«ΟΙ…ΜΠΟΥΤΙΚ…!» ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ Κ. ΜΩΚΟΥ


  Ζει ο άνθρωπος μόνο με νερό; Όχι δεν ζει. Η επιστήμη το λέει καθαρά. Το έχει…ξεκόψει!. Άμα δεν …λαδώσει ο…καταπιόνας σου…πάει, προπονείσαι για..πτώμα!.

     Δυο μέρες είχε να βάλει μπουκιά στο στόμα του ο Σωτήρης ο Μέγκουλας  και περνά έξω απ’το μαγειρείο του Λιγνάδη και μυρίζει…γιαχνιστές μυρωδιές να ..ξεγελάσει, να…κοροϊδέψει την πείνα του.. Όμως χορταίνεις με τις μυρωδιές; Δεν χορταίνεις!.

             Και σκεφτικός …ατσίγαρος, απελπισμένος και ρέστος περπατά  κατά Ξαβέρι μεριά, βρίζοντας και μονολογώντας.
-Ρε συ θα πεθάνουμε απ΄την αφραγκία και την πείνα; Επιτρέπεται ένας Σωτήρης Μέγκουλας να ψοψήσει νηστικός; Απαράδεκτο ! και δεν επιτρέπεται!.

             Ανήσυχο, πολύ…ανήσυχο …παιδί, φυντάνι, παλιό στην πιάτσα ήτονε ο Σωτήρης. Δούλεψε και φορτωτής στο λιμάνι και στην ψαραγορά, στη Λαχαναγορά και καθαριστής στο Δήμο, έπεσε και σε κάτι ψιλοπαραπτώματα,κάτι…μπούκες, κάτι…ψειρίσματα και του φτιάξανε «βιβλιάριο ποινών», όχι τίποτα σοβαρό δηλαδή, κάτι..κοκκινίσματα και έτη φυλάκισης τρία και ήμισυ!.

       Και σκέφτεται, βασανίζει ..τριβελίζει την γκλάβα του μπάς και κατεβάσει τίποτα ιδέες για καμιά ψιλοκονόμα, τίποτα…ψιλοτάλληρα δηλαδή να τη…βγάλει.

    Μια ζωή ιστορίες …πατέντες και…σχέδια ο Σωτήρης, πολλά…σχέδια. Γύρισε λοιπόν πίσω το μυαλό του, θυμήθηκε ένα παλιότερο ,το…φρεσκάρισε και τό’βαλε σε εφαρμογή.

     Και όπως παλιά,διάλεξε,επέλεξε μια μπουτίκ να την κουμαντάρουνε γυναίκες.

Στήθηκε απ’έξω, κυαλάρισε και περίμενε τη στιγμή όπου μια πελάτισσα κίνησε να μπει στο μαγαζί. Σχεδόν κόλλησε πίσω της και μπήκε κι’αυτός μαζί της. Τους είδε η κυρία που κάθονταν στο ταμείο, σου λέει, μαζί μπήκανε, ζευγάρι θα είναι.

      Και μιλούσε η πωλήτρια στην πελάτισσα , διάλεγε εκείνη, κάτι διάλεξε, μπήκε στο δοκιμαστήριο και τότε βρήκε την ευκαιρία και  μίλησε ο Σωτήρης στην άλλη κυρία που ήταν στο ταμείο.

-Αυτό το φόρεμα, κυρία, ωραίο, πολύ ωραίο,εξαίσιο, φαίνεται ακριβό, μόνο παρακαλώ, θα μου κάνετε καλή τιμή;.

-Καλέ,αστειεύεστε, και βέβαια.Αλλωστε έχουμε και εκπτώσεις.

-Μπορώ να το δω λίγο καλλίτερα έξω στο φως;

-Αστειεύεστε;Και βέβαια, καλέ, μπορείτε.
    
Και πήρε το φόρεμα ο Σωτήρης, ένα φόρεμα με στράς και πέρλες  και βγήκε έξω, τάχα το περιεργάζονταν και ξαφνικά το άρπαξε, τό’βαλε στα πόδια και έγινε…μπουχός!.

   Περνούσε η ώρα, πλήρωσε η πελάτισσα ό,τι αγόρασε και της είπε η κυρία στο ταμείο:

-Καλέ κυρία, ο σύντροφός σας, ο κύριος που μπήκε μαζί σας, αργεί,πολύ αργεί, πήρε,διάλεξε  ένα φόρεμα για σας και βγήκε έξω να το δει καλλίτερα.

-Ποιος σύντροφος; Ποιος κύριος; Δεν είμαστε μαζί. Δεν τον γνωρίζω τον κύριο.

   Απόρησαν, αλληλλοκοιτάχτηκαν, κατάλαβαν οι γυναίκες του μαγαζιού .

-Αμάν ,απατεώνας. Μας κλέψανε.

      Βγήκαν έξω να ψάξουν, τι να βρούν; Ούτε…κύριος, ούτε φόρεμα, τίποτα.

      Και πήρε το φόρεμα ο Σωτήρης, τράβηξε κατά πλατεία Ιπποδαμείας μεριά, …τό’σπασε, άρπαξε 10 τάλληρα, έβαλε πλώρη ,τράβηξε κατά το μαγειρείο του Λιγνάδη…τσάκισε δυο …πατσάδες και…στανιάρισε!. Ύστερα κατέβηκε κατά Τρούμπα μεριά ,βρήκε τα φιλαράκια του,κέρασε τα ούζα και με περηφάνεια τους είπε τα ..καθέκαστα.,τη…φάση και τα…μαντάτα περι το… φόρεμα.

-Ρε μάγκα, παλιό κι’ωραίο το σχέδιο με τις μπουτίκ. Πού το σκέφτηκες; Που το θυμήθηκες; Ρε συ ,ωραία λεφτά, εύκολα, ώρα να την ξανακάνουμε κι’εμείς την πατέντα.

    Κρίση,αναβροχιά ,ξέρα ,πείνα,αφραγκία τώρα στην πιάτσα και ξαμολύθηκαν τα..αετονύχικα, τα…αλαφροχέρικα…παιδιά και εφάρμοσαν την…πατέντα του Σωτήρη στα μαγαζιά. Κλοπές-κλοπές, βούιξε η αγορά. Όμως οι μαγαζατόροι έχουν…κονέ, βρίσκονται, τα λένε και τα συζητούν, οπότε και απευθύνθηκαν στην αστυνομία.

-Έτσι κι’ετσι, μπαίνουν  στα μαγαζιά μας, προσποιούνται τους πελάτες και μας έχουν κατακλέψει. Δεν πάει άλλο.

    Και ξαμολύθηκαν τα..παιδιά της ασφάλειας. Πρώτη στάση τα σαράφικα και τα  παλαιοπωλεία. Παλαιοπώλης και…σαράφης χωρίς...ρουφιανιά δεν στέκεται!

Και ως συνήθως, πήραν τις πληροφορίες τους.

-Αυτοί, κι’αυτοί είναι που μας φέρνουν συχνά πράγματα και λέγονται έτσι κι’έτσι, συχνάζουν εκεί κι’εκεί  και τα …λοιπά.

      Κατέβηκαν οι ασφαλίτες στην πιάτσα, μάζεψαν τα…καλά παιδιά, κάλεσαν και τους μαγαζατόρους, τους έστησαν απέναντι και είπε ο Διοικητής:

-Γνωρίζετε κανέναν από δαύτους; Είναι κανένας απ’αυτούς που σας έκλεψε;

     Είπε ο ένας μαγαζάτορας, είπε ο άλλος, πετάχτηκε και η κυρία απ’όπου είχε αρπάξει ο Σωτήρης το φόρεμα.

-Αυτός Κε Αστυνόμε, αυτός είναι που μου πήρε, που μου έκλεψε το πανάκριβο το φόρεμα και μάλιστα μου ζήτησε να του κάνω και καλή τιμή. Ο αλήτης.

      Δύο και…ήμισυ χρονάκια…δώρο εισέπραξε ο Σωτήρης. Και κάθεται τώρα μανταλωμένος, απελπισμένος…μαραμένος στην …ψειρού και μονολογεί:

-Τι τα ήθελα εγώ τα παλιά τα σχέδια με τις μπουτίκ; Όμως αυτή η ρουφιάνα  η πείνα δεν υποφέρεται. Τουλάχιστον εδώ μέσα θα’χει ζέστη και φαί. Που ερχεται και χειμώνας!.

Share on Google Plus

Σχετικά με Καλύτερη Λαμία

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου