«Η…ΑΓΛΑΙΤΣΑ…!» ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ Κ. ΜΩΚΟΥ


                             πο    Θέλει             

   Εβδομήκοντα και οκτώ ετών ο μπάρμπα Ισίδωρος, βολεμένος πάντα στην ίδια καρέκλα στην πλατεία του χωριού, γεμίζει το τσιμπούκι του, το ανάβει με…ίσκα και…πριόβολο, χαζοπίνει τον βαρύ και όχι, ρεύεται και κοιτά με νοσταλγία το παιδομάνι που παίζει.

   Κάπου εκεί ανάμεσα και ο εγγονός του.Τον κοιτά τον θαυμάζει και καμαρώνει.

«Του παιδιού μου το παιδί,δυό φορές είναι παιδί μου!».Εχει να το λέει και η  λαική σοφία για  τις γιαγιάδες και τους παππούδες.. 
  
-Έλα δω σε μπακατάση.Τα βλέπεις βρε τα κοριτσάκια που παίζουν;

-Ναι ρε παππού,τα βλέπω.

 -Σ’αρέσουν τα κορίτσια βρε;

 -Άσε μας ρε παππού. Τι είναι αυτά που με λες. Μικρός δα είμαι ακόμα, ούτε 13 χρονώνε είμαι πια.

Άμα μεγαλώσω θα μ’αρέσουν.

 -Τα κοιτάς όμως. Το μάτι σου γαρίδα, αστρίτης.

-Ε’, τα κοιτώ, όχι όμως όλα.

 -Και ποιο κοιτάς βρε, ποιο ξεχωρίζεις;

         Αμήχανος,μισοκαταπίνει ο πιτσιρικάς, ο φέρων και το όνομα του παππού. Στραβοκαταπίνει, σαν να ντρέπεται, χαμηλώνει το κεφάλι και την ξεστομίζει την κουβέντα:

 -Μωρέ, να εκείνο, εκείνο με το κοντό μαλλάκι το λυγερό κι’αψηλό, μα είναι μικρό για μένα. Αγλαίτσα τη λένε, της κυρα-Δήμητρας η κόρη γιά.

     Και σκάει στα γέλια ο παππούς ο Ισίδωρος.

-Έλα ‘δώ ρε τζαναμπέτη. Ώστε αυτή σ’αρέσει λοιπόν. Και της το’χεις πει; Το ξέρει βρε μπαγάσα;

 -Τι να της πώ βρε παππού. Άσε με με τα παλιόλογα και με περιμένουν τα άλλα παιδιά να παίξω.

 -Καλά, άντε να παίξεις και θα τα πούμε άλλη φορά.

     Ξέφυγε και ξεμάκραινε ο πιτσιρικάς, τον έβλεπε και καμάρωνε για τον εγγονό ο παππούς Ισίδωρος, θυμόταν τα νειάτα του σιγοψιθύριζοντας: «Να’σαν τα νιάτα δυο φορές, τα γηρατειά καμία!» . «Καιρός φέρνει τα λάχανα ,καιρός τα..παραπούλια!».Υστερα έγειρε και αποκοιμήθηκε.

  Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα, καλοκάθονταν στην αυλή ο παππούς, στρίβοντας το μουστάκι, τραγουδούσαν γύρω τα πουλάκια σονάτες και σερενάτες, πανδαισία μουσικής, πέρασε και μια καρακάξα, κρα-κρα, διακόπτοντας την…συναυλία και γύρισε απ’το σχολείο ο πιτσιρικάς.

-Γειά σου παππού.

-Καλώς τον γιόκα μου τον Δωρή μου (έτσι τον έλεγε χαιδευτικά), καλώς το παλικάρι μου.

 -Ε’ όχι και παλικάρι ρε παππού, δεν τά’παμε χτες, είμαι μικρός ακόμα.

 -Έλα δω λεβέντη μου. Πως πέρασες σήμερα; Την Αγλαίτσα την είδες;

 -Ωχ ,πάλι τα ίδια βρε παππού. Η Αγλαίτσα και η Αγλαίτσα. Δεν είπαμε ότι είναι μικρή. Φαγώθηκες με την Αγλαίτσα. Μ’αρέσει βέβαια, αλλά…

 -Τι αλλά; Έλα εδώ να σε πώ μια ιστορία. Έλα να μαθαίνεις.

-Έχεις ένα κορίτσι. Παίρνεις και το βάζεις να καλοκαθήσει στην καρέκλα. Άμα τα ποδάρια, οι πατούσες του φθάσουν κι’ακουμπούνε κάτω στο έδαφος, δεν είναι καθόλου μικρή, είναι έτοιμη, είναι γυναίκα! Κατάλαβες;

-Κατάλαβα.

  Έλεγε και ξανάλεγε τα δικά του ο παππούς, μεγάλωνε ο Δωρής δεν τα πήγαινε και τόσο καλά με τα γράμματα, γράφτηκε στα ΕΠΑΛ να μάθει τουλάχιστον μια τέχνη, ούτε κι’εκεί γουστάριζε, τα παράτησε, ήρθε το στρατιωτικό, κακκάριζε όλη μέρα στο τάγμα σαν κόκκορας παριστάνοντας τον τρελό, πήρε το χαρτί ,γιώτα  τέσσερα και δρόμο. Ύστερα κατέβηκε στην πόλη και έπεσε στην πιάτσα.

      Σουλάτσα, πιοτά, αβανταδόρος σε κάτι μικροτζόγους, τσιλιαδόρος σε κάτι μπαρμπουτιέρες και την ψιλογάζωνε. Παλιοπαρέες, νύχτα,κάτι στέκια μυστήρια, μέχρι που ένα βράδυ τον πήρε αμπάριζα στην κουβέντα κάποιος κολλητός του ονόματι Φίλιππας.

 -Έλα εδώ ρε φιλαράκι. Σοιλής είσαι, άντρακλας είσαι, μπάνικος κι’ώραίος και…καραμπουζουκλής! είσαι!..

 -Το λοιπόν;

 -Τι το λοιπόν; Να, η ζωή είναι μυστήρια. Που πάει να πεί με τα προσόντα σου μπορείς να ζεις στο…άνετο, να έχεις τα πάντα,σαν βασιλιάς.

 -Δηλαδή; Πώς ρε αδερφέ, εξηγήσου; κάντα λιανά. Σπάστα και…ξαναρίχτα!.

-Μορτάκο, να, είναι ένα γραφείο που ζητά ομορφάντρες να συνοδεύουν κάποιες μοναχικές κυρίες σε εκδηλώσεις. Τα λεφτά είναι καλά. Όλα πληρωμένα, 50% εσύ και 50% το γραφείο.

        Και πέρασε απ’το…γραφείο ο Δωρής, συμφώνησε κι’αρχισε το…βιολί. Μια, δυο, ένα μάτσο κυρίες και τα λεφτά σωρό. Μοστράρισμα, ατσαλάκωτος, κότερα, βεγγέρες…σαλόνια και κάτι…μισότριβες να τον συστήνουν :

 -Καλέ, από εδώ ο αρραβωνιάρης μου.

    Δεν το πολυχώνευε αυτό ο Δωρής, αλλά η…δουλειά δουλειά. Είχε και κάτι δυσκολίες, κάτι χρωστούμενα στο μπαρμπούτι και ξαναπέρασε την άλλη μέρα απ’το γραφείο, αποφασισμένος να γυρέψει μεγαλύτερο ποσοστό.

   Του εξήγησαν και έμεινε…κόκκαλο!.

 -Κύριε Δωρή, αυτό δεν γίνεται, άλλωστε είναι και το 25% που παίρνει απ’τα λεφτά και ο φίλος σας ο κύριος Φίλιππος.

    Αυτό ήταν.

          Του γύρισαν τα μάτια, τα νεύρα του τσατάλια και αμολύθηκε να βρεί τον Φίλιππα.

    Και τον βρήκε.

 -Έλα δω ρε κερατά!. Εγώ πουλάω το κορμί μου και συ παίρνεις…ρέφα πάνω μου ρε;

-Σιγά ρε μάγκα, σιγά τη δουλειά που κάνεις.Ζιγκολό είσαι. Μιά…πουτάνα,αρσε
‘νική πουτάνα είσαι!.

     Και του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι του Δωρή. Μια κουβέντα, δυο κουβέντες, ήρθαν στα χέρια, πήγε να βγάλει κάμα ο Φίλιππας, τον πρόλαβε ο Δωρής, του την …γύρισε,του την έχωσε και…χαίρετε!.

     Δέκα τρία τα χρόνια ο…μποναμάς και Σωφρονιστικόν Κατάστημα Κλειστών Φυλακών Αλικαρνασσού.

  Δεν έχει παρά μία εβδομάδα που βγήκε ο Δωρής και γύρισε στο χωριό. Η μόνη που ζούσε ήταν η μάνα του. Το μόνο που τη ρώτησε ήταν για την Αγλαίτσα κι’έκείνη του απάντησε:

 -Νά την, απέναντι, δεν την βλέπεις; Μια χαρά είναι, μα μονάχη της. Από τότε. Πάντα με ρώταγε για ελόγου σου. Αν είχες μυαλό;

Share on Google Plus

Σχετικά με Καλύτερη Λαμία

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου