«ΠΕΡΙ ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑΣ…ΓΕΝΙΚΩΣ…!» ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ Κ. ΜΩΚΟΥ


    Λένε και…λέγεται ότι η γυναίκα μοιάζει με τον…διάβολο. Λάθος. Δεν μοιάζει με τον διάβολο, η γυναίκα είναι ίδια!…ο ίδιος ο διάβολος!.

               Αυτό λένε οι περισσότεροι!. Άντε τώρα εσύ, τι και ποιόν να πιστέψεις;

«Αρμεγε…λαγούς και κούρευε χελώνες!».
                                                                                                                          
      Ζέστη,κουφόβραση…καρακαντίλα και στον Όλυμπο, αραχτός στο…ανακλιντρό του ο Ζεύς, χαλαρώνει και τάχα μου ξεκουράζεται. Σιγά μην και τον πήρε …σβάρνα η  κούραση. Κουράζονται οι…θεοί, όταν μάλιστα είναι και…αρχηγοί-προϊστάμενοι!;. 

           Χαϊδεύει τη γενειάδα του και απλώνει τις…αρίδες του μπας και…λυθεί και αναπαυθεί το …κοκκαλάκι του  από  τις …καταχρήσεις και  τις …ασωτείες του, όταν ένα αεράκι του φέρνει στη μύτη ένα άρωμα αιθέριο, μυρωμένο! Και φωνάζει τον Ερμή.

-Ελα εδώ ρε…κόπανε!.

-Ναι μπαμπά.

-Τι και από πού είναι αυτό το άρωμα που…πλημμύρισε το…ανάκτορο! ;

-Από ένα κορίτσι που πριν λίγο πέρασε μπαμπά.

-Και ποιο ήτανε ρε αυτό το κορίτσι;

-Δεν ξέρω, δεν πρόλαβα να δω.

-Να μάθεις ρε…άχρηστε. Τι σε έχω…διορίσει…μυστικοσύμβουλο ,γραμματικό και αγγελιαφόρο; 

Που με κατηγόρησε και η αντιπολίτευση ότι σε πήρα…μετακλητό!. Να …τσακιστείς να μάθεις και να μου πεις.Τώρα αμέσως!.

    Και φόρεσε τα φτερά του ο Ερμής και πέταξε (τότε δεν υπήρχαν τα…drones!), κατέβηκε στον…λαό να ψάξει να βρει το κορίτσι.

    Και την βρήκε.

-Η Σεμέλη ήτανε μπαμπά. Έτσι τη λένε, μα είναι παντρεμένη.

-Και τι σε…κόφτει, τι σε μέλλει ρε εσένα αυτό; Τι…ζόρι..τραβάς; Άντε δρόμο από δω και να κοιτάς τη …δουλειά σου!.Αντε μην σε…αφαλοκόψω.

    Και σενιαρίστηκε ο Δίας, έβαλε τα…αποσμητικά και τις…κολώνιες του,μεταμορφώθηκε σε …ομορφόπαιδο και…παιδαρά! και…έσκασε στην αυλή της Σεμέλης.

   Άφησε εκείνη στη μέση την…μπουγάδα, τον αντίκρυσε, είπε μέσα της «Θεέ μου.. τι άντρας!» έφτυσε τον κόρφο της, αλλά…κρατήθηκε.

-Με έχετε τρελάνει, έχω χάσει τον ύπνο μου, σας λατρεύω και σας ποθώ, με έχετε αναστατώσει. Εδώ και τώρα σας θέλω.

     Έκανε τα νάζια της η Σεμέλη, παθιάστηκε είπε «Τι μου λέτε καλέ κύριε,εγώ τον άντρα μου δεν τον απατώ», αλλά στο τέλος δεν άντεξε και…υπέκυψε.

   Δυο μέρες έκανε να γυρίσει στον Όλυμπο ο Ζεύς, κάτι…ψιλοανθίστηκε η Ήρα και…τσαντισμένη, εκνευρισμένη τον περίμενε στην…εξώπορτα, στο…ανάκτορο!.

-Που ήσουνα βρε ..βρωμιάρη με τις μπαγαποντιές σου,πού …τσιλιμπούρδιζες πάλι;. Δεν σκέφτεσαι τι λέει ο κόσμος, ότι τα κέρατά μου έχουν φτάσει μέχρι τη… Βέροια; Που μ’εχεις κάνει ρεζίλι;                                                                       
         Γυναίκα ήταν η Ήρα, την ….έτρωγε η περιέργεια και ως γυναίκα έφαγε τα… λυσσακά της να μάθει. Μέχρι που βρέθηκε εκείνος ο…ρουφιάνος ο συγγενής της ο Αθάμας από τη Θήβα και της τά…’στρωσε χαρτί και καλαμάρι.

-Κυρία Θεά, ο…σύζυγός σας έτσι κι’έτσι, αυτό κι’αυτό, δυο μέρες τώρα που έλειπε ήταν σε κραιπάλη! και ..ξηγιότανε, τσιλιμπούρδιζε ερωτικά με μια εδώ κοντά.Σεμέλη τη λένε.

   Τα άκουσε η Ήρα, σεληνιάστηκε, αλαφιάστηκε και είπε.

-Εγώ αυτή την πουτ@ν@ θα την κάψω.

     Και έκανε τα…μαγικά της και την κυνήγαγε να την…κάψει!.Μόνο που δεν πρόλαβε γιατί την έκαψαν άλλοι.

   Και  κάλεσε ο Ζεύς την Ηρα στην…«αίθουσα του θρόνου!».

-Ελα εδώ, τι λές πως θα της  κάνεις της γυναίκας μωρή…σκύλα; Τώρα να δεις τι θα σου κάνω.
   Και έδωσε εντολή και τη μεταμόρφωσε σε…διάβολο,με δυο κέρατα στο κεφάλι, όχι μεγάλα, μα μικρά, όπως αυτά που φαίνονται όταν οι ζωγράφοι απεικονίζουν τον διάβολο..

-Μωρέ νονέ, πολύ ωραία η ιστορία που μου λες. Δηλαδή η μαμά μου που σαν την Κα Ήρα είναι γυναίκα, είναι διάβολος; Τότε που είναι τα κέρατά της;

-Αστο κορίτσι μου, άστο αυτό, κάποια στιγμή θα σου εξηγήσω. Οταν μεγαλώσεις θα…μάθεις!.
   Αυτά ρωτούσε τον νονό της τον Νότη η μικρούλα η βαφτισιμιά του τρώγοντας το παγωτό της.

    Κουμπαράκια και φιλαράκια ήταν τα δύο ζευγάρια από τη Σαλονίκη. Από τη μια ο Νότης με τη Λία και από την άλλη ο Θανάσης με τη Φαίη και την επτάχρονη κορούλα τους. Και αποφάσισαν διακοπές στην Χαλκιδική.

   Κολλημένος με την αστρολογία ο Θανάσης, κολλημένος με το ψάρεμα ο Νότης.

   Και φόρτωσαν τα…τσιπράγκαλά τους, άραξαν στο Δεύτερο Πόδι, νοίκιασαν δωμάτια δίπλα -δίπλα,τα έλεγαν, γουστάριζαν, έπιναν τα ουζάκια  και τα τσιπουράκια τους…τσάκιζαν τα χταποδάκια, τα μύδια,τις γαρίδες, τις καραβίδες,τα καλαμαράκια, και τα…λοιπά θαλασσινά και ως εδώ όλα πρίμα!.

       Όπως εκείνο το βραδάκι, που ο Θανάσης έκανε την ανακοίνωσή του:

-Παιδιά, αύριο το βράδυ εμένα ξεχάστε με. Έχει γεμάτο Αυγουστιάτικο φεγγάρι, όπως ξέρετε αυτό συμβαίνει μόνο μια φορά τον χρόνο και γουστάρω να το παρακολουθήσω και να το….μελετήσω από κοντά.

-Σιγά ρε Θανάση, σιγά τον αστρολόγο, τι τα θέλεις ρε τόσα εργαλεία; Αστεροσκοπείο ρε το έκανες το ξενοδοχείο!.

-Άκου να σου πω ρε κουμπάρε, εσύ δεν έχεις μανία με τα ψαρικά σου; Δεν είσαι κολλημένος μ’άυτά;
    Ήρθε η άλλη μέρα, βράδιασε, φόρτωσε τα…εργαλεία ο Θανάσης, κάτι…κιάλια, κάτι…στρίποδα και…τηλεσκόπια, και είπε:

-Είμαι έτοιμος φεύγω. Μόνο που θα πάω ψηλά, εκειδά, απέναντι στο βουναλάκι, από δω κάτω δεν βλέπεις καθαρά.

   Είπε ο Νότης:

-Απόψε έχει φεγγάρι, ψάρια γιόκ, θα κάτσω ν’αράξω.

   Είπε και η Φαίη :

-Μπα εγώ κι’εγώ δεν θα’ρθω, βαριέμαι, το έχω ξαναδεί το…έργο!.

    Και τότε πετάχτηκε η μικρή:

-Θά’ρθω εγώ μαζί σου μπαμπάκα μου, μόνο που θέλω μαζί μου και τη νονά τη Λία.

-Εντάξει, εντάξει κορίτσι μου, θά ‘ρθω κι’εγώ μαζί.

     Ανέβηκαν στο αυτοκίνητο και τράβηξαν κατά πάνω, στο βουναλάκι. Η ώρα γύρω στις 10.30, φουλ …λαμπίκο η φεγγαράδα, αστεράτος ο ουρανός, δροσιά, αεράκι, ιώδιο και έχει αράξει στη βεράντα του ξενοδοχείου ο Νότης, έφτιαξε ποτό και κάνει τσιγάρο.

-Νότη; Τι κάνεις, ρεμβάζεις;

-Ρε συ Φαίη, νόμιζα ότι κοιμόσουν. Τί γίνεται; Θέλεις να σου φτιάξω ένα ποτό;

-Όχι μωρέ Νότη. Ποτό εδώ στη βεράντα; Ποτό είπες; Και γιατί δεν κατεβαίνουμε να το πιούμε έξω;
    Και κατέβηκαν, πήγαν σε ένα μπαράκι, τα ήπιαν…φτιάχτηκαν, ύστερα περπάτησαν, τράβηξαν προς μια παραλία ερημική και…(τραβήξτε την…κουρτίνα, το έργον ακατάλληλον!).

     Ήταν γύρω στις 2 και κάτι, κοντά ξημερώματα όταν γυρίζοντας στο ξενοδοχείο είπε ο Νότης:
-Ρε Φαίη, μια χαρά περάσαμε, ρε συ να τα… ξαναπούμε!.

        Και πέρασαν οι ημέρες, τα φόρτωσαν τα κουμπαράκια και γύρισαν στη Σαλονίκη. Όπου ο Νότης με την Φαίη τα…είπαν και τα…ξαναείπαν, όχι μια, αλλά πολλές φορές. (Είναι να μη σου …κάτσει η…πρώτη!).

    Φθινοπώριασε και ένα απόγευμα η Λία τηλεφώνησε στην Φαίη:

-Ρε κουμπάρα, χαθήκαμε. Ελάτε ρε το Σάββατο να πιούμε ένα κρασί και να τα πούμε. Να δούμε ρε  και την κούκλα,τη μικρή.

     Ήρθε το Σάββατο, μεζεδάκια, κρασάκι,κουβέντα στο σπίτι του Νότη, όταν η μικρή, όπως πάντα, σαν βδέλλα, δεν ξεκολλούσε από τον νονό της. (Πάντα οι βαφτισιμιές έχουν μεγάλη, πολύ μεγάλη συμπάθεια στους νονούς. Γεγονός και …αποδειγμένο!. Ρωτήστε και κανέναν που …ξέρει!).

-Καλέ νονέ ,κάτι μου χρωστάς. Θέλω να μου πεις, να μου τελειώσεις εκείνη την ιστορία για το διάβολο, τις γυναίκες και τα…κέρατα, μόνο εσύ την ξέρεις!..

 -Καλά ,καλά κοπέλλα μου,θα σου την πώ.Ρώτα όμως πρώτα και τη μαμά σου να σου την πει, που ξέρεις; Μπορεί κι’εκείνη να την ξέρει καλλίτερα!

Share on Google Plus

Σχετικά με Καλύτερη Λαμία

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου