«ΟΙ…ΔΙΑΡΡΟΕΣ…!» ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ Κ. ΜΩΚΟΥ


         Αν   θες να μάθεις νέα, ρώτα ταξιτζή, καφετζή η κουρέα!.   Και θα πάρεις…ραπόρτο!.

     Διοικητικός…γραφεύς ,απλός υπάλληλος στη ΔΕΗ ήταν ο Γιάννης και κάθε Σάββατο ανελάμβανε τα ψώνια του σπιτιού του. Βάρος και…μπέρδεμα αυτά τα τα supermarket…!.

     Όπως-καλή ώρα-σήμερα. Βαριές, πολύ βαριές, ασήκωτες οι δυο τεράστιες σακούλες με τα ψώνια και αγκομαχώντας τις κουβαλούσε καταϊδρωμένος. Του βγήκε η…ψυχή του χριστιανού ,να τις μεταφέρει μέχρι το σπίτι. Έβαλε το κλειδί στην πόρτα και άνοιξε, όταν…αγουροξυπνημένη η σύζυγος, αντί για καλημέρα, μουτρωμένη, απαιτητικά τον ρώτησε:

 - Άνηθο  έφερες;

 -Τασία, κάτσε καλά μην πω τίποτα για τη μάνα σου. Εδώ…κοψομεσιάστηκα, σου κουβάλησα όλο το market και συ μου λες αν έφερα άνηθο; Δηλαδή μας …μαλώνεις κιόλας; Πρωί-πρωί,πας καλά;
-Σιγά ρε Γιάννη, σιγά τι έπαθες, παρακουράστηκες.Σιγά μην σου πέσαν τα νεφρά!, μη στάξει η ..ουρά του… γαιδάρου!;

     Κλασσικός και τυπικός υπάλληλος του Δημοσίου ήταν ο Γιάννης.Φαλακρίτσα, γύρω στα 50-55, κοίταγε τη δουλειά του, ούτε βόλτες παραέξω, ούτε πάθη, ούτε γούστα περίεργα η άσχημα. Σπίτι δουλειά-δουλειά σπίτι.

Μόνο κάτι περιπάτους τα Σαββατοκύριακα για να …λύνεται, να διατηρεί φόρμα, ώστε να μην…εκτίθεται ακόμα και σε…καθήκοντα σαν τα …άλλα, τα σοβαρά, τα….συζυγικά, να πούμε!. Πως να το κάνουμε; Όταν είσαι 55 και έχεις γυναίκα 40άρα, πρέπει, οφείλεις! να…προσέχεις!.Αλλιώς  θα …προσέξουν…άλλοι!.Και  τότε…«θα…φάς το..γάλλο με τα…πούπουλα!».

       Σε τρίπατο έμενε ο Γιάννης με την Τασία και από κάτω τους στο ισόγειο ο Κυρ Σωκράτης με το καφενείο.

     Ήταν μεσημέρι Πέμπτης γύρω στις μιάμιση, όταν…κλώτσησε μια μπαταρία στο μπάνιο, πλημμύρισε το σπίτι, βγήκε το νερό στη βεράντα, το είδε από κάτω ο κυρ Σωκράτης και χτύπησε το κουδούνι.

 -Τι έγινε κυρα Τασία και στάζει νερό μέχρι κάτω, τι συνέβη και πλημμυρίσαμε;

-Αφήστε κε Σωκράτη, έσπασε μια μπαταρία στο μπάνιο, το νερό δεν λέει να σταματήσει, λείπει κι’ο Γιάννης και δεν ξέρω τι να κάνω.

 -Κάτσε κυρα Τασία, περίμενε, θα τηλεφωνήσω σε ένα μάστορα γνωστό μου, μακάρι να τον βρω να φτιάξει τη βλάβη.

 -Δεν πέρασε μισή ώρα και κτύπησε το κουδούνι.

 -Ο μάστορας.

 -Στον πρώτο όροφο, ελάτε.

     Άνοιξε την πόρτα η Τασία και παραλίγο να της έρθει…κόλπωση!, σαν να τη …κτύπησε ρεύμα!.

   Τι ήταν αυτό; Φάτσα με φάτσα με έναν κοντά δίμετρο παιδαρά με τη φόρμα του να λάμπει, ομορφόπαιδο, πραγματικό Ερμή.

 -Και που είναι βλάβη κυρία;

 -Να, εδώ στο μπάνιο, τρέχει το νερό και δεν σταματά.

  Και πήρε το…κασελάκι με τα κλειδιά-τα εργαλεία το παιδί, κάτι έστριψε-βίδωσε με έναν…κάβουρα και η διαρροή σταμάτησε.

    Βγήκε ο μάστορας στο σαλόνι και …φλογισμένη,αναστατωμένη…σχεδόν εκστασιασμένη ,εμβρόντητη, τον παρατηρούσε η Τασία, τον…ζύγιζε,του έβγαζε …ακτινογραφία!, με τη …μία,τον…σκανάριζε από πάνω μέχρι κάτω!.

-Κυρία, έσκασε, χάλασε η μπαταρία, δεν είναι μεγάλη η βλάβη. Θα κοιτάξω να βρω μια καινούργια και θα περάσω αύριο γύρω στις 10 να την αντικαταστήσω.

     Έφυγε ο μάστορας και η Τασία έμεινε εκεί σαστισμένη, αποσβολωμένη… άγαλμα, να σκέφτεται και να…λιγουρεύεται αυτό που είδε.Υστερα πήρε κάτι πετσέτες και κάτι…μαλαστούπες και άρχισε να μαζεύει τα νερά.

       Ήρθε τρεις και μπήκε στο σπίτι ο Γιάννης.

 -Ρε συ Τασία, τι νερά είναι αυτά, τι χάλια,τι έγινε εδώ;

 - Δεν βλέπεις ρε Γιάννη, χάλασε η μπαταρία στο μπάνιο. Ευτυχώς που ενδιαφέρθηκε, που φρόντισε ο Κυρ Σωκράτης και μας βρήκε και έστειλε μάστορα.

        Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκε η Τασία. Σαν σβούρα γύριζε στο κρεββάτι,το μυαλό της όλο στον μάστορα, σκέφτονταν …αναπολούσε και… φαντάζονταν … τα άλλα!,τα…διάφορα κι’ωραία!.

       Μέχρι που ξημέρωσε και το πρωινό ,γύρω στις δέκα ήρθε ο μάστορας και πέρασε την μπαταρία.

-Τι σας χρωστώ, πόση είναι η δουλειά σας κύριε;

-Βλαδίμηρος Καραιτίδης κυρία μου, με τον πατέρα και τον θείο μου έχουμε μαγαζί λίγο πιο πάνω. 

Είμαστε και οι τρεις μαστόροι για όλες τις δουλειές. Και για υδραυλικά και για ηλεκτρικά και για ό,τι θέλει φτιάξιμο και επισκευή. Για όλα. Πάρτε και την κάρτα μας και όποτε μας χρειαστείτε τηλεφωνήστε. Τώρα αυτή εδώ ήταν μικροδουλειά, για μαστορικά δεν χρωστάτε τίποτα, το κόστος της καινούργιας μπαταρίας μόνο.

-Δεν μπορεί δεν είναι σωστό.Τότε θα μου επιτρέψετε να σας προσφέρω ένα ποτό, να σας κεράσω κάτι.

 -Να το πιω, αλλά σύντομα γιατί πρέπει να γυρίσω στο μαγαζί.   

        Είπε ο Βλαδίμηρος «σύντομα πρέπει να γυρίσω στο μαγαζί» και έμεινε μια ώρα και …βάλε!. Το ένα ποτό έγινε δύο, άνοιξε η κουβέντα, καρφωμένη η Τασία απάνω του, φόραγε κι’εκείνη τη ρόμπα την πρόχειρη τη σταυρωτή που φοράνε οι κυρίες στο σπίτι που κρύβουν τα…μισά,(robe de chambre! τις λένε οι Γάλλοι και την…τύφλα! τους) .Καρφωμένος κι’εκείνος στα…προσόντα της, φούντωνε η κουβέντα, ξεχάστηκαν τα…κύριε και…κυρία, ζεστάθηκε το κλίμα και την ώρα που έπρεπε να φύγει,βγάζοντας να τον πληρώσει του έπιασε σφιχτά το χέρι και δεν το…άφηνε!.

-Σ’ευχαριστώ, σ’ευχαριστώ πολύ για όλα, μα τώρα που γνωριστήκαμε να τα ξαναπούμε.

 -Όποτε θέλεις. Τηλεφώνησέ μου.

       Δεν πέρασαν, παρά δύο ημέρες και του τηλεφώνησε.

-Κερνάω καφέ !.

     Και ανέβηκε ο Βλαδίμηρος για καφέ και είπε η Τασία:

-Μωρέ Βλαδίμηρε, εσύ που όπως μου είπες ξέρεις και από ηλεκτρικά, έλα να δεις ένα λαμπατέρ, δεν ανάβει, μήπως και καταφέρεις να το φτιάξεις, εδώ, εδώ!. Εδώ, εδώ, την ακολούθησε ο…δικός σου κι’αντί ν’ανάψει το λαμπατέρ, άναψε, έβγαζε φλόγες, πήρε φωτιά η Τασία, τον άρπαξε, τον έσυρε στην κρεβατοκάμαρα  έτσι κι’έτσι …κοκορέτσι! και..γιουβέτσι! και …«Μάνα μου τα λουλούδια σου συχνά να τα ποτίζεις!»¨.-

     Ακόρεστη…ψιλοδιψασμένη…ψιλονηστικιά τώρα η Τασία, έψαχνε την αφορμή, τη…φόρμουλα να φέρνει τον Βλαδίμηρο στο σπίτι.

     Δεν σκέφτηκε και πολύ,έψαξε την άκρη και τη βρήκε. (Σιγά μην δεν την …έβρισκε!).

   Τι ήταν ο Βλαδίμηρος; Μάστορας ήταν. Άρα για να μπαίνει απονήρευτα και με ευχέρεια στο σπίτι, έπρεπε να μπαίνει σαν μάστορας και να επισκευάζει βλάβες.

Και τότε άρχισε ένα βιολί,μα ένα βιολί!. Κάθε τρεις και λίγο, όλο και κάτι διαρροές, κάτι…κάηκε η κουζίνα, κάτι…τρέχει ο θερμοσίφωνας, πότε το κλιματιστικό, πότε …κάηκαν οι ασφάλειες, στο σπίτι ένα σωρό ζημιές.

       Μέχρι που ο Γιάννης απηύδησε.

 -Ρε συ Τασία, τόσες ζημιές μαζεμένες; Να φέρουμε ρε συ κανένα παπά για ευχέλαιο. Τι κακό είναι αυτό;

 -Μα Γιάννη μου, έτσι είναι, αυτό συμβαίνει με τα παλιά σπίτια, από κάποια χρόνια και πέρα.

    Είναι τώρα μια μέρα γύρω στις 2 το μεσημέρι, μόλις έχει κατέβει απ’το σπίτι της Τασίας ο Βλαδίμηρος και τον σταματάει ο Κυρ Σωκράτης ο καφεντζής.

-Έλα εδώ να σου πω ρε Βλαδίμηρε. Έλα να σου πω δυο κουβέντες. Σε ξέρω από μικρό παιδί. Ξέρω και εκτιμώ και τον πατέρα σου. Αυτό το βιολί, τα ανέβα –κατέβα εδώ πάνω στο σπίτι να το σταματήσεις.Ξέρω τι σου λέω.Ξέρω ,γιατί κι’εγώ στην ηλικία σου περίπου τα ίδια έκανα. Ξέκοψε απ’αυτή την κατάσταση μην εκτεθείς, μην μπλέξεις κι’έχουμε τίποτα…ντράβαλα!. Κατάλαβες; Ξέρω τι σου λέω!.

      Φίνα περνούσε η Τασία, ωραία και ο Βλαδίμηρος που είχαν συνεννοηθεί όταν θα έρχεται κάτι να επισκευάζει, κάτι άλλο να…πειράζει να το χαλάει, ώστε να ξαναβρίσκει αφορμή να ξανάρχεται στο σπίτι να το επισκευάσει. Και τράβαγε δυο τρεις μήνες το…βιολί, μέχρι που ξαφνικά οι ζημιές…αραίωσαν και τέλος σταμάτησαν, γιατί –ξύνισε το…γλυκό!- ο Βλαδίμηρος τις βαρέθηκε τις…βλάβες,
βαρέθηκε την κατάσταση, (ήταν και οι κουβέντες του κυρ Σωκράτη) και..έστριψε …έκοψε λάσπη.

     Πέρασαν κάτι μέρες, ούτε βλάβη, ούτε διαρροές ούτε τίποτα.Και ένα  βράδυ   είπε ο Γιάννης:

-Ρε συ Τασία, σαν κάτι νά’γινε, σαν θαύμα ρε κορίτσι μου και οι βλάβες στο σπίτι τέλος.

 -Μα Γιάννη μου, τι περίμενες ; Ακόμα βλάβες και διαρροές; Είναι δυνατόν; Ελπίζω να τις φτιάξαμε όλες. Ευτυχώς που πέσαμε σε…καλό μάστορα!.

     Ξημέρωσε κι’ όπως κάθε πρωινό Κυριακής ο Γιάννης κατέβηκε στο καφενείο.

-Τι γίνεται κυρ Σωκράτη, πως πάει η δουλειά;

-Τι να πάει μωρέ κυρ Γιάννη, δεν τα ξέρεις; Μ’αυτή την κρίση δεν…πάει. Ύστερα με τα τούτα και τα’κείνα,, έχει κι’αυτός ο κόσμος…στένεμα με τα οικονομικά.

-Εμένα μου λες; Να δεις εγώ, εδώ και κάνα-δίμηνο. Λες και έπεσε κατάρα.Βλάβες, διαρροές και πάλι διαρροές, ένα σωρό ζημιές. Αλαλλιάστηκα στα..μαστορικά!. Άσε που ταλαιπωρείται και η Τασία!.

 -Δεν βαριέσαι μωρέ κυρ Γιάννη, υγεία νά’χουμε, αν…έπιανε και σένα και λίγο το χέρι σου λίγο να τα καταφέρνεις σε μικροβλάβες;

 -Δηλαδή τι μου λες τώρα κυρ Σωκράτη; Να κάνω εγώ τον μάστορα; Γίνεται αυτό;. Δεν γίνεται.

          Άλλο δεν του αποκρίθηκε ο Σωκράτης, κούνησε με νόημα το κεφάλι και γυρίζοντας στα…καφόμπρικά του, ψιθύρισε μονολογώντας:

 -Αχ ρε Γιάννη, τώρα τι να σου πω; Γίνεται και …παραγίνεται. Άσε που μπορεί να…προλάβαινες και τα…υπόλοιπα!.

Πάντως, κοίτα…ν α…σ κ ε π ά ζ ε σ α ι  τη νύχτα!.-

Share on Google Plus

Σχετικά με Καλύτερη Λαμία

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου