«MA PAUVRE…PENELOPE…!» ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ Κ. ΜΩΚΟΥ


  Δεν είναι τετράγωνη η ζωή. Είναι στρογγυλή,ολοστρόγγυλη, χωρίς γωνίες. Σαν μπίλια που τσουλάει και σταματά όπου δεν το προβλέπεις, δεν το φαντάζεσαι ,όπως στη ρουλέτα, πότε στο μαύρο, πότε στο κόκκινο. Ποτάμι, βαθύ, ποτάμι ζόρικο …αφρισμένο είναι η ζωή που πρέπει να το διαβείς.

           Το θέμα είναι να κάνεις επιλογή ανάμεσα στα…«θέλω» και στα …«όσα χρειάζομαι». Αν πας στα…κουτουρού η στην…πονηριά να διαβείς τον ποταμό, η θα…βραχείς η θα…πνιγείς.

-Κύριε Γιώργο καλημέρα σας.       

 -Καλή σας ημέρα Κα Πόπη,καλημέρα στις ομορφιές,τι να σας φτιάξουμε σήμερα;

-Τα γνωστά: Ένα εσπρέσο στρέντο και ένα φρέντο με λίγη ζάχαρη.

-Τι κάνεις, τι γίνεσαι Νάταλι;

 -Ah’ bon jour Mme Penelope.Tres bien,merci.Et vous;

    (Αυτοί οι Γάλλοι, εκτός από εγωιστές είναι και…κλέφτες!. Δεν φτάνει που έχουν κατακλέψει το λεξιλόγιό μας, μα δεν κάνουν και τίποτα σπουδαίο. Κάπου φαίνεται πως διάβασαν για κάποια Πηνελόπη, που την κυνηγάγανε,λέει,κάποιοι μουστερήδες να την …καλαφατίσουν, επειδή, λέει,ο σύζυγός της ήταν… αγνοούμενος και, ποιος ξέρει αν και πότε θα ξαναγύριζε στο νησί. Και πήραν το όνομα Πηνελόπη, άλλαξαν τους χαρακτήρες στο λατινικόν και το γράφουν Penelope!.(Τι έκαναν δη
λαδή; Τρίχες έκαναν!). Έτσι νά’χουμε, να λέμε!).

    «CAFÉ –ΑΙΘΡΙΟΝ».

     Καλοβαλμένο, περιποιημένο,καθαρό,στην πάστρα το μαγαζί, μικρό μεν, αλλά βολικό. Τραπεζάκια έξη και πολυθρόνες ωραίες και άνετες από εκείνες της «Mexill». Γωνιακό, με πελατολόγιο από την απέναντι τράπεζα, λίγη νεολαία και τρεις τέσσερις γύρω κοντινές επιχειρήσεις.Οι πελάτες μετρημένοι, αξιοπρεπείς καλοβαλμένοι και ευγενικοί. Όπως ο Κος Φάνης, που καθημερινά γύρω στις 1.30 το μεσημέρι παραγγέλλει τον εσπρέσσο του και ύστερα ανοίγει και μελετά την «Ναυτεμπορική».

 -Κύριε Γιώργο το καφεδάκι μου, η ζάχαρη ελάχιστη, από εκείνη την ξανθιά έτσι;

-Το άκουσες Ναταλί;

 -Bien sur. Oui Monsieur Fanis!.

      Είναι τώρα η Ναταλί, ένα ομορφοκόριτσο…μινιόν, λεπτεπίλεπτο, μαστόρισσα «Barista» σπουδαγμένη, ευγενέστατη, μισή Γαλλίδα, μισή Ελληνίδα, πρόσχαρη που τα φιλοδωρήματα τα «Tips» από τους πελάτες είναι φορές-φορές περισσότερα από το μεροκάματό της. Τόσο την συμπαθούν και την αγαπούν.

    Μεσημέρι στο café,όπου ανοίγει η πόρτα και ένα λεπτό αιθέριο άρωμα απλώνεται στο μαγαζί.

-Κυρία Πόπη; Εσείς εδώ τέτοια ώρα, συνήθως είστε πρωινή;

-Κύριε Γιώργο, έχουμε δουλειά - πολλή δουλειά, είναι τώρα και εποχή μ’εκείνα τα φορολογικά. Σας παρακαλώ φτιάξτε τρεις χυμούς και τρία σάντουιτς για τα παιδιά στο Γραφείο.

-Βεβαίως, μόνο λίγη ώρα θα περιμένετε.

       Περίμενε η Πόπη κι’όσο περίμενε περιεργάζονταν το μαγαζί και κοίταζε την Ναταλί που …ζωγράφιζε στους καφέδες.

     Γυναικάρα, η Πόπη…λάμπαδοχυτή, γύρω στα 35, μαλλί κροσσέ, προς το… τσικλαμέν, ντύσιμο «Ντόνα Καράν» και τα …προσόντα –τα ..μπαλκόνια στο… δίσκο!, ευδιάκριτα!. Να τα κοιτάς και να πηγαίνει το μυαλό σου ..περίπατο!,εκδρο μη!,να …χαζεύεις ,να …τινάζεται η  Libido σου  στα ύψη και να σε πλημμυρίζει και να κινδυνεύεις  να…πνιγείς απ’την…τεστοστερόνη!.

 -Κα Πόπη είστε έτοιμη.

      Πήρε η Πόπη τους χυμούς, πλήρωσε, έκαμε ως συνήθως μια κίνηση θελκτική και…θηλυκή σαν πιρουέτα γύρω από τον εαυτό της και βγήκε.

 -Κύριε Γιώργο, τι πράγμα είναι αυτό, τι γυναικάρα είναι αυτή; Ποια είναι αυτή;

 -Τι είπατε Κε Φάνη; Α’ για την κυρία που μόλις σερβιρίστηκε. Ξέρετε είναι λογίστρια και μαζί με τον άνδρα της δουλεύουν εδώ απέναντι στο εργοστάσιο. Αυτή στο Λογιστήριο κι’αυτός υπεύθυνος στην παραγωγή. Αλλά απ’ότι ξέρω απ’ότι έμαθα δεν θα δουλεύουν ακόμα για πολύ. Το εργοστάσιο δεν πάει καλά και σε δυο μήνες κλείνει.

 -Τι μου λέτε; Άκουσε ο Κος Φάνης την κουβέντα πως η…δικιά σου έρχονταν πάντα πρωί να πάρει τους καφέδες, άλλαξε κι’αυτός ώρα κι’ερχόνταν πια γύρω στις οκτώ να τη βλέπει, να τη θαυμάζει, να γουστάρει.

      Και πέρασε κανένα δίμηνο, οπότε ένα πρωινό μπαίνει στο cafe η Πόπη, ψιλοαλαφιασμένη, με μάτια κατακόκκινα, μισοκλαμμένη.

-Κα Πόπη, πως είστε έτσι, τι τρέχει, τι σας συμβαίνει;

-Αφήστε Κε Γιώργο, αφήστε τα, χθές μας κοινοποίησαν την απόλυσή μας κι’εμένα και του άντρα μου. Το εργοστάσιο από Δευτέρα κλείνει.

 -Καλά, καλά Κα Πόπη, ηρεμήστε, έχει ο Θεός κάτι θα βρεθεί, κάτι θα γίνει.

-Ο θεός έχει Κε Γιώργο, εμείς δεν έχουμε. Τι θα γίνει δηλαδή; Τίποτα δεν θα γίνει!.

-Κι’όμως θα γίνει!.

    Ήταν η φωνή του Κυρίου  Φάνη που είδε το περιστατικό και μπήκε στην συζήτηση.

-Αχιντζόγλου Θεοφάνης κυρία μου. Είμαι εδώ γείτονάς σας και έχω παραδίπλα την επιχείρηση, τα Logistics. Μόλις άκουσα την συζήτησή σας με τον Κο Γιώργο. Μην ανησυχείτε, κάτι θα βρεθεί. 

Πάρτε την κάρτα μου και ελάτε από βδομάδα με τον σύζυγό σας από το γραφείο μου να κουβεντιάσουμε. Μόνο ,σας παρακαλώ, μην κλαίτε, το κλάμα σας …ασχημαίνει, σας ασχημαίνει πολύ. Που είστε και γυναίκα τόσο όμορφη!. Είναι κρίμα.

     Γάτα η Πόπη το κατάλαβε το κοπλιμάν, το…υπονοούμενο, ψιλογέλασε με νάζι και φεύγοντας είπε:

 -Σας ευχαριστώ Κε Αχιντζόγλου,σας ευχαριστώ πολύ. Ελπίζω να τα ξαναπούμε.

     Σας ευχαριστώ για όλα. Ελπίζω να τα ξαναπούμε είχε πεί η Πόπη και σε μια εβδομάδα βρέθηκε μαζί με τον άντρα της τον Γιάννη στο γραφείο του Φάνη .

Και τα είπαν και τα συμφώνησαν.

-Εσείς κυρία μου θα είστε προϊσταμένη στο Λογιστήριο και ο σύζυγός σας υπεύθυνος στο τμήμα διανομών. Το ωράριό σας θα είναι Ο8.ΟΟ-15.ΟΟ.

           Ρολόι πήγαινε η δουλειά, όταν κάτι το περίεργο άρχισε να συμβαίνει με το ωράριο της Πόπης. Που ενώ έπρεπε στις 3 να τελειώνει τη δουλειά της άρχισε μετά από κάποιον καιρό να γυρίζει σπίτι στις 7, στις 8, ακόμα και στις 9, πράγμα που προβλημάτισε τον Γιάννη.

 -Έλα εδώ ρε Πόπη, τι γίνεται, τόση δουλειά έχει πέσει και αργείς τόσο πολύ; Που θα πάει αυτό το πράγμα;

-Γιάννη μου, ξέρεις τι γίνεται. Άσε και σε λίγο όλα θα φτιάξουν, θα δεις.

      Όλα θα φτιάξουν, όλα θα φτιάξουν, αλλά η κατάσταση χειροτέρευε.

          Μέχρι που μπήκαν ψύλλοι στ’αυτιά του Γιάννη και αποφάσισε να το ψάξει.

Η Πόπη το βιολί της. Πότε γύριζε στις 8 πότε και στις 10. Όπως εκείνη την ημέρα που έφθασε η ώρα 6 και η Πόπη πουθενά. Και αποφάσισε να πάρει τηλέφωνο στη δουλειά και να ρωτήσει. Και το σήκωσε ο φύλακας.

 -Ελα ρε Αργύρη, σύνδεσε με ρε με το λογιστήριο, με την Κα Πόπη;

 -Ποια Κα Πόπη Κε Γιάννη; Η Κα Πόπη έχει φύγει από τις 3 μαζί με το αφεντικό. Συμβαίνει πολλές φορές, το κάνουν συχνά, φεύγουν νωρίς και πάνε για δουλειές.

    Αλαφιάστηκε ο Γιάννης, με εκείνο «το κάνουν συχνά, πάνε για δουλειές!».

Και είπε μέσα του:

-Ο,τι και να τρέχει, εγώ την άκρη θα τη βρω. Και τακτοποίησε έτσι τη δουλειά του, ώστε να είναι έτοιμος όποτε προκύψει να παρακολουθήσει την κατάσταση.

    Όπως εκείνο το απόγευμα που γύρω στις 2.30 το μεσημέρι είδε την γυναίκα του να βγαίνει βιαστική από την επιχείρηση, να περπατά γύρω στα 50 μέτρα και ξαφνικά να προβάλλει από το στενό η BMW του Φάνη και την Πόπη να μπαίνει στο αυτοκίνητο, αφού πρώτα έλεγξε κοιτώντας γύρω, μήπως και κανείς τη βλέπει.

     Και βγήκε προσεκτικά από το πίσω στενό ο Γιάννης, τους παρακολούθησε μέχρι που βρέθηκαν ψηλά στην ανηφόρα σε σημείο στην πίσω πλευρά του «Πριγκηπικόν», όπου σταμάτησαν, κατέβηκαν και μπήκαν στο ξενοδοχείο. Από κοντά ο Γιάννης στο…σκηνικό, που επαναλήφθηκε δυο και τρεις  την ίδια εβδομάδα.Πάλι BMW, πάλι Φάνης…πάλι «Πριγκηπικόν».

       Εκείνο το βράδυ η Πόπη άργησε πολύ. Δεν πρόλαβε να βάλει το κλειδί στην πόρτα, πετάχτηκε πάνω σαν ελλατήριο ο Γιάννης και την άρπαξε από το μαλλί.

-Μωρή βρωμιάρα, μωρή τσούλα γιατί μ’εξευτελίζεις; Είχατε πολλή δουλειά, ε!. Γι’αυτό και…μεταφέρατε το Λογιστήριο στο «Πριγκηπικόν»,ε’!. Και πας με τον…σαλιάρη μωρή σκύλα;.

Εβδομηντάρης αυτός μωρή τσούλα, 35άρα εσύ, τι του ζήλεψες μωρή αλήτισσα; Τα φραγκάκiα, ε’!.

 Τα φραγκάκια, το ..μπαγιόκο του ζήλεψες; Εμείς στον Πειραιά, δεν μοστράρουμε, δεν πουλάμε τον…κώλο μας για τα φράγκα!. Κατάλαβες; Αυτά να πας να τα κάνεις στο χωριό σου μωρή…παλιό
κοττα λειράτη!, που σε πήρα…βλαχομούνι και σε έκανα κυρία. Μπρός, μάζεψέ τα, τσακίσου, φύγε.Τώρα, αμέσως!. Και να μην σε ξαναδώ μπροστά μου.

         Πέρασε καμιά βδομάδα, όλα στη θέση τους, το café στη θέση του, ο κυρ Γιώργος εκεί, εκεί και ο Κος Φάνης με την «Ναυτεμπορική» του. Πίσω από την μπάρα η Ναταλί που τα έμαθε όλα και στεναχωρήθηκε.

        Ύστερα κι’αυτή  σαν γυναίκα,κούνησε….συμπονετικά  το κεφάλι της και είπε: «Ma pauvre Mme Penelope!,Que   dommage!».

Share on Google Plus

Σχετικά με Καλύτερη Λαμία

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου