«ΔΙΑ ΠΑΣΑΝ…ΝΟΣΟΝ…!» ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ Κ. ΜΩΚΟΥ


        Καμιά φορά η ιστορία τα λέει μπερδεμένα. Δέκατος όγδοος αιώνας. Εποχή του «Ορθού…λόγου». Καταγωγής από το Σιντσιλιάνικο Παλέρμο, ήτονε λέει το…άτομον, ονόματι Αλεσάντρο Καλιόστρο η Τζουζέπε Μπάλσαμο.

       Αγράμματος και… απαίδευτος, θεραπευτής, αποκρυφιστής, τσαρλατάνος, πνευματιστής, οραματιστής, μυστικιστής, διαβόητος κομπιναδόρος και αριβίστας που αναστάτωσε σχεδόν όλη την Ευρώπη, πλασάροντας…ανακουφιστικές φαρμακολογικές γνώσεις.

    Μέγας αλχημιστής και απατεώνας που ταξίδεψε η φήμη του  και… έβαλε στο χέρι όλους τους μεγάλους της τότε εξουσίας, από τον Λουδοβίκο τον ΙΣΤ’, τον Πάπα Πίο τον ΣΤ’, μέχρι και την εξέχουσα Λονδρέζικη αριστοκρατία, ακόμα κι’ αυτή την Μεγάλη Αικατερίνη, που παραπλανώντας την, της έκλεψε, λέει,αμυθή  του αξίας αδαμάντινον περιδέραιον!.

           Αλήθεια η ψέμα, μυθοπλασία η πραγματικότητα, τούτη η… παράδοση εξακολουθεί δυό αιώνες μετά να ακολουθεί την επαγγελματική φαρμακολογία κυνηγώντας σαν στίγμα και εφιάλτης κάποιους φαρμακοποιούς…επιπόλαιους και…του εύκολου και παράνομου κέρδους ιδιαίτερα.

     Λέει βέβαια ο λαός: «Μακρυά από…γιατρούς και…δικηγόρους!». Παρά ταύτα-ωστόσο, δεν λέει «μακρυά από φαρμακοποιούς!». Κάτι θα σε  πονέσει,

τίποτα  ..κοψίδια  και …κοντοσούβλια, θα..χλαπακιάσεις, υποφέρεις ,αλλά δεν πας στον γιατρό. Πας πρώτα και κατευθείαν στο φαρμακείο.

-Ξέρετε, έχω ένα βάρος στο στομάχι και την κοιλιά, κάπου εδώ αριστερά και υποφέρω.

-Μάλιστα. Πάρε ένα άλκα-σέντζερ κι’άσε με ήσυχο. Και, κοίτα, πόσο φάγατε μωρέ; Δυό άτομα,μια σούβλα κοντοσούφλι  φάγατε;Τι είστε ρε αθεόφοβοβοι;

 Γαργαντούες είστε;

     Κι΄έτσι με τον φαρμακοποιό  δημιουργείται άλλου είδους σχέση. Και είναι το καταφύγιό σου «διά πάσαν νόσον και πάσαν…μαλακίαν!». Ο,τι και να σου συμβεί, μέρα είναι, νύχτα είναι, εκεί θα τρέξεις. Δεν είναι ότι είσαι… εύπιστος, είναι η ανάγκη που σε…κόφτει. Ειδικά στους μικρούς τόπους, ο φαρμακοποιός είναι αποκούμπι, σωτηρία.

       Μικρός ο τόπος, παραλιακός, τουριστικός,κωμόπολη, όπου άραξε ο Γιάννης και άνοιξε φαρμακείο. Δύσκολα στην αρχή, το …πάλευε, ήρθε-ήρθε και έγινε γνωστός, βολεύονταν και ο κόσμος που δεν έπρεπε να πάει μακρυά στην πόλη για τα φάρμακά του. Μοναδικό το φαρμακείο, ούτε ωράριο, ούτε τίποτα, πολλή δουλειά, μόνος του ο ίδιος, έρχονταν μέρες που από την κούραση κόντευε να …κρεπάρει και είπε στον εαυτό του:

-Δεν γίνεται, δεν πάει άλλο,πόσο θ’αντέξω,θα πάρω βοηθό.
    Και ρώτησε, έψαξε και βρήκε ένα 23χρονο ομορφοκόριτσο, τη Σωτηρία. (Πώς να το κάνουμε η εμφάνιση,το..μπάνικο…η μόστρα, η…βιτρίνα παίζει πάντα ρόλο ακόμα και στα…φαρμακεία!.). Απολυτήριο Λυκείου είχε η Σωτηρία, ήξερε και     λίγα…αγγλικούλια, έτσι να διαβάζει και τίποτα ετικέττες των φαρμάκων. Την ενημέρωσε για τα βασικά, τον ξεκούραζε κάνα-δυο ώρες την ημέρα, την άφηνε μόνη της στο φαρμακείο και την είχε προειδοποιήσει :

-Όταν λείπω φάρμακα δεν θα δίνεις, έξω από αναλώσιμα, καμιά ασπιρίνη και κανένα ντεπόν. Μη δώσεις σε κανένα φάρμακο που δεν πρέπει και τότε καήκαμε.

    Πρίμα πήγαινε η δουλειά, γνωρίστηκε και η Σωτηρία με τις πελάτισσες και πέρα απ’τα φάρμακα έλεγαν τα δικά τους. Έλαμπε το Φαρμακείο στην πάστρα, ακόμα και στο εσωτερικό του όπου ο Γιάννης είχε ένα πρόχειρο κρεβάτι να ψιλοαναπαύεται ,να ξεκουράζεται τα μεσημέρια και τις διανυκτερεύσεις.

    Είναι τώρα τουριστική περίοδος, πολύς ο κόσμος ,στο φαρμακείο ουρά , έφτασε η ώρα μεσάνυχτα, εξυπηρετήθηκαν οι πελάτες και είπε ο Γιάννης:

-Άντε ρε Σωτηρία,κουραστήκαμε σήμερα,άντε στο καλό, να πάς να ξεκουραστείς.

-Που να πάω τώρα κύριε Γιάννη , η ώρα είναι μία. Μέχρι να πάω και να ξαπλώσω θα πάει δύο. Στις 7.30 το πρωί πρέπει να είμαι πίσω. Θα κάτσω εδώ και θα κοιμηθώ εδώ στην πολυθρόνα. Άλλωστε έχουμε και διανυκτέρευση.

-Εντάξει ρε Σωτηρία, όπως θες.

    Και άραξε ο Γιάννης , ξάπλωσε, τον ψιλοπήρε ο ύπνος, όταν κάτι κατάλαβε δίπλα του. Ψιλοξύπνησε και είδε μισοξαπλωμένη δίπλα του τη Σωτηρία.

-Τι είναι βρέ κορίτσι μου, τι τρέχει;

-Να, δεν βολευόμουνα κύριε Γιάννη στην πολυθρόνα και είπα, αν δεν σας πειράζει, να ξαπλώσω εδώ , δίπλα σας.

   Τριαντάρης ο Γιάννης, έβραζε το αίμα του, κορίτσαρος η Σωτηρία και «ύστερα ήρθαν οι…μέλισσες!». (Τραβήξτε την κουρτίνα και το έργον ακατάλληλον!).

    Και ξύπνησαν το πρωί. Κοίταξε και ο Γιάννης την εικόνα της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας,προστάτιδας των φαρμακοποιών που την είχε εκειδά πάνω από το ταμείο,έκανε τον σταυρό του και ζήτησε συγνώμην:

-Να με συμπαθάς Αγία μου για τα...αίσχη που γίνονται εδώ μέσα τα ερωτικά μπροστά σου,αλλά τι να κάνουμε; Είμεθα και άντρες!,αρσενικά.

     Πέρναγε ο καιρός,το…κύριε Γιάννη έγινε…Γιάννη μου! Γουστάριζε το κορίτσι , την …έβρισκε και ο Γιάννης κι’όσο περνούσε ο καιρός η Σωτηρία έμπαινε κι’όλο έμπαινε στα…παραμέσα του μαγαζιού, ακόμα και στα…ταμειακά, στα φορολογικά, ακόμα και σε κάποια…μυστικά που πρέπει να ξέρουν μόνο τα αφεντικά!.

   Όπως εκείνα τα χαπάκια, τα κάτασπρα που ήταν σκέτη…ασπρίλα –αλεύρι και χωρίς καμιά δραστική φαρμακευτική ουσία, που τα΄ δινε ο Γιάννης στους ηλικιωμένους για δήθεν θεραπεία της αρθρίτιδας και του πονοκέφαλου. Και τα έπαιρναν κάτι γιαγιάδες και έλεγαν:

-Μωρέ Σωτηρούλα, τι θαυματουργά είναι αυτά τα χάπια; Ούτε πονάω πια, ούτε τίποτα. Κύριε Γιάννη να σ’έχει καλά ο θεός!.

  Κονόμαγε ο Γιάννης με την ψευτοφαρμακεία, είχε πάρει χαμπάρι και η Σωτηρία τη…δουλειά, όταν σε μια συζήτηση του είπε:

-Γιάννη μου, αυτά τα ψεύτικα τα χάπια που πουλάμε, πόσο τα παίρνουμε το μπουκαλάκι;

-Πέντε ευρώ , γιατί;

-Κάτσε να δεις τι θα σου φτιάξω εγώ;

      Και πήρε η Σωτηρία ένα μίξερ,έβαλε μέσα… ολόλευκο αλεύρι, λίγο σπανάκι και πορτοκαλάδα. Τα έκανε χυλό, τα έχυσε σε ένα ταψάκι με μια φόρμα καλούπι καταπράσινα. Έφτιαξε και μια ετικέτα, και τα ονόμασε «Arthropharm!».

   -Ήρθαν και κάτι γριούλες και τους είπε η Σωτηρία.

 -Κυρίες μου, τα παλιά τα άσπρα τα χάπια τέλος. Ήρθαν τα καινούργια και πιο δραστικά. Απ’ αυτά θα παίρνετε τώρα.

  Στην…αυθυποβολή οι ηλικιωμένοι, ότι τάχα τα συγκεκριμένα χαπάκια ήταν δραστικά και τους θεράπευαν και κονόμαγε ο Γιάννης. Η Σωτηρία δεν προλάβαινε να φτιάχνει Arthrofharm!. 

Τόσο πολύ!.

    Ήταν τώρα μια πελάτισσα και φιλοξενούσε την αδελφή της από την Αθήνα.

-Τι γίνεσαι,πως πάει, πως είσαι αδελφούλα;

-Πως να’μαι, όλα καλά, εκτός απ’αυτή την καταραμένη αρθρίτιδα. Είναι νύχτες που από τους πόνους δεν μπορώ να κοιμηθώ.

-Τι μου λες μωρέ; Άκου τι θα σου πω. Τα ίδια είχα κι’εγώ , αλλά βρήκα εδώ στο φαρμακείο κάτι χάπια σωτηρία. Ούτε πόνους ούτε τίποτα. Θα σου πάρω κι’εσένα και θα δεις. Θα γίνεις …περδίκι.

     Και πήγαν, πήραν τα χάπια και έφυγε η κυρία για την Αθήνα. Στο δρόμο στο αυτοκίνητο τη ρώτησε ο γιος της:

-Πως είσαι ρε μάνα, πονάνε τα πόδια σου ;

-Αγόρι μου μου φαίνεται πως σώθηκα, μου έδωσε η θεία σου κάτι σπουδαία χάπια για τα αρθριτικά. Να αυτά εδώ είναι.

-Κάτσε να τα δω ρε μάνα.

     Υπάλληλος στον ΕΟΦ ήταν ο γιος της, πήρε τα χάπια, τα πέρασε απ’το χημείο, όπου ο χημικός πλακώθηκε στο γέλιο.
-Γιατί γελάς ρε συνάδελφε;

-Ρε συ, αυτά δεν είναι φάρμακο, αλεύρι, σπανάκι και σκέτη πορτοκαλάδα είναι. Ποιος σου τά’δωσε; Που τα βρήκες;

-Να, σε ένα φαρμακείο, έτσι κι’έτσι.

-Ρε τον απατεώνα, τον…κομπογιαννίτη.

Ύστερα ήρθε το…μπουγιουρντί από τον ΕΟΦ. Τρεις μήνες κλειστό το φαρμακείο και πρόστιμο 150.000 ευρώ Όσα έβγαλε από τα χάπια και κάποιες άλλες…αλχη  μείες ο Γιάννης τα πλήρωσε και διπλά. Οι ηλικιωμένοι στο φαρμακείο δεν ξαναπά
τησαν. Ούτε για τα φάρμακα τα αναγκαία και απαραίτητα,τα σωστά,τα γνήσια,τα νόμιμα συνταγογραφημένα.

     Αραίωσε και η πελατεία,λιγόστεψαν οι εισπράξεις,η Σωτηρία σε …ημιαπασχό   ληση  και ο Γιάννης να προσπαθεί να μαζέψει τα…αμάζεφτα.Η…καρδάρα ανάπο   δα και το γάλα…
χυμένο.Πολλή η …καντεμιά ρε αδερφέ.Αντε τώρα εσύ να πείσεις
τον κόσμο ότι δεν είσαι…ελέφαντας!.Δύσκολο,πολύ δύσκολο!.

   Αχ ρε Γιάννη, «πήγες για μαλλί και βγήκες…κουρεμμένος!».-«Τα είχες…χύ  μα ,σου ήρθανε και…τσουβαλάτα!». Ας πρόσεχες!.

Share on Google Plus

Σχετικά με Καλύτερη Λαμία

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου