«ΚΑΙ ΜΑΓΟΥΛΟ…ΒΕΡΥΚΟΚΟ…!» ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ Κ. ΜΩΚΟΥ


 Κι' ας είπε ο ποιητής πως «ο Αύγουστος λούζεται μέσ' την αστροφεγγιά !». (Ποιητής είναι, ότι θέλει λέει!.). Σε μας που απ'τη ζέστη ...λουζόμαστε στον ιδρώτα, έχει τίποτα να μας πει; Λέω,έχει;

           Τελικά αυτός ο Αύγουστος είναι …μπαγαπόντης και πολύ...μπαγάσας!.

Δεν λέει να...νοτίσει, να δροσίσει λιγουλάκι, να φύγει το συννεφόκαμα, η καρακαντίλα, να πάρει λίγο απάνω του το μελτεμάκι, να διώξει την κουφόβραση κι αυτή τη ρημάδα την υγρασία που συμμάχησε με τη ζέστη  και κοροϊδεύει τους ….μετεωρολόγους, τα…μερομήνια και ταλαιπωρεί και τον Μήτσο.

    Τσίφτης ο Μήτσος, ασίκης και καραμπουζουκλής. Και κάθεται στο καφενείο του Μηνά -καρέκλες μία να καθόμαστε και δύο ν'ακουμπάμε!.Και …ξύνεται και δίνει παραγγελιά στην ...γκλάβα του να του κατεβάσει ιδέες.

           Τον ξέρει τον Μήτσο ο Μηνάς απ'την καλή κι' απ' την ανάποδη. Τά'χει το παλληκάρι, τα χαλάει.Δεν τά'χει, είναι σαν τη …ρέγγα τον Αύγουστο. Τέρτσος  και ψαχουλιάρης μπάς και βρεί κανένα ψιλοσυγγενή η γνωστό και τον παραμυθιάσει, να τον...δολώσει, να τον ...δαγκώσει και να τον αρμέξει. Κι’αμα τον τρακάρει,τον αρχίζει στα λόγια.Όσο για την....κασέττα πάντα ίδια κι' απαράλλακτη:

-Ξέρεις φιλαράκι, άμα έχεις, λέω άμα έχεις, χρειάζομαι τόσα, αλλά και τα μισά να μού δινες, θα τη βγάλω. Αν δεν είχα κι'αυτή τη μάνα μου στο νοσοκομείο κάτι θα γινότανε, τώρα πως;

            Τ'ακούει αυτά ο Μηνάς (όλοι οι καφεντζήδες κρυφακούνε) και τον πιάνει το...μουλαρίσιο.

-Καλά ρε μούργο, τι του λές του ανθρώπου ;Εχεις μάνα; Δεν πέθανε πρόπερσι;

 Καλά ρε ,δυό μανάδες είχες;

      Κάνει σσσσς.!...ο Μήτσος, πάει  στο Μηνά και του ...καθρεφτίζεται:

-Αδελφέ το βλέπεις αυτό;  Κοίτα δώ; Και του μοστράρει το πράσινο το κατοστάρι. 

-Τόσα ρε,αυτά του  του πήρα και σύ…σαρμάκο -τουμπεκί.Ασε που τον λυπήθηκα  γιατί συγκινήθηκε που του είπα για τη μάνα μου!. 

     Σιγά που τον έπιασε η μεγάλη ...λύπηση τον Μήτσο, δίνει τα 50  στον Μηνά, (ούτε και που θυμάται πόσα κι' από πότε  του χρωστάει! ), ισιάζει το πουκάμισο-χρώμα μπλού λουλακί  λαμέ, με γιακάδες κάτασπρους, χιονάτους για αντίθεση-για τις γυναίκες ντέ! ( να μην μας λένε. παρακατιανούς και… γύφτους!).,...

      Σαλιώνει ένα λαθραίο και παραγγέλνει βαρύ και όχι. Λέει το μαγαζί ...χτύπος κι' απάνω πού ‘ρχεται ο καφές, φάτσα στην πλατεία περνάει το…πρόσωπο. Λίκνισμα ...κόλαση, κορμί σπαθάτο για παρέλαση, μάτι μαριόλικο .τσακίρικο, να σε κοιτάξει και να πας από ... βασκανιά! . 

         Κοιτάζει από μέσα ο καφετζής (οι καφετζήδες τα βλέπουν όλα, γυρίζοντας εδώ κι’εκεί την.κεφάλα τους σαν περισκόπιο από υποβρύχιο). 

-Πω  πώ μανάρα μου, τι είναι αυτό ρε, ρε τι πράμα είναι  αυτό, τι μάγουλο βερύκοκο;

     Ακούει ο Μήτσος την κουβέντα και σαν να τον τσίμπησε νταβάνι (από 'κείνα τα μαυροπράσινα τα μεγάλα που άμα δεν τα προλάβεις, κάνουνε τέτοια…βουρ δουλιά, τέτοιο τσίμπημα, σαν ...εφοριακοί και είσαι να γυρεύεις φαρμακείο και κορτιζόνες νύχτα τον Αύγουστο!).

-Τι είπες τώρα ρε Μηνά, είπες βερύκοκο;

- Ναι ρε είπα βερύκοκο, τρέχει τίποτα;

- Όχι ρε φίλε, άστο...

    «Άστο, πως άστο;», λέει μέσα του  ο Μήτσος. Αυτό είναι το θέμα , εδώ είναι το ζουμί, στο βερύκοκο.

      Όμως το βερύκοκο δεν είναι μόνον φρούτο, είναι και το... πρόσωπο. Και το πρόσωπο έχει το ονοματάκι Σούλα, αλλά και πατέρα μεγαλομανάβη. Να, έτσι, πως, γι'αυτό και τα φρούτα έχουνε ονομασίες και γλύκα σαν τις γυναίκες.

     Στημένη από ώρα στο σημείο  το γνωστό  το απόγευμα η Σούλα, περνάει και κανένα μισάωρο απ’ τα συνενοημένα  για το ραντεβού και ξεμπουκάρει ,τάχα… αλαφιασμένος ο Μήτσος. (Δεν είναι ότι άργησε, αλλά κρυμμένος την  παρακολουθούσε να βολτάρει πέρα-δώθε στα δυο μέτρα, σαν τον τσολιά στον; άγνωστο στρατιώτη.( Όχι που θα την άφηνε να φύγει!).

 -Μήτσο μου τι  έχεις, τί έχεις πασσάκα μου, γιατί είσαι έτσι αλαφιασμένος;

- Άσε ρε Σουλάκι, δεν βλέπεις τι γίνεται; Πέσαμε σε άσχημες εποχές . Μείναμε κι' από εργασία  και τα λεφτά τελειώνουν (ποια λεφτά; αυτά που τέλειωσαν εδώ και κανένα εξάμηνο κι ο Μήτσος τη βγάζει.αμάκα...τσέτουλα, πότε από δω, πότε από 'εκεί, αλλά πως να της το πει;).

-Καλά μην κάνεις έτσι Δημητράκη μου,μην χολοσκάς, έχει ο θεός.

       Τώρα ο Θεός είχε, πάντοτε έχει, ο Μήτσος όμως δεν έχει..Και κάνει έτσι το Σουλάκι, βγάζει μιά ...διακοσαρού και του την… πασσάρει.

-Αυτό που έκανες, μην το ξανακάνεις, δεν θα ξαναγίνει, εγώ από γυναίκα λεφτά δεν παίρνω,δεν το καταδέχομαι, δεν το επιτρέπω,τι άντρες είμαστε, ρεζίλια είμαστε;

-Ξένοι είμαστε βρε  Μήτσο μου, πάρτα σου λέω, άντε πάρτα να πορευτείς, άσε που για δουλειά θα μιλήσω και στον μπαμπά.

     Τον γουστάρει πολύ  τον Μήτσο το Σουλάκι και τα γούστα ...πληρώνονται. Άσε που «θα μιλήσει και στον μπαμπά!» και ξέρει πως ούτε μία στο εκατομμύριο ο μπαμπάς θα της πει όχι. Λένε ποτέ όχι οι μπαμπάδες στις μοναχοκόρες; Όχι, δεν λένε. Ποτέ!.

      Άρπαξε την…διακοσαρού ο Μήτσος, είπε μέσα του (-αμάν αδελφέ μου,πάλι τη...γάζωσα), μίλησε και η Σούλα στον …μπαμπά και είπε ο μπαμπάς: "Κορίτσι μου εσύ ξέρεις ". (Ηξερε η Σούλα,πως δεν .ήξερε; «Αλλού με τρίβεις…γούμενε   κι’αλλού έχω τον…πόνο!»).

      Και να ο Μήτσος με φόρμα ...τιραντάτη σαν τους μεταλωρύχους  στη δουλειά.

Βαρειά ήταν η δουλειά,ξύπνημα απ' τις δύο και τελάρα -πολλά τελάρα με φρούτα και λαχανικά να φορτώνεις ως το ξημέρωμα. Μικρό ήταν το μεροκάματο, αλλά όταν έχεις σκοπό και ...μία  να μην παίρνεις, τάχα μου αδιαφορείς, υπομένεις και προπαντός  περιμένεις.

      Τον έβλεπε τον Μήτσο το αφεντικό, γκρεντάλι μέχρι εκεί πάνω, μπρατσαράς, δυνατός και στη δουλειά σκύλος.Όσο δούλευαν δυο, δούλευε αυτός μονάχος του.

Εγινε και μια φασαρία, πλάκωσε έναν Αλβανό στις...μάπες γιατί…τάχα τεμπέλια ζε και…πάρτον το Μήτσο στην…αναβάθμιση,στην εκτίμησι του αφεντικού.: Από ...παππάς...αρχιμανδρίτης.

     Πέρασαν κάνα δυο μήνες, τά'βλεπε αυτά το αφεντικό και είπε στην κόρη του : 

-Μπράβο ρε κορίτσι μου που μού’φερες αυτόν τον άνθρωπο στη δουλειά, αυτός κάνει,αξίζει  για πολλά πράγματα, μεγαλύτερα. 

     Άρπαξε κι η Σούλα την ευκαιρία

-Άντε, καλέ μπαμπά, άλλαξε του θέση, δεν βλέπεις τι φιλότιμο, τι κούραση, έχει λιώσει το παιδί, δεν του έχεις εμπιστοσύνη;(Αυτήν άλλο την.. έτρωγε!).

        Ο μπαμπάς, ο κυρ Θανάσης, ήξερε από εμπιστοσύνη, αλλά ήξερε και την πιάτσα. 

      Και πέρασε καιρός. Δούλευε σαν το σκυλί ο Μήτσος και μια μέρα του παρήγγειλαν:

-Σε θέλει τ' αφεντικό.

               Σκέφτηκε ο Μήτσος τι νά΄θελε το αφεντικό; (Τα αφεντικά όλο θέλουν!). Σχόλασε, πλύθηκε καλοντύθηκε και πάρτον στο γραφείο της διεύθυνσης. Πέρασε και δίπλα απ' το λογιστήριο, τον είδανε και  τα... κορίτσια, κάνανε Α!!!! από θαυμασμό και…ζήλεια για τον παιδαρά (καλέ τι άντρας!) και ξανασκύψανε να ταιριάσουν  τα…καλπικα τιμολόγια.

      Φάτσα τώρα ο Μήτσος με τον Θανάση  και άρχισε η ανάκριση:

-Κι'από που είπαμε ότι είσαι παιδί μου;

-Από τον Πύργο της Ηλείας κύριε.

    Ψιλοδαγκώθηκε ο κυρ Θανάσης(δεν είχε και την καλλίτερη ιδέα για τους Πυργιώτες),αλλά κάτι του είχε πεί κι'η Σούλα περί (παιδί καλό, τίμιο και εγώ, μπαμπά να ξέρεις  άμα λάχει έναν τέτοιο άνδρα θέλω να πάρω!).

-Και δεν μου λες Δημήτρη, πώς πάει η δουλειά; 

-Καλά αφεντικό, καλά, αλλά να, πολλές οι υποχρεώσεις.

-Οι υποχρεώσεις υποχρεώσεις και η δουλειά -δουλειά, αλλά να δεις τι σου ετοιμάζω Δημητράκη.

-Λοιπόν από αύριο αλλάζεις πόστο.Μόνο εξωτερικές δουλειές, δηλαδή τράπεζες εφορίες, συναλλαγές  με  πελάτες, αλλά  και κάτι άλλο:

      Και έκανε τις εξηγήσεις,τις…υπόλοιπες  ο Θανάσης:

-Να θα παίρνεις και κάποιες επιταγές, θα τις πηγαίνεις σε κάποιους κυρίους, σε κάποια  γραφεία ,θ'αρπάζεις  το  χρήμα κι΄αυτό είναι όλο.Μονάχα αυτό που θα κάνεις θα το ξέρεις εσύ κι’εγώ.Μόνο εσύ κι’εγώ.Κατάλαβες;

-Μάλιστα αφεντικό..

     Πηγαινοέρχονταν οι επιταγές, πηγαινοέρχονταν το χρήμα και το…τιγκάριζε ο Μήτσος μέσα σε μια μεγάλη,θεόρατη  τσάντα.

     Και την πιάνει εκείνη την ημέρα την τσάντα ενας…κοιλόπονος απ'το…παραφούσκωμα και  αρχίζει να φωνάζει στο Μήτσο: ξαλάφρωσέ με-ξαλάφρωσέ με!..

    Το σκέφθηκε ο Μήτσος το ξανασκέφθηκε κι'αντί να γυρίσει στο μαγαζί,άλλαξε δρόμο,έστριψε , πήρε ένα ταξί και σε δυο ώρες στον Περαία.Αραξε στου Μελάκου. (ξενοδοχείον παραλιακόν  και ύποπτον 2 αστέρων παρακαλώ! ), κάνει έτσι, ανοίγει την τσάντα και ...τυφλώνεται!.Μετρούσε και μετρούσε, ακριβώς 2…μύρια!. 

    Περίμενε τα λεφτά ο Θανάσης, ήρθε απόγευμα ,ήρθε βράδυ, πουθενά ο Μήτσος. Τον έζωσαν τα φίδια, πήρε τηλέφωνο και τον κολλητό του τον ξάδερφο,τον αστυνόμο.

-Το και το ξάδερφε,μου την …έκανε,πήρε τα λεφτά και έγινε Λούης.

-Ξάδερφε,κάτσε στ’αυγά σου,μην το κουνάς ρούπι και μην λές σε κανένα  τίποτα.

Αφού τα λεφτά είναι όπως μου τα λές ,ό,τι και να κάνεις είναι  επικίνδυνο,τίποτα δεν μπορείς να  κάνεις.Θα πάς φυλακή.για «εγκληματική ενέργεια και ξέπλυμα … μαύρου χρήματος με επισυρόμενες ποινές εως 15 χρόνια και πρόστιμα δυσθεώρητα εφ’όσον προέρχονται από σπασμένες επιταγές « Ητοι ,αδίκημα ανεπίτρεπτον εγκληματικόν και κολάσιμον κατά τας κειμένας διατάξεις κ.λ.π.!».

    Τα άκουσε αυτά ο Θανάσης,έβρισε την τύχη του,μαζεύτηκε  και …έκανε το…κουνέλι!

      Περνούνε οι μέρες βαρειά και δύσκολα, το χουνέρι αχώνευτο, άρχισε να το ψιλομαθαίνει και η πιάτσα,ξεφτίλα,ο Θανάσης είναι του θανατά και στο τηλέφωνο είναι η Σούλα.

-Μπαμπά, μπαμπάκα μου θα γίνεις παππούς.Μή στεναχωριέσαι για τα λεφτά… 

Αύριο θα σου τα στείλουμε.Κρατάμε μόνο καμιά… κατοσταρού για τα…ψιλά.Ξέρεις εσύ!.

      Του φεύγει το τηλέφωνο απ' τα χέρια του Θανάση ,βολτάρει πέρα-δώθε νευρικά στο γραφείο και ψιθυρίζει:

-Α' ρε Μήτσο, μου τό΄κλεισες το σπίτι!.

    Αναλογίζεται κι' όλο αναλογίζεται .Έτσι να το είχε τώρα-δα μπροστά του εκείνο το ...τσουλί τη Σούλα και να τη σφάξει στο…γόνατο!.

    Όμως, σφάζουνε ποτέ οι μπαμπάδες τις μοναχοκόρες;Δεν τις σφάζουνε.Ποτέ!.

Share on Google Plus

Σχετικά με Καλύτερη Λαμία

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου