το Υπουργείο. Παρακαλώ τα τιμολόγια, τα χαρτιά σας και ανοίχτε το ψυγείο. Από δω ο κύριος Διευθυντής της Κτηνιατρικής από τα κεντρικά του ΕΦΕΤ. Είστε ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης;

      Έβλεπε κι’ακουγε ο Γιάννης και δεν πίστευε!. Του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, κάτι σαν …ντουβρουντζάς, σαν…μπούρμπουλας, σαν …ταμπλάς, λές και έπεσε ο ουρανός και τον πλάκωσε!. 

Του ήρθε να…μανουριάσει, να αντιδράσει, να αρχίσει την φασαρία, το καλοσκέφθηκε: (αν αρχίσω τα νταηλίκια, αυτοί εδώ δεν αστειεύονται, θα με…μαντρώσουνε!) και υπαναχώρησε. Υστερα ψιλοκα
τάπιε κι’αποκρίθηκε:

-Μάλιστα, εγώ είμαι, ο ίδιος.

       Και ξαμολύθηκαν τρεις ελεγκτές σαΐνια και έκαναν τα πάνω –κάτω, λές και έψαχναν τον χαμένο θησαυρό της Αγγλίας! Με κάτι σαν…θερμόμετρα, κάτι σαν μυτερές φαλτσέτες, τέσσερις ώρες εξέταζαν τα κρέατα. Μέχρι που βρήκαν πλάι στο μπροστινό ψυγείο έναν λεβιέ, τον τράβηξαν και τότε έγινε η…συντέλεια!.Μιά εσωτερική πόρτα άνοιξε και φανερώθηκε το πίσω κρυφό ψυγείο.Τίγκα,γεμάτο το ψυγείο., ίσα με πενήντα σφάγια κάθε είδους …παλιοψοφίμια, ασφράγιστα και .…αλοιωμένα. Μπόχα, βρωμιά και…δυσωδία!

   Και είπε ο Διευθυντής:

-Κύριε, δεν είστε μόνο παράνομος, είστε και εγκληματίας. Παίζετε με την υγεία του κόσμου!. Το μαγαζί σφραγίζεται. Τα αλοιωμένα να καταστραφούν. Τα υπόλοιπα κατάσχονται. Ύστερα έγνεψε στον αστυφύλακα που συνόδευε την επιτροπή.Ο κύριος να κρατηθεί και να προσαχθεί πάραυτα στο αυτόφωρο και τον κ.Εισαγγελέα για «έργω καταφανή παραβίαση κανόνων δημόσιας υγιεινής!».

      Μήνες τώρα κλειστό το χασάπικο, Τούμπανο τα…μαντάτα στη γειτονιά και παραπέρα. Έμεινε μόνον η επιγραφή «Κρεοπωλείον τα ωραία Άγραφα!»

.    Περνάει που και πού, την βλέπει ο κυρ Θανάσης ξεθωριασμένη, ξεκάρφωτη και μισοκατεστραμένη και…βουρκώνει. Ύστερα κλείνεται από ντροπή στο σπίτι.

      Από απέναντι, η κυρά Ειρήνη φτύνει τον κόρφο της και μονολογεί:

-Το βρωμόπαιδο, ο παλιάνθρωπος, και’ μού’λεγε πως το μοσχάρι ήτανε γνήσιο, ελληνικό,ελευθέρας βοσκής. Ο αναθεματισμένος!, ο ψεύτης, ο απατεώνας.Που   κακό χρόνο νά΄χει!.

     Τρία χρονάκια εξαγοράσιμα και 380.000 ευρώ πρόστιμο, είπε ο κ. Δικαστής. Σύνολο ίσα με 450.000 ευρώ. Καταστροφή!. Καί τά’σκασε ο Γιαννάκης για να γλυτώσει.

     Άφραγκος και έρημος, χωρίς μαγαζί, χωρίς …μερσεντές πιά, βγήκε στο δρόμο και συλλογίζονταν τα λόγια του παππού και του πατέρα του: «Ου καθένας απ΄του κλιτσί τ’ κρέμιτι!».

     Στο βάθος από ένα τζουκ-μποξ ακούγονταν η φωνή της Βιτάλη: «Οι κακές οι συντροφιές σου φέρανε και τα πταίσματα και ιδού η κατάληξή σου και τα αποτελέσματα!.»- 

Share on Google Plus

Σχετικά με Καλύτερη Λαμία

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου