«ΟΙ…ΠΕΤΡΕΣ…!» ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ Κ. ΜΩΚΟΥ


-Φίλο, μπορεί εσύ επιτρέψεις να πάρει εγώ αυτό το πέτρα;

-Και δεν την παίρνεις αδερφέ,μια…παλιόπετρα είναι, μπας και έχει καμιά αξία;         

        Τον είδε τον κατάξανθο,τον…ασπρουλιάρη τον… Γερμανό, ο Σωτήρης ο Γλάντας με τι λαχτάρα πήρε εκείνο το μικρό κομμάτι από μάρμαρο και τό’βαλε προσεκτικά στο σακκίδιό του. Και είπε μέσα του:

-Ρε τον βλάκα τον Γερμανό; Τι είναι αυτοί, ρε; Ντίπ…ζαβοί είναι; Εδώ δεν έχουμε μαντήλι να κλάψουμε κι’αυτοί ασχολούνται με τις…πέτρες;

  Αυτά μονολογούσε ο Σωτηράκης που, με τα πολλά, έλαχε να «τύχει συμβάσεως ως… φύλαξ!»  στον αρχαιολογικό χώρο, στις Μυκήνες.

           Μέχρι Τρίτη του Δημοτικού είχε πάει ο Σωτήρης, γαβριάς από πιτσιρικάς κι’αφού μεγάλωσε, μιά ζωή στη …ρέφα, στην τράκα και στην πείνα. Τέρτσος,αγρίμι κι’…ανεπρόκοπος. Κι’από πού δεν πέρασε!.Δούλεψε στις λαικές,δούλεψε στα σκουπίδια στον Δήμο, δούλεψε από δω, πήγε από κεί, δεν τον σήκωνε ο τόπος και βρέθηκε εκείνος  ο …άγιος άνθρωπος ο βουλευτής, τον λυπήθηκε, είπε - δεν πάει στο…διάολο ας το κάνω το καλό-και τον …βόλεψε:

-Εγώ κυρ’βουλευτή μου, σε ψηφίζω από χρόνια, να το ξέρεις.

-Και τι θέλεις ρε Σωτηράκη; Τι γυρεύεις;

-Να, να πάω κάπου, να με βάλεις να παίρνω δυο δραχμές, να μην πεινάω.

      Του φόρεσαν και τη στολή του φύλακα. Λαμπερά τα σειρήτια και τα ...χρυσόκουμπα και ένοιωθε και… μοστράριζε σαν …στρατηγός… πέντε αστέρων!. Μέγκλα  σωστή…πλουμιστή, όνειρο  και με όνομα: «Σωτήριος Γκλάντας του Αχιλλέως, αρχαιοφύλαξ», το έγραφε και η κονκάρδα!.

  Σουλάτσα με καμάρι στον αρχαιολογικό χώρο, «μην αγγίζετε, προσέχτε από δώ, προσέχτε τα μνημεία », το είχε μάθει απ’όξω και το έλεγε,το …διαλαλούσε.

    Μιλιούνι οι επισκέπτες,Άγγλοι,Γάλλοι,Γερμανοί,μέχρι και κάτι…κοντοπίθαροι κιτρινιάρηδες Γιαπωνέζοι και Κινέζοι, με κάτι μύτες πλακουτσωτές, κόσμος και ντουνιάς, κάτι ρούχα εμπριμέ περίεργα, κάτι καπέλα πλατύγυρα ..γεισάτα από ψαθί μυστήρια, φωτιά ο ήλιος, έψηνε το…αυγό στην πέτρα κι’αυτοί εκεί, ντάλα καταμεσήμερο, να περιεργάζονται τα μάρμαρα με τις ώρες.

     Τους έβλεπε,το σκέφτονταν και το ξανασκέφτονταν ο Σωτηράκης.

 -Ρε συ, δεν μπορεί, εδώ κάτι τρέχει, τόσος κόσμος, τόσοι και τόσοι να κάθονται ολημερίς, να… ψήνονται  και να βλέπουν τα μάρμαρα; Η παλαβοί είναι η κάποιο λάκο έχει η φάβα!.Η ανάποδα τά’χουν διαβάσει τα …γράμματα η…αναποδιασμέ νοι  είναι!. Δεν πάνε ρε  καλλίτερα για κανένα μπάνιο στη  θάλασσα που είναι και κατακαλόκαιρο. Ρε τι κορόιδα του…κερατά, τι…νούμερα είναι τούτα; Ας είναι. Αυτοί… δουλειά τους κι’εγώ…δουλειά μου!…

      Διάνα, δεκάρα δεν έδινε ο Σωτήρης για τα «περί αρχαίων μνημείων και πολιτισμού!». Αυτόν, να τη… βγάλει, να την …γαζώνει τον ένοιαζε.  Έπαιρνε - σιγά τι έπαιρνε - τις 3,60 το μισθό, κονόμαγε και από κάποια φιλέματα των επισκεπτών, άντε και κάτι..ψιλά από κάποιους ξεναγούς,που δεν προλάβαιναν να τελειώσουν την ξενάγηση κι’ αυτός έκανε τα…στραβά μάτια καθυστερώντας το κλείδωμα του αρχαιολογικού χώρου και …μια χαρά, πορεύονταν, τη…γάζωνε.

      Μεσημέρι ήταν μέχρι που ξαναφάνηκε στον αρχαιολογικό χώρο ο Γερμανός.

-Ρε που τον ξέρω,ρε που τον ξέρω,θυμήθηκε ο Σωτήρης που του είχε δώσει την … πέτρα. Και τον πλησίασε, του μίλησε, άνοιξε η κουβέντα .

      Σπαστά τα ελληνικά ο Γερμανός, αχταρμάς με κάτι γερμανικά.

-Γκούτε μόργκεν κύριο Σωτήρη,εσείς πολύ καλό άνθρωπο. Εγώ μεγάλη αγάπη, εκτίμηση έχει για αρχαία. Είναι και δουλειά μου, επιστήμη μου.

-Δηλαδή;

-Αρχαιολόγος από Γερμανία, μένω Βέλγιο, καθηγητής.

-Μωρέ μπράβο;

-Το όνομά μου Κλάους, μα αφού γίναμε φίλοι, θέλω παρακαλέσω εσάς μία χάρη.

-Αν μπορώ;

-Εσύ  μπορεί, αφού έχει κλειδιά  από αίθουσα, μουσείο μέσα σε κτίριο.  Δεν έχει εσύ;

-Κι βέβαια τα έχω.

-Ε, αφού τα έχεις θέλω μια μέρα πάμε μέσα σε βιτρίνες με αρχαία.Τα δώ από κο ντά. Θαυμάζω, αγαπώ αυτά, γίνεται;

-Πως δεν γίνεται.

      Κι’ύστερα έβγαλε από την τσέπη του κάτι μάρκα, ένα μάτσο σωρό και τα πασάρισε στην τσέπη του Σωτηράκη.Τράβα με κι’ας…κλαίω ο Σωτήρης:

-Μα τι κάνετε εκεί;Γιατί;Αυτό απαγορεύεται, εγώ πληρώνομαι απ’την δουλειά μου. Δεν πρέπει να το κάνετε αυτό. 

        Είπε και  ξείπε ο Σωτηράκης, έκανε τον ακατάδεκτο, αλλά το…μπαγιόκο το …κατάπιε!.
-Μην κάνει έτσι κύριο Σωτήρη.Δεν είναι τίποτα,συμπάθησα εγώ εσάς.Εγώ πλούσιο, πολλά λεφτά, εσύ φτωχό. Πάρε αγοράσεις ό,τι θες εσένα και γυναίκα σου. (Ποια γυναίκα του;μιά…ζωή μαγκούφης ήταν!).Έρθω αύριο πάμε μέσα μουσείο.

Μόνο που θέλω εκεί είμαστε μόνοι μας, με ησυχία, όχι πολύ κόσμο παρακαλώ. Εντάξει;

-Εντάξει,ό,τι πείς.

       Με την τσέπη …γκαστρωμένη, ζαλίστηκε,…τρελλάθηκε με το χρήμα ο Σωτήρης, δεν ρώτησε παραπάνω για τα…καθέκαστα  και το άλλο απόγευμα περίμενε τον… Γερμανό. Κι’εκείνος ήρθε.

     Και μπήκαν στην αίθουσα με τα…ειδώλια. Και στάθηκαν μπροστά σε μια βιτρίνα .

-Κύριο Σωτήρη,αυτό…κούρος,αυτό μικρό αγαλματάκι πανέμορφο είναι. Θέλω όμως το δω και από πλάγια όψη, από δω δεν φαίνεται καθαρά. Γίνεται εσύ ξεκλειδώσεις βιτρίνα, το δω καλλίτερα από άλλη πλευρά; Γίνεται;

-Ακούς εκεί; Και βέβαια γίνεται. Πώς δεν γίνεται. Όλα γίνονται.

       Και ξεκλείδωσε τη βιτρίνα ο Σωτήρης, έκανε πώς σκόνταψε τάχα αδέξια  ο Γερμανός, πήρε σβάρνα τρία τέσσερα ειδώλια, έπεσαν κάτω και την ώρα που έσκυβε να τα πάρει ,να τα μαζέψει από χάμω ο Σωτήρης να τα ξαναβάλει στη θέση τους, άπλωσε το χέρι ο Γερμανός,άρπαξε δυο τρία άλλα και τα έχωσε στο σακίδιο.

      Χαμπάρι ο Σωτήρης, ήταν και η ώρα για σχόλασμα, ξανακλείδωσε και τράβηξε για το σπίτι.Δεν πρόλαβε να βάλει στην πόρτα το κλειδί και ένοιωσε ένα χέρι να τον τραβά.

-Είστε ο Σωτήρης ο Γλάντας, ο Φύλακας στο μουσείο;

-Ναι αυτός είμαι.

-Περάστε .

       Στο Τμήμα άρχισε η εξομολόγηση. Και ξέρασε. Τα πάντα.

:-Το και το και τουρίστας ήταν αυτός σαν τους άλλους και μπήκαμε μαζί στο μουσείο.Γερμανός μου είπε,αλλά μίλαγε σπαστά τα ελληνικά κυρ Αστυνόμε.Να δείς …θυμήθηκα και τ’όνομά του: Κλάους τον λέγανε, έτσι μου είπε.

-Άμα τον ξαναδείς θα τον γνωρίζεις;

-Ου…βέβαια

-Για έλα εδώ.

      Και τον πέρασαν στο διπλανό δωμάτιο..Και κόντεψε να πάθει ντουβρουντζά! .-Κύριε Κλάους;
-Αυτός είναι; Μαζί μ’αυτόν μπήκατε στο μουσείο;

-Αυτός είναι. Ναι αυτός. Είναι Γερμανός και τον λένε Κλάους, αρχαιολόγος από το  Βέλγιο, έτσι μου είπε.

     Και ….ξεράθηκε στα γέλια ο αστυνόμος.

-Ποιος Γερμανός και ποιος Κλάους; Φάνης Αυγουλέας είναι τ΄όνομά του.από την Μεσσηνία.Κλέφτης και απατεώνας.Μεγάλος απατεώνας και αρχαιοκάπηλος. Μιά ζωή…κουμάσι!. Παριστάνει τον αλλοδαπό, τάχα μου το παίζει θαυμαστής του ελληνικού πολιτισμού,μπαίνει σε αρχαιολογικούς χώρους και ό,τι βλέπει το μάτι του δεν το…αφήνει το …χέρι του.Ύστερα τα  μοσχοπουλά σε συλλέκτες παράνομους εδώ και στο εξωτερικό.

-Αλήθεια;

-Αλήθεια και την…τύφλα σου!.Τον κακό σου το …φλάρο! Τώρα έλα δω.Αυτόν το
 σάκκο τον ξέρεις;

-Μα αυτός είναι του Κλάους!

-Για δες τι έχει μέσα;Αυτά τα αγαλματάκια, τα…ειδώλια τα ξέρεις;

-Ίδια κι’ απαράλακτα μ’αυτά που έχουμε στο μουσείο.

-Τα ίδια είναι… βρέ λούστρο, τα έκλεψε ο…δικός σου μπροστά στα μάτια σου απόψε απ’ τη βιτρίνα που του ξεκλείδωσες.

-Μα πώς;

-Πώς και…ξεράδια!.Και σας είδαμε από τις κάμερες σε σύνδεση που έχουμε on line όλο το 24ωρο με το μουσείο. Τώρα …χαιρετίσματα και στους δυο σας.Είδα με τι κάνατε.

     Νόμος 205/50 είπε ο εισαγγελέας περί «αρχαιοκαπηλίας και καταχραστών του Δημοσίου περί αντικειμένων μεγίστης πολιτισμικής αξίας»Τα ίδια και ο Πρόεδρος.

Οκτώ τα χρονάκια για τον Γερμανό που λέγονταν Φάνης  Αυγουλέας, απ’τη Στούπα  Μεσσηνίας  και όχι απ’ το..Βέλγιο, που ήταν και… θαυμαστής των αρχαίων, καθότι υπότροπος.

                Δυο χρονάκια με αναστολή στον Σωτήρη, που δεν τον πείραξε τόσο η τιμωρία, παρά που έχασε τη δουλειά,τη…ρότα του, που φόραγε και…μοστράριζε και με τη στολή,που ήταν …κύριος.Και που δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει κι’εγινε σαν …σκουράντζος απ’ την πείνα. Και περιπλανάται και μονολογεί:-

-Κοίτα ρε που πήγα και έμπλεξα με τις…πέτρες και …έφαγα την …πετριά κατακέφαλα!.Άτιμη φάρα αυτός ο…Γερμανός!. Ρε πώς την πάτησα και με …δούλεψε.

Πώς;Και να’ταν και γνήσιος! ο…κερατάς;

Share on Google Plus

Σχετικά με Καλύτερη Λαμία

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου