«ΕΙΜΑΙ ΠΟΝΤΙΟΣ ΚΑΙ …ΜΕ ΑΡΕΣΕΙ…!» ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ Κ. ΜΩΚΟΥ


           «Είμαι Πόντιος και …με αρέσει!». Καθαρά και με μεγάλα γράμματα το έγραφε στο μπλουζάκι στο στήθος του ο Ιγνάτιος.Το έδειχνε με περηφάνεια και κορδόνωνταν  για την καταγωγή του.
-Εμείς, απέ τον Πόντον φιλότιμοι και ξεχωριστοί είμαστε, για!

    Και ανάμεσα σε..ρακιές και …μεζεδοκατάσταση,γελούσαν τα φιλαράκια του και τον πείραζαν:

-Άσε μας ρε Ιγνάτιε, με τις δηλώσεις σου. Δηλαδή εμείς οι υπόλοιποι δεν είμαστε φιλότιμοι και περήφανοι; Της…πλάκας είμαστε; Δεν μας έκανε μάνα εμάς;

-Ναι για, αλλά ποντιακό αίμα και μυαλό δεν έχετε.

-Που πάει να πεί;

-Εξυπνότεροι από σας είμαστε, για!.

         Με γονείς και καταγωγή από την Αργυρούπολη του Πόντου, βρέφος ήρθε στην Ελλάδα ο Ιγνάτιος. Εγκαταστάθηκαν στην Πολίχνη κι’εκεί μεγάλωσε .«Μουσκουλάτος» και αψύς τσακώθηκε μια μέρα με κάτι τύπους που έβρισαν τα φιλαράκια του στο Καπάνι.

        Μεγάλος, τρικούβερτος ο καυγάς, κάτι μπουνιές, κάτι κλωτσιές, γυάλισε στο χέρι κάποιου και κάτι σαν …σιδερικό, τον  πρόλαβε ο Ιγνάτιος, έβγαλε και τούτος μια…διμούτσουνη λιμαρισμένη και του την έχωσε στην κοιλιά. Τάβλα …κόκκαλο  κάτω ο άλλος, μπήκαν στη μέση οι πολιτσμάνοι, τρεχάλα και… λαγός ο Ιγνάτης νομίζοντας ότι τον…τέλειωσε. Κρύφτηκε, πέρασαν κάτι μέρες, η Σαλονίκη  δεν τον σήκωνε κι’από τότε πήρε των οματιών του και άραξε σε κάτι δικούς του στον Πειραιά.

      Ψάχτηκε για το… συνάφι του, βρήκε κάποιους πατριώτες του, περνούσε και ο καιρός, τον… έσφιξαν και τα γάλατα, δουλειές από δω κι’από κεί, έμπλεξε και με την Σουζάνα, φουλ στην καψούρα, και να τζιγέρι μ’ (σπλάχνο μου) και να βρυκουλεύω σε (σε έχω στην καρδιά μου) στη Σουζάνα. Μέχρι που μια μέρα τη…στρίμωξε. 

     Βαρβάτος και… κοτσονάτος  ο Ιγνάτης, μικροκαμωμένη και ντελικάτη εκείνη. Καί πάνω στο ….σχέδιο! κάτι δεν του ταίριαζε. Και βάλε το κορμί σου έτσι από δώ, πάρε το πόδι σου από κεί, μέχρι που αγανάκτησε το κορίτσι και του αντιγύρισε:

-Μα καλά ρε χριστιανέ μου, να…γ@σεις… θέλεις η να…παρκάρεις;!!!!

(Έτσι είναι οι Πόντιες, σπιρτόζες, ετοιμόλογες και…μαστόρισσες!. Όποιος δεν ξέρει, ας…ρωτήσει!)!.

               Και να γλύκες και τα…υπόλοιπα, ωρίμασε ο καιρός και το …σχέδιο, «πασλούκ» αυτός, «τάπλα» εκείνη, κατά το ποντιακόν έθιμον και «εγένοντο οι δύο, εις σάρκαν μίαν!».

      Χαρές, αρμαθιά, σωρός οι καλεσμένοι, μεγάλο το γλέντι, τραπέζωμα, ίσα με 20 οργιές το τραπέζι, σαρμάδες τσουμούρ, καρτόφι ντολμάδες και τεπίκε αταλάζαρ Νικομήδειας και σορβάδες τανωμένοι και πλιμένια κοτοπουλάτα και και χαμσποπίλαφο και… χαψία πλακίν…μεθυσμένα μέχρι και… δεμέσια. Όλες του Πόντου οι συνταγές οι ωραίες, οι γευστικές οι όμορφες, οι παράξενες  και μυστήριες.

          Έφαγαν και ήπιαν όλοι του σκασμού!. Κι’ύστερα…καπάκι και το γλυκό: Εκμέκ ισλαμισού!. Ήρθαν και οι χοροί,τα κοτσαγκέλ, το τικ τα’ομάλ και κότσαρι και λετσίνα και …βέβαια η σέρρα!.

     Τέλειωσε όμως το …μέλι, τέλειωσαν και τα …μπικικίνια και βγήκε ο Ιγνάτιος στην πιάτσα για δουλειά. Πήγε από δώ, πήγε από κεί, βρήκε κάτι…λιμά. Να στεριώσει όμως πουθενά, Όλα  του έφταιγαν κι’όλα του… ξύνιζαν.

        Γκρεντάλι όπως ήταν, έφτασε μέχρι και πορτιέρη σε μπουζουκάδικο να τον …τακτοποιήσουν οι… δικοί του. Δύστροπος όμως, αψύς και τζαναμπέτης, καθώς ήταν, τσακώθηκε κι’εκεί και την …έκανε.. Και γκρίνιαζε η Σουζάνα για φράγκα στο σπίτι. Έπεσε πείνα και…ξαναπήρε, ξαμολύθηκε στους δρόμους.

     Πλατεία Καραισκάκη, κει’δα πίσω απ’τα Λεμονάδικα, Γούναρη μεριά, κοντά μεσημέρι Σαββατιάτικο, αποκαμωμένος είπε να κάτσει στου «Αρτέμη» να πιεί δυό ρακιές, να ξαποστάσει, να…στανιάρει.

             Μέχρι που μπήκε στο μαγαζί ένα ζευγάρι. Καλοντυμένη, σικάτη η κυρία, στην… πένα και ο συνοδός. Και κάθησαν στο διπλανό τραπέζι.

                                      Ο Τάσος στου «Αρτέμη»..

       Ώσπου ο Τάσος του μαγαζιού του πήγε του Ιγνάτιου δυο τσίπουρα.

-Κερασμένα απ’ τον κύριο, εδώ, δίπλα σας.

-Α’ τι λέτε, σας ευχαριστώ πολύ κύριε, αλλά γιατί αυτό;

-Να, σας βλέπω σκεφτικό και είπα  και πήρα το θάρρος να σας προσφέρω μιά …κερασιά. Αλλά μην στενοχωριέστε, όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε. Δύσκολα τα πράγματα, αλλά το…παλεύουμε.

-Έχετε δίκιο, αλλά.

-Τι αλλά; 

       Κουβέντα στην κουβέντα, έγιναν και οι συστάσεις.

-Ιγνάντιος Εντζερίδης, Πόντιος απέ την Πολίχνη. Είμαι στεναχωρημένος, προβληματισμένος, ψάχνω για δουλειά, αλλά που δουλειά.

-Νίκος Ταβουλέας, ναυτικός πράκτορας. Μήν ανησυχείτε, έχω εγώ να σας δώσω δουλειά κι’αν θέλετε το κουβεντιάζουμε.

-Αν θέλω λέει; Ακούς εκεί; Αστειεύεστε; Και βέβαια θέλω. Δουλειά γυρεύω.

    Και το κουβέντιασαν.

-Ακούστε κύριε Ιγνάτιε και δώστε προσοχή. Γνωρίζετε από βαπόρια;

-Όχι δεν έτυχε.

-Ακούστε λοιπόν. Το γραφείο μας πρακτορεύει βαπόρια και φροντίζει για κάθε τους ανάγκη και προμήθεια. Από τρόφιμα, μέχρι καύσιμα. Θα σας ορίσω υπεύθυνο στα καύσιμα. Θα πηγαίνετε στα διυλιστήρια την ώρα που τα μικρά πλοιάρια θα φορτώνουν καύσιμα για να τα μεταφέρουν στη ράδα μακρυά από τους ντόκους του λιμανιού σε πλοία που είναι εκεί αγυροβολημένα. Αυτά τα μικρά πλοιάρια τα λένε «σλέπια». Εσείς δεν θα έχετε νταλαβέρι στην παράδοση παρά μόνο με τον καπετάνιο του «σλεπιού» και τον καπετάνιο του καραβιού, κάθε μεγάλου καραβιού όπου θα παραδίδετε τα πετρέλαια. Μόνο μ’αυτούς  και κανέναν άλλον. Καταλαβαίνετε;

-Προσπαθώ.

-Θα σας υπογράφουν εκείνοι ένα χαρτί, θα υπογράφετε κι’εσείς και αυτό είναι όλο. Μετά θα φέρνετε τα χαρτιά στο Γραφείο. Τα υπόλοιπα θα τα κανονίζω εγώ.

Σύμφωνοι;

-Σύμφωνοι. Να λελεύω σε (να σε χαρώ!) Κε Ταβουλέα μου. Εσύ καλός άνθρωπος. Μακροχρονίαν να δι’σε ο θεόν. Να δι’σε τ’εφτά ευλογίες (ο Θεός να σ’ευλογεί και να σου δίνει χρόνια).

     Γύρισε χαρούμενος και ευχαριστημένος ο Ιγνάντης στο σπίτι.

-Τζιγιέρι μου, δουλείαν εψάχναμεν, δουλείαν εβρήκαμεν.

    Καταχάρηκε η Σουζάνα, ήπιαν και τα κρασάκια τους και ύστερα του’ καμε το δώρο το…. μεταμεσονύκτιο. (Αυτό ντέ που κάνουν οι γυναίκες!).

     Έστρωσε η δουλειά, επιστάτης στην παράδοση πετρελαίων ο Ιγνάτιος, μέχρι που μιά μέρα παρατήρησε τα παραστατικά. Και τι είδε; Άλλες ποσότητες έγραφε το παραστατικό της προμηθεύτριας εταιρείας του διυλιστηρίου, για άλλες διαφορετικές και κατά πολύ μεγαλύτερες υπέγραφαν και ο καπετάνιος του «σλεπιού» και  ο καπετάνιος του πλοίου πως παρελάμβανε. Μεγάλες διαφορές και στα λίτρα και στα λεφτά. Τεράστιες.

   Και τότε τράβηξε γραμμή στο γραφείο του πράκτορα.

-Κύριε Ταβουλέα, κοιτάξτε αυτό εδώ. Το και το. Άλλα γράφει το χαρτί του διυλιστήριου κι’άλλα γράφουμε  εμείς ότι παραδίνουμε. Αυτό είναι απάτη.

-Εντάξει Ιγνάτιε, αυτά αφορούν το γραφείο, εσύ να κάνεις τη δουλειά σου και να μη σε νοιάζει.

-Τι να μη με νοιάζει κύριε Ταβουλέα; Τι να μη με νοιάζει; Εγώ υπογράφω χαρτιά. Αυτά τα χαρτιά που υπογράφω λένε ψέματα. Κάποιοι κονομάνε στην πλάτη μου.

-Εντάξει Ιγνάτιε, θα το κανονίσουμε.

-Τι με λέτε τώρα;

Τι να κανονίσουμε κύριε Ταβουλέα. Εγώ πάντως από αύριο σταματάω. Φυλακή δεν πάω. Πληρώστε με να φύγω. Εγώ άτιμος και απατεώνας δεν είμαι. Δουλειά σας ζήτησα και σείς πάτε να με μπλέξετε. Για τούτο και με είπες τζιρνίαν κ’εβγάλλ; (να μην βγάλω τσιμουδιά;). Πόντιος εμειν και το καστι μ’ άσπρον εν (είμαι Πόντιος και έχω το μέτωπό μου καθαρό!).

Γηρεύον (ζητιάνος) και πεγιαπούρ δεν ‘στώ (ρεζίλι δεν θα γίνω). Εκούμπωσές άτον ‘με (με κορόιδεψες, με γέλασες, μου είπες ψέμματα). Τούτα εγώ δεν τα κουρτώ (εγώ αυτά δεν τα ανέχομαι, δεν τα καταπίνω). Εσπάλτσεντ’ο σπιτ’ν με (δεν θα μου κλείσεις το σπίτι, να καταστρέψεις την οικογένειά μου).

-Για τούτο και αύριο θα πάω να τα πώ όπου και όπως πρέπει.

Καί πήγε.

          Μεγάλο το βουητό!, φουντάριασε από…φωτιά, λαμπάδιασε  η ναυτιλιακή πιάτσα,…τούμπανο η υπόθεση, μέχρι που έφτασε η μέρα της δίκης.

       Κάποιος παλιός στα κόλπα και στα…κουμάντα του λιμανιού δεν έδωσε και τόση σημασία.(Και τι έγινε ρε παιδιά; Γέννησε δηλαδή η κόττα αυγό…δίκροκο;Τι έγινε δηλαδή; Δεν τα ξέρουμε αυτά τα…νιτερέσσα με τα πετρέλαια;Ολοι κλέβουν, όλοι κλέβουν, όλοι τα…παίρνουν, όλοι…πανογράφουν ποσότητες. Όπου πλεούμενο, βαπόρι,όπου…μάνικα και…χαρτί…μαύρο χαρτί!. Πολλά τα λεφτά. Το θέμα είναι να μήν σε πάρουνε μυρωδιά!. Σε πήρανε…χαμπάρι;τράβα στη …*Στάνη για …ρυζόγαλο!).

     Στο δικαστήριο χαλασμός!.

Όλος ο…καλός! ο ναυτιλιακός κόσμος παρών. Χαμός!. Και πράκτορες και δικηγόροι και… κόντρα δικηγόροι. Το κατηγορητήριο: «Λαθρεμπορία κατά συρροήν με προεκτάσεις φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής μετα δόλου!».

     Άτεγκτος ο εισαγγελέας, άτεγκτος ο πρόεδρος, άτεγκτο το δικαστήριο και η ετυμηγορία σχέτο…δηλητήριο!.

          Και…βάρεσαν οι καμπάνες βαρειές κι’ασήκωτες. Οχι σαν τις παλιές τις γνήσιες τις μελωδικές της…Σύμης. Μα …πένθιμες και…λυπητερές.

          Μέσα οι καπεταναίοι του «σλεπιού» και του μεγάλου καραβιού, μέσα οι λοστρόμοι, μέσα και ο Τελώνης υπηρεσίας, μέσα και ο Ταβουλέας. Οσο για τον Ιγνάτιο…καθάρισε, τη  γλύτωσε με αναστολή.

     Ένα μικροουζερί εχει ανοίξει εδώ κα κα’να δυό χρόνια ο Ιγνάτιος.

Κάθεται με τα φιλαράκια του, χόντρυνε…ξεχείλωσε πιά και η Σουλτάνα και κρατά στην αγκαλιά της έναν πιτσιρικά. Τον γιό τους, που στο μπλουζάκι του γράφει: «Είμαι Πόντιος και …με αρέσει!».
Κατά …μάνα, κατά… κύρη…

*«Στάνη»: Παραδοσιακό γαλακτοζαχαροπλαστείο στον Πειραά.

Share on Google Plus

Σχετικά με Καλύτερη Λαμία

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου