«ΤΑ ΖΩΑ ΕΙΝΑΙ…ΑΝΘΡΩΠΟΙ…!» — «ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΙΝΑΙ…ΖΩΑ…!» ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ Κ. ΜΩΚΟΥ


      Καμιά ογδονταριά και παραπάνω ο γερο Σήφης. Πρόσωπο σκαμμένο, αυλακωμένο από τις…καλοσύνες, βράκα …σαλβαριστή να λάμπει, γιλέκο μειντανίσιο, βουργίδι και καρτσόνια, μεσάτο παχύ ζωνάρι από αλαντζά, στιβάνια βοδένια και στην …κεφαλή ολόγυρα μαύρο-κατάμαυρο δικτυωτό το σαρίκι με τση φούντες ν’ανεμίζουνε!.

     Όπως πάντα, εδώ και καιρό, καταμεσίς στην αυλή κάτω απ’τον γερο πλάτανο και γύρω το φασαριόζικο το…βουητό απ’το παιδομάνι.Οκτώ εγγόνια και τρία δισέγγονα. Απάνω που τονε γλυκοπαίρνει ο υπνάκος στη δροσιά και το αεράκι, σκάνε απάνω στα γόνατά του δυό-τρία απ’τα εγγόνια και του ταράζουν την ησυχία.

-Παππού, παππούκο μου, καλέ πότε θα μας ειπείς εκείνη την ιστορία; Από καιρούς μας την έχεις τάξει και τον λόγο σου δεν τονε κρατείς!.

-Καλά ωρέ, καλά, μεριάστε, ελάτε εδωνά ολόγυρα και τ’αυτιά σας όρθια, απάνω, τεντωμένα να τα’ακούσετε όλα και καλά. Επαε και σας αρχινώ το ..ξετύλιγμα, το… ξεκουβάριασμα:

-Εμείς κοπέλια μου και δυστυχίες επεράσαμε και πολέμοι και κατοχές και..νέκρες και χασίματα απ’ανθρώπους μας και χαρές και λύπες κι’…αγλαίσματα και πόνοι, μα δεν εσκύψαμε την κεφαλή δεν το εβάλαμε κάτω γιατί είμαστε…αδούλωτοι και ανθρώποι περήφανοι. Και στα καλά και στα…μαύρα…ψηλώναμε το κουράγιο και τση αναποδιές στη κάναμε από γινάτι σκέρτσο και τραγούδι.Δεν τση  εκρύβαμε, τση κάναμε φωναχτές και τση τραγουδούσαμε. Τση κάναμε κοντυλιές και μαντινά
δες!. Ετσά και τση γλεντούσαμε!. Σαν ετούτη δώ, ακούστε την :

 «Κρήτη μου με τα ορη τ’αψηλά τα όμορφα τα μέρη, σ’όλο τον κόσμο τον ντουνιά, άλλο δεν έχεις ταιρι!..».-

-Καλά μωρέ παππού, αλλα αργείς, πές μας τώρα και την ιστοριά μπλιό.

-Καλά, καλά, ακούτε την.

-« Κρητικός σε Κρητικό …αντιδίκευμα δεν κάμει, όξω κι’αν τονε πειράξεις. Ετσι ήτονε κι’ο Σήφης. Αρνί στο δίκιο και…λύκος στην αδικιά. Περήφανος και πράος από παιδί. Και πολύ, μα πολύ του άρεσε στο σχολειό τση Ιστορίας το μάθημα. Από μικρό, μ’εκείνη την Μυτιληνιά δασκάλα την κυρα Μερσούλα, πού’χε έναν τρόπο να την διηγείται την ιστορία, μα τι τρόπο λές; Που την ολοζωντάνευε σαν νερό κρυστάλλινο σε ρυάκι. Και για τον Ερωτόκριτο και για τον Βενιζέλο και για τη Μάχη τση Κρήτης και για τση Κρητικούς που είναι λεβεντόγεννοι κι’έχουνε αντρειά περίσσια!.Για …ούλα και σ’ούλα! Και τα θυμότανε και περηφανευότανε ο Σήφης. Οπου κι’αν βρισκντανε. Είτε στον αγρό, είτε στον καφενέ. Και τό’χε για καμάρι μπλειό. Και ήτονε κοπελι 16άρικο, υπάκουο, εργατικό και σεβαστικό,ολοημερίς στη δούλεψη και τον κόπο της οικογένειας. Κούραση, πολλή κούραση, μα και αξιοπρέπεια στση προσταγές τση οικογένειας.

       Οπου ένα απόγευμα εκαθότανε στην αυλή στο σπίτι, να πιεί ένα ροσόλι να ξαποστάσει,όταν κάτι εμπλέχτηκε στα πόδια του.

        Ταράχθηκε, ανασηκώθηκε, ξέσπασε στα γέλια και καταχάρηκε δεν ξέρετε πόσο; Πολύ εχάρηκε. Ενας μικροσκοπικός πανέμορφος…μούργος ίσα με μια σπιθαμή, ένας σκυλάκος ολόασπρος, μπόμπιρας πραγματικός έπαιζε και τάχα μου τον…εψιλοδάγκωνε, του τράβαγε το…μπαντζάκι σαν κάτι να ήθελε να του πεί. Την άλλη μέρα τα ίδια και την άλλη και την παραάλλη. Και επέρασε μια βδομάδα και ο σκυλαράκος το…βιολί του. Ο Σήφης τονε τάιζε, τονε περιποιόταν, μέχρι που τού’σιαξε και μέρος απάνεμο ν’αράζει.

      Εγύριζε ένα βράδυ ο πατέρας του ο κυρ Μανώλης από το καφενείο κι’ο Σήφης εκεί…τρελλαμένος στα παιχνίδια με τον σκυλάκο.

-Και δεν μου λές ρε πατέρα, του Βενιζέλου το μικρό ποιό ήταν, πώς τον έλεγαν;

-Λευτέρη τον έλεγαν παιδί μου, γιατί;

-Ψάχνω όνομα για τον σκύλο.Λευτέρη, ε΄; Επαέ, Λευτέρη λοιπόν θα τον ονοματίσω.

      Επέρναε ο καιρός μελάνωνε ο Σήφης, μεγάλωσε και ο Λευτέρης και έγιναν αχώριστοι. Εδώ ο Σήφης, εκεί ο Σήφης από κοντά ο Λευτέρης, καμαρωτός,ήσυχος, υπάκουος, πιστός κι’ωραίος!, Μέχρι που 19άρισε ο Σήφης και του ήρθε η ειδοποίηση για φαντάρος. Και θυμήθηκε ο πατέρας του τον Μανώλη τον Παπαδημητράκη, ξάδερφό του και συνταγματάρχη στην στρατολογία.

-Επαέ, ωρέ ξάδερφε, ήρθε του παιδιού το χαρτί για τον στρατό.Κάμε ό,τι, κι’όπως πρέπει να μη φύγει το παιδί απ’το νησί, να τον έχω πιά όσο γίνεται στη δούλεψη, όταν κι’όποτε μπορεί να με βοηθά.

      Και…καθάρισε ο ξάδερφος και να’σου ο Σήφης στο χακί, σε φυλάκιο ραντάρ απάνου ψηλά στο βουνό 3 ώρες δρόμο μακρυά απ’ το Ηράκλειο, μαζί με άλλους 6 νοματαίους. Επήρε ο Σήφης το ντουφέκι, στο φυλάκιο σχεδόν όλοι αργόσχολοι, ένας δεκανέας και 6 φαντάρια, άλλο να κάμουνε δεν είχανε πιο και ολοημερίς εστήνανε παγίδες και…παγάνους και εκυνηγάγανε τση κοτσίφους, τση…μπεκάτσες και, πού και που, τα…λαγούδια!. Ζωή χαρισάμενη.

    Εφτασε και η ώρα που ο Σήφης πήρε την πρώτη άδεια και γύρισε στο χωριό.

           Πρώτη του δουλειά να δεί τον Λευτέρη που αδυνατισμένος και αμήχανος ξαπλωμένος σε μια γωνιά, έτρεξε για λίγο άμα τον είδε και ύστερα σκυφτός, αργά -αργά εγύρισε στη φωλιά του.Κάπως αλλιώς τονε περίμενε ο Σήφης, τον είδε κουλουριασμένο και ρώτησε το πατέρα του:

-Πατέρα, τι έχει, γιατί είναι έτσι το σκυλί; Δεν το ταίζετε; Δεν το φροντίζετε;

-Ακου παιδί μου. Από την ώρα που έφυγες ο Λευτέρης σαν να στεναχωρήθηκε, σαν να μελαγχόλησε. Κάθεται εκεί στη φωλιά του, ούτε να φάει θέλει, και που και πού τα βράδυα πάει μέχρι την εξώπορτα του σπιτιού μήπως και σε δεί νά’ρχεσαι και ύστερα σκυφτός και αποκαμωμένος ξαναγυρίζει πίσω και σαν κάτι να…σιγομουρμουρίζει, σαν να..κλαίει.

     Πολύ στεναχωρήθηκε ο Σήφης, συλλογίστηκε και ύστερα μίλησε στον πατέρα του:

-Πατέρα αύριο που φεύγω, που γυρίζω, θα πάρω μαζί μου και τον Λευτέρη. Εκεί που είμαστε στο βουνό, έχει άπλα, δεν θα έχει πρόβλημα και θα τον έχω και στα …μάτια μου..

      Ξημέρωσε η ημέρα, πήρε μαζί του και τον σκύλο και γύρισε στο βουνό, στο φυλάκιο. Τον είδαν εκεί οι συνάδελφοί του, έκαναν τον σταυρό τους και έσκασαν στα γέλια.

-Τι είναι αυτό ρε, τι μας έφερες εδώ; Εδώ είναι η άκρη του κόσμου. Τί το θές, τι το έφερες εδώ το ζωντανό;

-Κοπέλια,ο σκύλος είναι χρόνια φίλος μου και είναι…τύπος και…υπογραμμός!. Τονε φωνάζω Λευτέρη. Ετσι να τον φωνάζετε κι’εσείς. Θα δείτε!.

   Δύο-τρείς μέρες στο βουνό και ήρθε στα ίσια του ο Λευτέρης. Και στο φαί και στα παιχνίδια ακόμα και με όλα τα φαντάρια. Χαίρονταν ο Σήφης, χαίρονταν και οι υπόλοιποι με τα …τερτίπια του σκυλιού,μέχρι που έφθασε και έγινε στο φυλάκιο…πως το λέτε εσείς ρε κοπέλια;

-Η μασκώτ παππού!.

-Ναι η μασκώτ. Ολοι τον αγαπούσαν και όλοι τον φρόντιζαν. Ζωή χαρισάμενη για τον σκύλο, μάσες, ξάπλες, επαιζε όλη μέρα…χαζεύοντας με κάτι… σπούργιτους, βρήκε και μια όμορφη αδέσποτη σκυλίτσα, βολεύονταν και όλα καλά και άγια.

     Τέλειωσε τη θητεία του ο Σήφης, επήρε το Λευτέρη και κατέβηκαν στο χωριό. Στρώθηκε στη δουλειά νύχτα με νύχτα κούραση κι’αποβραδίς καμιά ρακή στον καφενέ.

     Σαν εκείνο το απόβραδο που τέλειωσε τη δουλειά και κίνησε για την πλατεία. Ο Λευτέρης εκεί ήσυχος στα πόδια του. Και έπινε κάτι ρακιές με κάτι σύντεκνους-φιλαράκια του.

        Οπου πέρναγε από μπροστά τους, ένας…ξεμαλιασμένος με ένα περίεργο σακκίδιο στην πλάτη. Εγρύλισε ο Λευτέρης και κατευθύνθηκε προς το μέρος του.Γύρισε κι’εκείνος, του’δωκε δυό κλωτσιές και τον εκτύπησε δυνατά στα πλευρά με ένα ξύλο που εκράταγε. Καί έπεσε κάτω ο σκύλος, κουλουριάστηκε και γρύλιζε από τον πόνο.

                    Τι τα θές τι τα γυρεύεις!. Σαν ελλατήριο πετάχτηκε απάνω ο Σήφης, νταβραντισμένος,παλληκάρι δίμετρο, τονε πλάκωσε σε κάτι… μπουνίδια και τού ’κανε τη μούρη…πλατεία!.

-Τον σκύλο βάρεσες ρέ; Τι σού’καμε ρε το ζωντανό;

  Σε κανα-μήνα ήρθε το..χαρτί απ’το Ηράκλειο: «Εντέλεσθε όπως παρουσιασθείτε ενώπιον του τριμελούς κ.λ.π. και εξετασθείτε ως κατηγορούμενος δια πρόκλησιν σοβαρών σωματικών βλαβών κατά του..τάδε και..τάδε..».

      Πήρε και ο Σήφης τα φιλαράκια του, έβαλε τα καλά του και πήγε.

-Τι έχεις να απολογηθείς κατηγορούμενε;

-Ησυχα και καλά καθόμαστε εκειδά με τση συγχωριανούς μου και πίναμε τση ρακιές μας.Οπου πέρναε εκείνος ο αφορδακός (ο βάτραχος), αγγειασμένος (βρώμικος), ο αεπλικάτος (ο ελαττωματικός), και αζουδιασμένος (ο γρουσούζης) και εγροίκησά τονα να μου βαρεί τον Λευτέρη.

-Ποιόν Λευτέρη;

-Το σκύλο μου Κε Πρόεδρε, Λευτέρη τονε λέω. Τι έκαμε το σκυλί, παρα που τον είδε έτσι και αλύχτισε; Ούτε τονε δάγκωσε, ουτε τίποτα. Κι’εκείνος τονε κλώτσησε στα πλευρά και τονε βάρεσε στην κεφαλή με την κατσούνα. Κε Πρόεδρε, γιατί το ζωντανο; Τι του’καμε πιο;

-Ο Λευτέρης είναι φίλος μου Κύριε Δικαστή. Είναι ήσυχος και δεν πειράζει κανένα. Εχει να το λέει και το χωριό που τον αγαπά. Εχω και μαρτύρους!.

-Κι έπρεπε να χειροδικήσετε εναντίον του ανθρώπου;

-Τι να κάμω; Αβγαλίστηκα (θύμωσα,αγανάκτησα), μου αγγουροφάνηκε (μου κακοφάνηκε), αγοίστηκα (έγινα εκτός εαυτού), του αγριοξάνοιξα (τον αγριοκοίταξα) κι’εκείνος μου αντιγύρισε και κουβέντες άσχημες. Γι’αυτό και τονε…κοπάνησα. Μου πείραξε τον Λευτέρη που είναι φίλος μου!.

        Και πήρε πορεία το δικαστήριο, πήρε τον λόγο και ο εισαγγελέας:

-Σεις Κε μάρτυς τι έχετε να πείτε;

-Εδέχθην επίθεσιν Κε Δικαστά.Απρόκλητον επίθεσιν. Το ζώον είναι επικίνδυνον. -Από ό,τι βλέπω εδώ στον φάκελλό σας κύριε, είστε και μορφωμένος άνθρωπος. Γιατί αντιδράσατε κατ’αυτόν τον βάρβαρον τρόπον; Γιατί δεν επιδείξατε αυτοκυριαρχίαν και ευαισθησίαν ως οφείλατε; Γιατί κτυπήσατε το σκυλί; Γιατί δι’άλλου τρόπου δεν το απωθήσατε;

        Αυτά ελεγε ο Εισαγγελέας, μέχρι που τον κατέλαβε οίστρος και …τράβηξε έναν…εξάψαλμο, πραγματικό «φιλοζωικό μανιφέστο» και κατέληξε:

    -Κύριε Πρόεδρε, έχομεν εδώ περίπτωσιν συνηθεστάτην, όπου αποδεικνύεται πετριτράνως πως «Τα ζώα είναι άνθρωποι και οι άνθρωποι είναι τα ζώα!».

     Και είπε ο Πρόεδρος:

-Αντε πηγαίνετε στο καλό,μονιάστε  και να προσέχετε.

     Εγύρισε και ο Σήφης στο χωριό.

     Στην πόρτα του σπιτιού πρώτος τονε περίμενε ο Λευτέρης.

-Μάγκα μου, σκυλαράκο φιλαράκο μου, καλά του κάμαμε. Αθωωθήκαμε, πήραμε το αίμα μας πίσω. 

Πήραμε το δίκιο μας.

    Σαν να το περίμενε ο Λευτέρης,σαν κάτι να κατάλαβε και κούνησε χαρωπά την ουρά του.

      Διάβηκαν οι χρόνοι, εγέρασε ο Λευτέρης, σχεδόν εσαραντάρησε κι’ο Σήφης.

      Βράδυ ήτανε που βρήκε τον φίλο του να ξεψυχά. Σαν κάτι να ήθελε να του πεί. Υστερα γύρισε αργά το κεφάλι του στο πλάι και…έφυγε.

      Επέρασαν τα πρώτα στενάχωρα του Σήφη απ’το…φευγιό του Λευτέρη και ένα πρωί πήγε στο Ηράκλειο όπου πουλούν ζώα.

       Μέσα απ’το συρματόπλεγμα είδε έναν παιχνιδιάρη μικρούλη σκυλαράκο να έρχεται προς το μέρος του. Είπε, αυτόν θα πάρω και τον πήρε. Ομορφόσκυλο. Τον έφερε στο σπίτι. Ητανε δίπλα ο πατέρας του.

-Κοίτα ρε πατέρα, κοίτα τι όμορφος που είναι; Αυτόν του ταιριάζει να τον ονομάσω… Ρωτόκριτο. 

Ετσι θα τονε πώ. Θαρρώ πως του ταιριάζει!.

-Λοιπόν παιδιά μου, πολύ, μα πολύ του άρεσε του Σήφη η Ιστορία. Από μικρός, από τότε που ήτονε μικρό κοπέλι στο σχολειό!».

-Καλέ παππού, τέτοια ωραία ιστορία και μας την έκρυβες τόσον καιρό; Και για νά’χουμε καλό ρώτημα, αυτόν τον Σήφη της ιστορίας εσύ τον ήξερες;

-Αφήστε τα τώρα αυτά. Περασμένα κι’άγραφτα…

-Δεν μας λές την αλήθεια παππού,αυτόν τον Σήφη τον ήξερες καλά, ε’. Πόσο τον ήξερες; Γιατί δεν μας λές;

-Ε’ τον ήξερα…

-Ψέμματα μας λές παππού. Τον ήξερες καλά, πολύ καλά σαν το εαυτό σου, ε; Σαν τον ίδιο σου τον εαυτό. Ετσι δεν είναι; Εσύ δεν ήσουνα, δεν είσαι ο Σήφης της ιστορίας παππού; Ο ίδιος κι’απαράλλαχτος; Ελόγου σου, εσύ δεν είσαι παππού;

-Δεν θυμάμαι πιο, πάρτε το κι’έτσι!. Αμέτε τώρα να παίξετε με τ’αλλα παιδιά…

Share on Google Plus

Σχετικά με Καλύτερη Λαμία

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου