«ΣΕΡΝΕΙ… ΚΑΡΑΒΙ….!» ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ Κ. ΜΩΚΟΥ


    Υπάρχουν κάποια λόγια ,παροιμιώδη ,που εννοιολογικά,αλλά κυρίως…σημειολογικά,διαπιστωτικά λένε τα πάντα και απεικονίζουν την πραγματικότητα ,αυτούσια και όχι…φτιασιδωμένη! .Λέει ο λαός:


  «Το…σέρνει…καράβι…!».Μάλιστα! και…δεκτόν!.Σωστό,αναμφισβήτη
το και πέραν πάσης αμφιβολίας,αποδειγμένο εδώ και 2.500 χρόνια τώρα. Πόθεν όμως η φράση; Ποία η προέλευσις και κυρίως,ποία  η σημασία της;

   Τέλειωσε την σχετική έρευνα ο…ποιητής , υστερογράφων ήθελε να γράψει «εμού του… ιδίου!» και από λάθος μέσα στη σύγχυση και στην
 ..τρέλλα του ποιητικού του …οίστρου , έγραψε «εμού του…αιδοίου!».

Που να ξέρεις;Πολλά τα μπερδέματα.Τόσα λέγονται,τόσα γράφονται, τόσα ακούγονται!.Μπορεί,λέω μπορεί, ο…ποιητής να ήτονε και…λικνι     στός,αλοβρέχης, «ταμτιριλέμ»…πλιατσικοκούδουνος η…ερμόδουλος!

Λέω,μπορεί!.«Scripta Manent».Τα γραπτά όμως…μένουν!.

   Αρχαία Ελλάδα.Διώρυγα της Κορίνθου δεν υπήρχε.Τα καράβια προκειμένου να  βρεθούν ,από το ανατολικό ,στο δυτικό θαλάσσιο μέρος της Πελοποννήσου ,έπρεπε να  κάνουν το γύρω της  ,που τότε ήταν ενωμένη με μια λωρίδα  στεριάς με την υπόλοιπη ..άνω Ελλάδα.Αυτό        πέραν του ότι ηταν χρονοβόρο,ήταν και ασύμφορο.                                                           

      Γι’αυτό,για λόγους εμπορικούς εφάρμοσαν τη μέθοδο της διολκή  σεως.Για να τα περάσουν λοιπόν προς την Πελοπόννησο τα  έσερναν με σχοινιά ,κυλώντας τα πάνω σε κορμούς δένδρων και έτσι τα περνούσαν απέναντι.Για τους καραβοκυραίους όμως  και τους ναυτικούς πέραν των άλλων,υπήρχε και ένας άλλος… «σοβαρότατος!» λόγος:

      Περνώντας απέναντι στην Κόρινθο,σκοπός τους ήταν αφ’ενός να ξεκουράζονται, αλλά ,κυρίως, να απολαμβάνουν ερωτικά τα θέλγητρα από τις πολυάριθμες ιέρειες της Αφροδίτης της πόλης που τότε ήταν άντρο ακολασίας,ασύστολης κραιπάλης ,διαφθοράς και πορνείας.

    Γι’αυτούς τους λόγους τότε διαπιστωτικά και…σαρδώνεια από τους   ντόπιους Κορίνθιους…χιουμοριστικά…περιγελαστικά  ,διαδόθηκε και επεκράτησε η φράση:«Το…σέρνει…καράβι !».-

                         Νομίσματα του σέξ.Αρχαία Κόρινθος.
                        
                                 Η Λαίς.

                            «Φιλόξενες  κοπέλλες ,υπηρέτριες  της
                           Πειθούς στην πλούσια Κόρινθο,εσείς
                           που καίτε τις χρυσές στάλες του λιβα
                           νιού , οι σκέψεις σας πετούν προς την
                           μεγάλη   μητέρα  των  επιθυμιών , την
                           Αφροδίτη , που  σας  επιτρέπει ,κόρες
                           μου,να  μαζεύετε στις  κλίνες  σας τον
                           καρπό της τρυφερής σας νιότης!».

                           (Εγκώμιον του  Πινδάρου  (Εγκώμια,3),
                           για τις περισσότερες από  1000 πόρνες
                           του ιερού της Αφροδίτης στην Αρχαία
                           Κόρινθο.(Στράβων «Γεωγραφικά» ,VIII,
                           378).-  

          Αυτά έλεγε ο Πίνδαρος,τα έγραφε ο Στράβων και ο Γιάννης ο Ιακωβίδης λογικά τα είχε υπόψιν του,όντας καθηγητής  και  μάλιστα φιλόλογος.Οικογενειάρχης με δυό παιδιά,εφυγε νωρίς  η μητέρα του ,είχε τον παππού,τον πατέρα του,τον εγκατέστησε στο  εξοχικό που ήταν το  πατρογονικό  στο χωριό ,κατά Καραμπουρνού   μεριά  και συμφώνησε με μια αλλοδαπή να εγκατασταθεί μαζί του και να τον περιποιείται.

    Μια χαρά ηταν τα οικογενειακά του Γιάννη.Αλλού όμως ήταν το    πρόβλημά του.Ο αδελφός του ο Σωκράτης που είχε…ξωκείλει, είχε
…παρεκτραπεί,  είχε …ξεφύγει!.

          Φιλότιμος ,δουλευταράς,ο Σωκράτης,αλλά απρόβλεπτος,επι  πόλαιος ,ακόμα και σταν 45 του,που τον είχε…δολώσει μια μυστήρια  και του τά’τρωγε μέχρι…μία!.Σχολή οδηγών διέθετε ο Σωκράτης, ό,τι κονόμαγε και κονόμαγε πολλά ,όλα στην…ποδιά ,για πάρτη της κυρίας.

     Ζωντοχήρα 35άρα,θηλυκό…φωτιά η …δικιά σου (35άρες άσχημες δεν υπάρχουν!),τον πλεύρισε του…κουνήθηκε ,άβγαλτος σ’αυτά ο Σω  κράτης και   κάπως έτσι το…κατάπιε το αγκίστρι μέχρι..πάτο ,έπεσε στη…λούμπα και την έφαγε την …τουλούμπα!.Τώρα ,πώς άρχισαν και πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα; Ως συνήθως.Κάπως έτσι:

     Σκυμμένος ένα απόγευμα  στα χαρτιά στο γραφείο του μαγαζιού , όταν …αεράτη,κουνιστή,λυγιστή  και…τριζάτη  μπήκε η κυρία.

-Καλησπέρα σας.

-Καλησπέρα.

-Ο κύριος Σωκράτης Ιακωβίδης;

-Μάλιστα,εγώ είμαι,ο ίδιος.(Ανασήκωσε το κεφάλι του ,κάτι παραπά  νω προσπάθησε να πεί,αλλά μ’αυτό που έβλεπε μπροστά του,έμεινε με το…στόμα ανοικτό και την κουβέντα στη μέση).

-Ελένη Ράκογλου.

-Χαίρω πολύ κυρία.

-Ξέρετε,ενδιαφέρομαι για έκδοση άδειας ο δήγησης αυτοκινήτου,για δίπλωμα,μπορούμε παρακαλώ ν’αρχίσωμε μαθήματα και αν ναι,πότε;

-Και βέβαια,αυτή είναι η δουλειά μας,πέστε μου πότε θέλετε;

-Θα έλεγα από την Τετάρτη το απόγευμα,αν αδειάζετε.

-Καλώς,την Τετάρτη 6-7.Σύμφωνοι.Αφήστε μου το τηλεφωνό σας ,θα επικοινωνήσουμε και θα συναντηθούμε ακριβώς εδώ.

     Και συναντήθηκαν και άρχισαν τα μαθήματα.

    Ντυμένη,που λέει ο λογος ντυμένη,η κυρία,πάνω…ξώπλατη και κά  τω φούστα (ο Θεός να την κάνει φούστα!),ίσα με 2…ολόκληρες πιθαμές ύφασμα παρακαλώ!.Εμφάνιση …πέργκολα!, να..χάσκει απ’ όλες τις πάντες ,σχεδόν στη …φόρα όλο το..«ισόγειο!.Κατάσταση …διαμπερής!.

      Στην ταραχή, ξεροκατάπινε,έβλεπε και..ζαλίζονταν ο Σωκράτης, αλλά η δουλειά,δουλειά.Και προσπαθούσε να συγκεντρωθεί στο μάθη  μα,αλλά άμα έχεις κολλητά σου στο διπλανό κάθισμα ,σχεδόν …ξεβρά  κωτο και…θηλυκό! τον…διάολο!...πού και ποιά συγκέντρωση;(Εδώ που  τα λέμε,αίμα που βράζει έχουμε στις αντρίκιες! φλέβες μας.Τι έχουμε  δηλαδή ,…αντιψυκτικό! εχουμε;).

    Πρώτο, δεύτερο μάθημα , πειράγματα, οικειότητα και…συστάσεις:

-Καλέ,από τη Σμύρνη ήρθαν πρώτη φορά πρόσφυγες ο παππούς και  η γιαγιά.Και εγκαταστάθηκαν στο Τσινάρι,πίσω από τι «Τσιναρλί Τζα   μί» μαζί με τον μπαμπά μου που ήτονε τότες μωρό.Μεγάλωσε ο μπα  μπάς, παλληκάρι στα 22 του,είδε τη μαμά ,που ήταν κι’αυτή προσφυ  γοπούλα,την ερωτεύτηκε,δεν του την έδιναν γιατί ήταν μικρή 17χρο   νη,τό’βαλε κι’αυτός πείσμα  και γινάτι,την έκλεψε κι’έκαναν εμένα.

-Δηλαδή σαν να λέμε, είσαι γνήσια Σαλονικιά;

-Ναι για.Και βέβαια!,ρώτημα θέλει για;Και χρόνια τώρα ,μένουμε κοντά στο Μπεχτσινάρι,εκει δά,πίσω από  του Πετρίδη.

-Πολύ ωραία.

Είπαν κι’άλλα ,πολλά και κάπου εκεί στο τρίτο μάθημα η κυρία…κατά λάθος!  έμπλεξε τον …λεβιέ του αυτοκινήτου με κάτι άλλο…ζωντανό και…   παραπλήσιο!.(Να μην τα λέμε και όλα με το όνομά τους,γιατί θα πά  με…φυλακή!).Και  τοιουτοτρόπως ..έδεσε το…γλυκό!  Και άρχισε  μιά    ιστορία αμαρτωλή.Και μιά,δυό,τρείς  πήρε μεν το δίπλωμα η κυ     ρία  Ελένη,αλλά πήραν…αέρα,ανέμισαν και τα μυαλά του Σωκράτη.

   Και να κάτι …βάρβαρα ξενύχτια,να «Μινουί» στης «Λιλής» κατά Καμάρα μεριά, να και κάτι «Τομπουρλίκες», κάτι «Πριγγηπέσσες», ρεμπέτικα  και  σμυρνέικα  και από ‘κει…γραμμή (Καρράς-  Μελάς-Φωτιάδης )και «Νύχτα ξελογιάστρα!»,όπου «έπαιρναν τα..φρύγανα φωτιά!».Κι’ύστερα γραμμή στου «Τσαρουχά» για πατσά –βάλσαμο,να φύγει η …ξυνίλα απ’τα πιο τά ,μέχρι και καφέ στου «Τόττη»,παραλια    κά ,ως το ξημέρωμα.Ζωή χαρισάμενη!.

     Κάπου η συνήθεια,κάπου  η ρουτίνα,τα ίδια και τα ίδια,πέρασαν δυο-τρείς μήνες και η κυρία άρχισε τα τσαλιμάκια και να κάνει..νερά. Κρεμασμένος!,φούλ στην καψούρα ο Σωκράτης αρχισε τα…θεραπευτι     κά και τα…αντίδοτα.Και,κατά τα γνωστά,τα αντίδοτα είναι ένα:Τα…μπι     κικίνια,το….λιλί,το ..χρήμα.Και περνούσε ο καιρός,τρία χρόνια τραβού      σε πιά η…ιστορία,,τον …βύζαινε,τον…άρμεγε η κυρία και ο Σωκράτης      είχε ….ρέψει.

    Και τον έβλεπαν τα φιλαράκια του στην πιάτσα και σχολίαζαν:

-Ρε σύ,αυτός δεν  ήταν έτσι,κάτι έχει,κάτι έπαθε,έγινε αγνώρι στος,δεν τον βλέπεις πως περπατάει;Πως πάει ρε,σαν …«οκτώ παρά …τέταρτο!»,με τις…πάντες ρε,σαν…σαργός!.Ρε συ ο ανθρω         πος φαίνεται…τραβάει …κανάλι!.

-Πώς ρε καρντάση ,γιατί κι’από πού,για ξηγήσου ,για κά’ντα …περί     ληψη;.

-Ερωτας ρε,αρρώστια,καψούρα,πολλή καψούρα…θανατερή…αθεράπευτη και ποιός ξέρει που θα του βγεί.Πω,πω,πόσο…δαγκωμένη…
χοντρή η λαμαρίνα; Ρε σύ του ανθρώπου του έχει φύγει το κλαπέτο!.

-Ελα ρε;Τι με λές τώρα;Πλάκα με κάνεις;

-Ναι ρε που σε λέω!.Εδώ…βουίζει το σύμπαν!.Εχει βγεί…μπερλίνα!

από Τούμπα μέχρι…Φραγκομαχαλά  ρε μάγκες.Πω-πω βρέ καρντά   ση!.Ρε συ ο άνθρωποςέχει πάθει...«φούιτ!».Κι’εμείς ρε μάγκα αγαπή   σαμε αλλά δεν …τραγουδήσαμε…«καρδιά παραπονιάρα!». Νομίζω;

     Βάσανο ,μεγάλο βάσανο,αυτό ήταν που απασχολούσε τον Γιάννη και ,που και πού, το συζητούσε με τα φιλαράκια του να ξεθυμάνει.

-Μάγκες,άστα να πάνε στο διάολο,εκείνος ο αδελφός μου δεν λέει να   βάλει μυαλό,εκεί το…βιολί του.Τόσες και τόσες φορές του τά’χω πεί.

Φοβάμαι μην καταστραφεί,έχει οικογένεια και παιδιά και θα καταστρέψει,θα  διαλύσει και το σπίτι του.Δεν ξέρω τι να πώ και τι να κάνω.

-Φιλαράκι άστα,μην το ψάχνεις,δεν μπορείς να κάνεις τίποτα και μην στεναχωριέσαι.Ετσι είναι αυτά. Εχεις ακουστά  εκείνο  το ...γνωστό: «Το…σερνει…καράβι!»;Το  αδερφάκι  σου  δεν είναι θύμα,είναι…αντρας!.Μονάχα που είδε το..τυρί ,αλλά τη…φάκα δεν την είδε!. Και την
πάτησε.Δεν είναι,ούτε ο πρώτος ,ούτε ο τελευταίος.Συμβαίνουν  και    στις καλλίτερες οικογένειες.

    Η κατάσταση αχώνευτη ,καρφί στο μυαλό του και τον έπιανε και τον ξαναέπιανε στην κουβέντα ο Γιάννης τον Σωκράτη:

-Ρε αδελφέ,σύνελθεΔεν περπατάς καλά…παραπατάς!.Τι είναι αυτά που κάνεις,πού θα βγεί ρε φίλε αυτή η …ιστορία;Αραίωνε βρέ γιατί ξεφτιλιστίκαμε.Διώξε την ,κάν’ την..σκούπα ,που  σε σέρνει απ’τη… μύτη.Που σ’έχει κάνει…ταλιατέλλα!.Αυτό είναι    κατάντημα.Δεν το βλέπεις;Αυτή είναι στο…γέλιο κι’εσύ στο… κλάμα!,ρε.Τα έψαξα ρε εγώ τα πράγματα.Ρώτησα και έμαθα.Αυτή με όποιον μπλέκει κάνει τα   ίδια:«Ρεβύθια τρώει…φασόλια…μαρτυράει!».Εσύ μωρέ που είσαι αρχο   ντάνθρωπος και…περπατάς με το…τσόλι; Ξύπνα!.

-Ασε ρε Γιάννη ,κάνε μου τη χάρη,μην ασχολείσαι,εσύ δεν ξέρεις,δεν μπορείς να καταλάβεις.Κοίτα τη δουλείά σου και μην …τραβάς  ζόρι μ’εμένα.Ξέρω εγώ,έχω τα ..κουμάντα μου και μην το ξαναπείς,δεν είμαι δα και στο..κλάμα!.

     Δεν του έφθανε η στεναχώρια του  Γιάννη,αλλα απ’αλλού το περί  μενε κι’από αλλού του ήρθε και πήγε να…κρεπάρει.

    Ηταν απογευματάκι όταν πήγε να επισκεφθεί τον πατέρα του.

-Τι κάνεις,πως είσαι ρε πατέρα;

-Για τα 82 μου καλά ,πολύ καλά.Αλλά ξέρεις που το χρωστάω βρε Γιάννη;Σ’αυτήν την..άγια,την καλή κοπέλλα που την έχουμε εδώ και με φροντίζει.Τα γηρατειά είναι άσχημα,αλλά εγώ ούτε που τα καταλα  βαίνω.Γι’αυτό εγώ αυτή την κοπέλλα πρέπει να την ανταμείψω και ξέρω,έχω σκεφθεί τι και πως θα της το ξεπληρώσω.

-Καλά ρε πατέρα,να είσαι καλά και όλα θα γίνουν.

   Γύρω στα 30,έκ Βουλγαρίας,καλοβλεπούμενη η αλλοδαπή και τον φρόντιζε,πολύ τον ..φρόντιζε τον παππού, μόνο που εκτός από τα βασικά του έκανε και κάτι άλλα…χαιδέμματα και…περιποιήσεις.Και είχε …τρελλαθεί ο παππούς ,όταν ένα καλοκαίρι που ο Γιάννης έλειπε σε διακοπές,πήγε στον λογιστή  και ρώταγε πως θα γίνει να της γράψει το σπίτι.

       Γύρισε από τις διακοπές ο Γιάννης και πήγε να τακτοποιήσει τα φορολογικά του και να τσεκάρει τον ΕΝΦΙΑ.Μπήκε στο Taxis,τέλειω σε με το δικό του το Ε9 ,έφθασε στο Ε9 του παππού και τότε ο λογι  στής που ήταν και παλιός συμμαθητής του, κατέβασε τα …μολύβια και τον ενημέρωσε: 

-Ακου αδερφέ.Κάτι συμβαίνει με τον παππού.Κάτι σκέφτεται για  το σπίτι στο χωριό.Μάλιστα πριν 10 ημέρες ήρθε εδώ μαζί μ’εκείνη την κοπέλλα που του έχεις να τον φροντίζει και ρώταγε πως θα γίνει να της μεταβιβάσει ,να της…γράψει το σπίτι. Μού φαίνεται πως έχει…ξε  κουτιάνει.Πάρε τα μέτρα σου.

    Τρελλάθηκε,αλλαφιάστηκε ο Γιάννης,πήγε και τά’ψαλε στον πατέρα του,τσακώθηκαν άγρια ,αλλά ο γέρος επέμενε.Και γύρισε απ’το χωριό απογοητευμένος και στεναχωρημένος και πήρε το δρόμο για το καφε   νείο μονολογώντας:

-Ρε τι…ωραία οικογένεια είμαστε εμείς;Τι ..ωραία…ατμόσφαιρα!;Γλυκο   τσούτσουνοι είμαστε η κορόιδα;

    Πάνω εκεί θυμήθηκε και την κουβέντα που του είχαν πεί τα φιλα  ράκια του: Μάγκα «Το...σέρνει καράβι…!».-

    Και τράβηξε ,βρήκε την κοπέλλα την αλλοδαπή.

-Ακου Μαργαρίτα.Κοίτα,έμαθα ότι με τα λόγια και τις γαλιφιές σου ψή νεις,παρασέρνεις τον παππού να σου γράψει το σπίτι.Να το ξεχάσεις.

Αν πάρω χαμπάρι ότι συνεχίζεις να τον…παραμυθιάζεις θα σε..τσακί   σω και θα σε στείλω από ‘κεί πού’ρθες.Ξηγηθήκαμε; Κάτσε ήσυχη,αν θές να μείνεις μείνε,αλλιώς μάζεψέ τα και δρόμο.
    Τίποτα δεν απάντησε η Βουλγάρα η Μαργαρίτα,τα μάζεψε και από εκείνο το βράδυ δεν ξαναπάτησε.Και έψαξε ο Γιάννης και βρήκε μια άλλη κοπέλλα να φροντίζει τον παππού.

   Και περνούσε ο καιρός και συνέχιζε ο Γιάννης την κουβέντα για τα  καθέκαστα με τους κολλητούς του όταν πήρε το λόγο ένα φιλαράκι του:

-Ακου καρντάση,άκου και δώσε βάση:Υπήρχε στην Αμερική ο George  Burns,σπουδαίος κωμικός που έπαιζε μέχρι 100 χρονών.Ξέρεις τι εί πε για τα γηρατειά;«Πρώτα ξεχνάς ονόματα,μετά ξεχνάς πρόσωπα  μετά ξεχνάς να ανεβάσεις το φερμουάρ και στο τέλος ξεχνάς να το…κατεβάσεις…!».
    Ωστόσο να σου πώ και κάτι άλλο για να μην τρελλαίνεσαι:Εχεις ακουστά για κάποιον «Κύκνο με την κιμωλία»;Είναι ένας περίφημος πίνακας του Πάμπλο Πικάσσο που τον έφτιαξε για να σαγηνέψει να  γοητεύσει κάποια Ζακλίν Ρόκ.Εκείνος τότε 72 ,εκείνη 27.Χρειάστη
                        
                                             Πικάσσο κα Ζακλίν  Ρόκ.

καν έξη  μήνες να την πείσει να βγούν.Εκτίμηση, συμπάθεια, πόθος,  πάθος,θαυμασμός,εξάρτηση,καψούρα-μεγάλη καψούρα και τελικά το 1961 την παντρεύτηκε  και έζησαν μαζί περίπου 20 χρόνια,μέχρι τον   θάνατό του.Και  της …ΤΑ ΑΦΗΣΕ  ΟΛΑ!.Ετσι είναι οι γεροντοέρωτες.    Αμα περάσουν κάποια χρόνια,από..κυνηγός!,είσαι,αισθάνεσαι, νιώθεις…κυνηγημένος!.

               Γι’αυτό άφησε ήσυχο τον παππού να χαρεί-όσο χαρεί ,όσο ζήσει. Εδώ  ένας ..Πικάσσο  και…προσκύνησε!. Οσον  αφορά  τον Σωκράτη,άστον κι’ εκείνον,θα βρεί τον δρόμο του.Κατάλαβες  τώρα φιλαράκι τα  πώς ,τα…γιατί και τα…διότι  της φράσης «Το…σέρνει ..καράβι»;.Γι’αυτό άραξε. Δεν λές που γλύτωσες και το σπίτι στο χωριό!.

Share on Google Plus

Σχετικά με Καλύτερη Λαμία

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου