«Ο…ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ…!» ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ Κ. ΜΩΚΟΥ


       Μαμά ,πες στον μπαμπά πως το άλλο Σάββατο θα έρθει ο Γιάννης με τους δικούς του στο σπίτι να με ζητήσουν.

-Για έλα βρε κορίτσι μου ,έλα εδώ βρε χρυσό μου να μου τα πεις.

-Μάνα, θυμάσαι που σού’χα πει παλιότερα πώς τά’χω με ένα παιδί εδώ και καιρό απ’το πανεπιστήμιο.Πάνε πέντε χρόνια τώρα είμαστε μια χαρά και συμφωνήσαμε   να  παντρευτούμε.

-Μπράβο Χριστινάκι μου, μπράβο πουλάκι μου, άντε να σε δω ,με το καλό.

    Μια βδομάδα ολόκληρη σκουπίσματα,καθαρίσματα ,σφουγγαρίσματα,το σπίτι   στην πάστρα.Και βγήκαν απ’το μπαούλο εκείνα τα σεμέν και τα τραπεζομάντηλα  τα… «κοφτά» και το καλό το σερβίτσιο.Ολα ετοιμα να λάμπουν..

   Ξημέρωσε Σάββατο και…πλάκωσε η Κυρά Βαγγελιώ, άρχισε τις ετοιμασίες,ζώ   στηκε την ποδιά,έφτιαξε κάτι πίττες,έσφαξε κι’έναν κόκκορα,έβαλε τα καλά της και είπε στον άντρα της τον κυρ Θανάση:

- Θά’ρθουν οι ανθρώποι για καλό σκοπό, μην αρχίσεις τίποτα χαζομάρες μ’εκείνα τα πολιτικά ,τα Τ.Ε.Α ,τις εθνικοφροσύνες και μας ανάψεις τίποτα φωτιές!..

     Σάββατο γύρω στις 8 το βράδυ, κόπιασαν τα συμπεθέρια μαζί με τον Γιάννη, έκατσαν, έφαγαν, ήπιαν, ευχήθηκαν,κουβέντα στην κουβέντα  και ρώτησε ο κυρ Θανάσης τον Γιάννη:

-Και δεν μου λες βρε παιδί μου, στρατό πήγες; Το τέλειωσες το στρατιωτικό; Έχεις δουλειά, δουλεύεις πουθενά;

-Το στρατιωτικό και βέβαια, εδώ και 8 μήνες. Τώρα, από δουλειά, ξέρετε πως εμείς οι καθηγητές δεν βρίσκουμε εύκολα δουλειά, κάνω κάποια ιδιαίτερα, όπως κάνει και η Χριστίνα σας. Δεν είναι βέβαια πολλά τα λεφτά, αλλά κάτι γίνεται, το παλεύουμε.

-Το παλεύουμε μωρέ λεβέντη μου, αλλά δεν βλέπεις πως μας έχουν καταντήσει αυτοί οι ρουφιάνοι οι αριστεροί,οι…συμμορίτες!;Να δούμε πότε θα γλυτώσουμε από δαύτους.Τους ξέρω καλά εγώ.
     Δαγκώθηκε η κυρά Βαγγελιώ, αλλά ο Θανάσης το… βιολί του!.

-Κοίταξε Γιάννη μου, μόνο με τον Βασιλιά και τη Δεξιά θα δούμε προκοπή, όλα τα άλλα είναι απάτη,ψέματα και παραμύθια.Στα λέω εγώ που στην επταετία με την …επανασταση έφαγε ο κοσμος ψωμί.Στα λέω εγώ που τότες ήμουνα κοινοτάρ  χης! Και ήταν όλα ήσυχα και ο κόσμος περνούσε …μιά χαρά!..

   Κρατιόταν ο Γιάννης, άκουγε, άκουγε, στην αρχή δεν αντέδρασε από σεβασμό, αλλά ξέσπασε.
-Για όλα κυρ Θανάση φταίει το κεφάλαιο που χρόνια τώρα τά’χει κάνει μπάχαλο. Η  αριστερά σας φταίει;

-Δεν μου λες ρε Γιάννη σαν να μου φαίνεται πως είσαι αριστερός. Είσαι βρε αριστερός;

-Ναι, γιατί πειράζει;

    Κάτι πήγε να πει ο κυρ Θανάσης, επενέβη η Χριστίνα:

-Μπαμπά!. Τι είναι αυτά; Σήμερα είναι μέρα χαράς, αυτά θα κουβεντιάζουμε;

     Είπαν κι’ άλλα, καταλάγιασαν κάποια στιγμή τα πράγματα, έδωσαν λόγο και κανονίστηκε η μέρα του αρραβώνα.

     Πέρασαν και κάτι μέρες και ως συνήθως στην επαρχία,κλείστηκε το μαγαζί για το γλέντι.

    Και πλάκωσαν τα σόγια, ίσα με 250 άτομα, φούλ το μαγαζί, και ψητά και κρασί και τα κλαρίνα στην διαπασών. Στο τσακίρ το κέφι, μερακλώθηκε Θανάσης, έβγαλε ένα κατοστάρικο, τό’ φτυσε και το κόλλησε στο μέτωπο του κλαριντζή;

-Παίξτε μου βρέ το «Γρίβα μ’ σε θέλει ο Βασιλιάς!».

   Τέλειωσε το τραγούδι, έβγαλε κι’ άλλο κατοστάρικο.

-Παίξτε μου βρε τώρα και «Το Ευζωνικόν!». Σήμερα θα πεθάνει ο χάρος!.

    Ύστερα σηκώθηκε για χορό ο πατέρας του Γιάννη. Χόρεψε τον «Λούλιο» κι’ύστερα παράγγειλε το «Βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιώνα…».-

     Πιωμένος…ντίρλα  ο Θανάσης, μόλις το άκουσε, κατακόκκινος και βρίζοντας πετάχτηκε,τινάχτηκε  απάνω σαν ελλατήριο και πήγε στην ορχήστρα.

-Σταματήστε ρε,σταματήστε, ακούτε τι σας λέω, κομουνιστικά ο Θανάσης δεν γλεντάει.

      Μπέρδεμα,φασαρία,δεν χρειάζονταν και πολλά, κακήν-κακώς διαλύθηκε το γλέντι, πήρε ο Γιάννης τους γονείς του και την Χριστίνα και έφυγαν.

      Και γύρισε σπίτι ο Θανάσης και δεν σταμάτησε να βρίζει:

-Άκου ρε να μου βάλουν ν’ ακούσω το «Ο Γοργοπόταμος στην Αλαμάνα στέλνει περήφανο χαιρετισμό;». Σε ποιόν ρε, σε μένα; Τον Θανάση;

      Πέρασε καμιά ώρα,γύρισε- μπήκε στο σπίτι η Χριστίνα .

-Πατέρα, τα έκανες θάλασσα.

-Άσε με κι’ εσύ βρε που μού φερες στο σπίτι τους …κατσαπλιάδες!.

     Πέρασε λίγος καιρός παντρεύτηκαν τα παιδιά, ήρθε και το πρώτο παιδί και μια μέρα βρέθηκαν όλοι μαζί στο σπίτι του κυρ Θανάση.

-Τι γίνεται βρε Χριστίνα, πως τα περνάτε;

-Καλά πατέρα, αλλά δεν φέρθηκες σωστά και στεναχώρησες και τα πεθερικά μου, αλλά και τον Γιάννη.

-Εγώ φταίω βρέ η εσύ που μού’ φερες στο σπίτι τον …Άρη Βελουχιώτη!.

-Αχ ρε πατέρα, τώρα τι να σου πω.

     Ύστερα πήρε τον λόγο η κυρά Βαγγελιώ.

-Αστον παιδάκι μου, τριάντα χρόνια τώρα τον…γεύομαι με τα πολιτικά του. Δεν βάζει…μυαλό. Ο άνθρωπος είναι αδιόρθωτος!.-

Share on Google Plus

Σχετικά με Καλύτερη Λαμία

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου