Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΥ ΣΤΟ ΖΗΤΟΥΝΙ

Φωτό 1
Ο Θανάσης Διάκος, δικαίως κατετάγη, από τούς Ιστορικούς τής Ελληνικής Επαναστάσεως τού 1821, ώς υπέρλαμπρον άστρο, στο στερέωμα τών κορυφαίων Ελλήνων πολεμάρχων τού αγώνα. Ήδη, αυτό είχαν απόδεχθεί οι Έλληνες, με τα δημοτικά τραγούδια, τις διηγήσεις, αλλά κυρίως τιμώντας, τήν συνέπεια και τήν απαρασάλευτη πίστη του, στήν απελευθέρωση τού γένους. Όλα όσα συνέβησαν τον Απρίλη τού 1821, αλλά και η ηλικία, η φυσική παρουσία, η ρωμαλέα σωματοδομή, ο χώρος, ο τόπος, η εποχή, η περήφανη στάση του, απέναντι στούς δυνάστες, “ ωραίος ώς Έλλην ”, ολοκλήρωσαν το αρχετυπικό πρότυπο, ενός Ομηρικού Έλληνα, πού ετάχθη να γίνει το σύμβολο τής διπλής θυσίας, για τήν Πίστη και για τήν Πατρίδα.

Ο Ελληνικός λαός συνεκινήθη, οι ποιητές, λογοτέχνες, ιστορικοί, ακόμη και απλοί ερευνητές, αλλά και οι προερχόμενοι και απευθυνόμενοι, στα λαϊκά στρώματα, τεχνίτες, μεταλλουργοί, ασημουργοί (φωτο 2), οι τών Θεάτρου σκιών δημιουργοί, τής εποχής, με σημαντικό ρόλο και πέραν αυτής, σκάλισαν και απεικόνισαν, τήν τίμια και ευγενική του μορφή, σκέψη και σε αντικείμενα τού καθημερινού βίου. Κορυφαίοι ζωγράφοι, ο Παρθένης (Η Αποθέωση τού Διάκου), ο Φ. Κόντογλου, ο Αλ. Φιλαδελφεύς [2] (φωτό 1) και μακρός κατάλογος άλλων, πού έδωσαν με τον χρωστήρα τους, ακόμη και απεικόνιση τής Δίκης, όπως, ο παρουσιαζόμενος σήμερα, πίνακας τού Αλ. Φιλαδελφέα. Ο πίνακας αυτός, εν πολλοίς άγνωστος και μη αναφερόμενος, αποτελεί ψηφίδα και τεκμήριο, για τα περί το Διάκο γεγονότα, και, αξίζει να προστεθεί, στο ιστορικό καταπίστευμα τής μνήμης του. Πριν όμως απ’ αυτά, πρέπει να δοθεί, ένα ιστορικό πλαίσιο, στα δραματικά γεγονότα. Στόν πίνακα τού Αλεξανδρου Φιλαδελφέα, απεικονίζεται η Δίκη και η καταδίκη, τού Αθανασίου Διάκου, στο Ζητούνι. Ο ζωγράφος προσπαθεί, να συνομιλήσει και να μας μεταφέρει, τήν ατμόσφαιρα τής δραματικής στιγμής, πού το τουρκικό ιερατείο, ο Κιοσσέ Μεχμετ, ο Ομέρ Βρυώνης και ο αμείλικτος, ορκισμένος εχθρός τού Διάκου, Χαλήλ Μπέης, περιστοιχιζόμενοι, από τις σκληρές μορφές, τών αρβανιτών αξιωματούχων, απειλούν και δικάζουν τον ήρωα [3]. Τα πρόσωπα αυτά, διαφοροποιούνται εκφραστικά, σύμφωνα και με τα ιστορικά στοιχεία, ενώ η παρουσία τους, ανακαλεί τα φρικιαστικά οράματα, τού Ιερωνύμου Μπος. Ο Διάκος ευθυτενής, λεπτοφυής, λευκοντυμένος, απορρίπτει, με περιφρονητική κίνηση, τήν πρόταση να αλλαξοπιστήσει. Στο δάπεδο, διακρίνονται ριγμένα όπλα, στήν είσοδο, παραμονεύει ένα απειλητικό, αγριόσκυλο, με ανοικτό στόμα. Ένα λαμπρό φώς, πού εισέρχεται από τον αψιδωτό διάδρομο, καταυγάζει τον ημιφωτισμένο χώρο, ένα φώς Άνοιξης, φώς λευτεριάς πού έρχεται. Ο πίνακας, είναι σχετικά άγνωστος και με μεγάλη χαρά, τον παρουσιάζουμε στούς φιλίστορες, πού οι συγκυρίες δεν τούς επιτρέπουν να τον θαυμάσουν.

Φωτό 2. Ασημένια επιχρυσωμένη παλάσκα (Συλλ. Ε.Ι.Μ. αριθμ. 6936) με σφυρήλατη απεικόνιση της σύλληψης του Διάκου, δείγμα λαϊκής τέχνης της δημοφιλίας του ανάμεσα στους αγωνιστές της επανάστασης
Πολλά και από πολλούς έχουν γραφτεί για τήν μάχη τής Αλαμάνας, αλλά η επιλογή τού Γεωργίου Κρέμου [4], ώς αφηγητού, συμπατριώτη μας, ιστορικού, ευρισκομένου χρονικά κοντά στα γεγονότα, αλλά πού και ώς Γυμνασιάρχης στήν Λαμία, είχε τήν ευκαιρία, να συλλέξει επί τόπου, πρωτογενείς πληροφορίες, από επιζώντες τής μάχης αυτής, ώς αναφέρει και ο ίδιος. Ο Γ. Κρέμος θα μάς ιστορήσει (« Νεωτάτη Γενική Ιστορία ώς τέταρτος τόμος συμπληρωματικός τής Γενικής Ιστορίας τού Α. Πολυζωΐδου, Εν Αθήναις 1890»), τα στερνά τού Διάκου και θα αποκαθάρει, λαγαρίσει, το νέφος τών πληροφοριών πού σκεπάζουν τα δραματικά γεγονότα και τα θολώνουν, με αχρείαστες προσθαφαιρέσεις. Το απόσπασμα έχει ώς εξής:

«…Άπασα λοιπόν η δύναμις τών Τούρκων επήλθε κατά τών περί τον Διάκον και Τράκαν˙ και ο μεν Χασάν Τομαρίτσας 6 και Μεχμέτ Τσαπάρης, επολιόρκησαν τούς περί τον Τράκαν, εν Μουσταφάμπεη, ο δε Ομέρ Βρυώνης, άπαν το ιππικόν κατά το πεδίον, άπαντες οι Αλβανοί εκ τών κλιτύων Χαλκωμάτας και Δαμάστας και ο Μεχμέτ Κιοσσέ εξ Αλαμάνας, περιεκύκλωσαν τούς περί τον Διάκον, όστις καίπερ δυνάμενος να σωθή, κομισθείσης, υπό τού ιπποκόμου αυτού Ρωμάνη, τής φορβάδος Αστέρους, ού μόνον έμεινεν ακλόνητος ειπών το δη περιλάλητον « ο Διάκος δεν φεύγει », αλλά υποκαταβάς προς τον εγγύτατα τής Αλαμάνας, μέχρι τού πεδίου καθήκοντα, λόφον τών Πουριών, έστη μετά τών ολίγων, υπολειφθέντων αυτώ ανδρείων, επί τών λίθων, τών επί τής κορυφής τού λόφου, οίτινες καλούνται τα νύν, « τού Διάκου τα λιθάρια », και μεθ’ ηρωϊκόν αγώνα, αιμόφυρτος, συνελήφθη, δύο πληγάς λαβών. Αιχμαλωτισθέντος δε τού Διάκου (φωτό 3), έλυσαν οι περί τον Τομαρίτσαν και Τσαπάρην, τήν πολιορκίαν, τών εν τω Μουσταφάμπεη. Τα δε κατά τον Διάκον, μετά τήν αιχμαλωσίαν, ο μνημονευθείς Κουνούπης, εξ αυτοπτών και αυτηκόων μαθών, διηγήσατό μοι ώδέ πως: «Αφού έσπασαν τα πιστόλια του και το ξίφος του, συνελήφθη ο Διάκος, επάνω είς τα Πουριά, υπό τών Αλβανών, τού Ομέρ Βρυώνη. Έπειτα τον έδεσαν και τον έβαλαν, επάνω είς μουλάρι και έφεραν είς το σεράγι, (μέγαρον) τού Διοικητηρίου και επαρουσίασαν, τήν επιούσαν, μετά τήν αιχμαλωσίαν, είς τον Χαλήλμπεην [5], όπου κατέλυσαν οι πασσάδες Κιοσές και Ομέρ Βρυώνης [6]. Εκ τούτων ο Ομέρ Βρυώνης και άλλοι, πολλοί ανδρείοι Αλβανοί, ελυπούντο τον Διάκον, διά τήν ευμορφίαν του και διά τήν ανδρείαν και τον παρεκίνουν, να γείνη Μωαμεθανός, διά να σώση, τήν ζωήν του και διορισθή, πασσάς όλης, τής Ανατολικής Ελλάδος. Αλλ’ ο Διάκος, μετά τον καφφέ, τον οποίον τω είχον προσφέρη, επιθέσας υπερηφάνως, τον ένα πόδα, επί τού άλλου και στρήψας τον μύστακά του, τοις απεκρίθη, ούτε τήν θρησκείαν του αλλάσσει, ούτε το Γένος του προδίδει˙ προτιμά εκατόν φορές τον θάνατον˙ Διάκοι, ώς αυτός και πολλοί καλλίτεροί του, είνε χιλιάδες, πέραν τής Αλαμάνας». Ακολούθως, ιδόντες αυτόν ακατάπειστον, διέταξαν, να τον σουβλίσωσι και δώσαντες, είς τον ίδιον, τήν ξυλίνην σούβλαν, ήν εν οργή βαδίζων ο Διάκος, έφερεν επί του ώμου του, μέχρι τού τότε κοπρώνος, είς το ανατολικόν άκρον της Λαμίας, κειμένου, όπου τώρα είνε τα κρεωπωλεία, εσούβλισαν [7] και ανεστήλωσαν, περί τήν 2 ώραν μ.μ. τής επιούσης, τής συλλήψεώς του, ημέρας επί τού τότε, ώς είρηται, κοπρώνος, στρέψαντες αυτόν προς πλείονα τιμωρίαν, να βλέπη προς δυσμάς, ώστε ο προς τήν δύσιν βαίνων ήλιος, προσέβαλεν αυτόν κατά πρόσωπον. Ο δε σκόλοψ, εξήλθεν είς το άνωθεν μέρος, τής δεξιάς ωμοπλάτης του. Περί δε τον Διάκον, ετοποθέτησαν και τας κεφαλάς, τών εν τή ιδία μάχη, φονευθέντων Ελλήνων, περί τας 80, εν αίς ήσαν η γεραρά κεφαλή τού Αμφίσσης Ησαΐου, τού αδελφού αυτού Παπαϊωάννου, η τού αδελφού του Διάκου, Δημητρίου, η τού Μπακογιάννη, Καλύβα, Αναγνώστου Καλπούζου, η τού Γιαννάκη Παπαχαντζή, εκ Δαμάστας, γυναικαδέλφου τού Σπύρου Τράκα, όν αιχμαλωτίσαντες, εφόνευσαν καθ’ οδόν. Προς εμπαιγμόν δε, επί τού μετώπου εκάστης κεφαλής, καθήλωσαν χάρτην, μετά τής επιγραφής «καπετάνος»˙ πάσας δε τας κεφαλάς, ενώπιον του Διάκου εξέδειραν. Ο δε Διάκος εκ τού σκόλοπος, τούς μεν Τούρκους και τήν θρησκείαν αυτών, ύβριζε, τούς δε Χριστιανούς επετίμα, διότι ουδείς είχε το θάρρος να τον φονεύση, δι’ όπλου, όπως απαλλαγή, εκ τών βασάνων. Εζήτει δε πάντοτε ύδωρ˙ επί τέλους περί τήν εσπέραν, τής αυτής ημέρας, Χριστιανός τις, Βούλγαρος το γένος, ιπποκόμος, έχων έτοιμον τον ίππον, τού κυρίου του, όν τήν νύκτα έβοσκεν, είς τα λιβάδια, σταθείς είς το μεσημβρινόν άκρον, τής προς άρκτον, τής νύν, τού Διάκου ονομαζομένης, κειμένης πλατείας, εν ή τελείται η εβδομαδιαία αγορά, 60 περίπου βήματα μακράν, επυροβόλησεν αυτόν, και, αμέσως ιππεύσας, εξέφυγε τούς φυλάσσοντας Τούρκους, οίτινες επυροβόλησαν μεν τον Βούλγαρον, αλλ’ απέτυχον. Αλλ’ εί και η σφαίρα διήλθε δια τής δεξιάς και αριστεράς ωμοπλάτης, ουχ ήττον ο Διάκος έτι επέζη και οδυρόμενος, εκραύγαζε˙ «Μία στάλα νερό, . . . νερό . . . »˙ αλλ’ ουδείς ετόλμα. Περί δε το μεσονύκτιον, ο πλησίον εκεί, το αρτοπωλείον του έχων, Παναγιώτης Ψωμάς εκ Λαμίας, πόρρωθεν, εκ τού παραθύρου, δι’ αγγείου ανηρτημένου, εκ μακράς ράβδου, έδωκεν αυτώ, ύδωρ, και, αμέσως εξέπνευσεν ο ήρως. Έμεινε δε, επί τού σκόλοπος, το σώμα τού Διάκου εξ ημέρας, καθάπερ και οι περί αυτό, ώς ερρήθη, εκδεδαρμέναι κεφαλαί, άς τινάς, αν και δυσώδεις, ουδείς όμως ετόλμα να ζητήση προς ενταφιασμόν. Τέλος δε, επειδή η δυσωδία απέβη αφόρητος, ο μεν καφάσμπασης διά λακτισμάτων, κατέρριψε τον ανεστηλωμένον Διάκον, καταναθεματίζων αυτόν˙ ο δε σιδηρουργός Κεφάλας και ο Φαραδήμος, κάτοικοι Λαμίας, σύραντες, το δυσώδες τού Διάκου σώμα, κατά διαταγήν τού καφάσμπαση έρριψαν αυτό, ώς ήν ανεσκολοπισμένον, είς τον, τας ακαθαρσίας, δεχόμενον τής πόλεως και το ύδωρ τής κρήνης, οχετόν ονομαζόμενον « Σκατόρρευμα », όντα βήματα τινα μακράν, τής νυν λιθίνης γεφύρας…»

Η αναμόχλευση τών ιστορικών γεγονότων της Ελληνικής Επαναστάσεως, είναι απαραίτητη για τήν οριζόντια ενημέρωση, τών γενεών και τήν στερέωση, τής συλλογικής, εθνικής και τοπικής ιστορικής μνήμης. Το πολύκροτο δίστιχο τού Διάκου « για δες καιρό πού διάλεξε ο χάρος να με πάρει, τώρα π’ ανθίζουν τα κλαδιά και βγαζ’ η γη χορτάρι » είναι από τα πλέον αναγνωρίσιμα και εκφερόμενα τών Ελλήνων, συγχρόνως και μυστικό σύμβολο, που υπαινίσσεται τήν άνοιξη, τού δουλωμένου γένους, αντάξιο τών μεγάλων στιγμών τής διαχρονικής μας πορείας. Το παρέλαβεν, ο απλός λαός, από τα χείλη τού Διάκου, και, το έβαλε στα χείλη όλων τών Ελλήνων.

Φωτό 3. H Σύλληψις τού Διάκου Σκέψις Φ. Κόντογλου, φιλοτεχνημένη το 1950, ώς ιδέα για το μνημείο, στήν Αλαμάνα, πού όμως δεν ευδοκίμησε. Η φωτό παρουσιάζει αναλογίες, με τήν σύλληψη τού Χριστού, από τήν Ρωμαϊκή σπείρα, αλλά βεβαίως τηρουμένων τών αναλογιών, πού υπερβαίνει εδώ ο καλλιτέχνης, λόγω τών πολλών ομοιοτήτων, τών δύο περιπτώσεων, στήν εξέλιξη τους, πού συντάραξαν τους πιστούς χριστιανούς
[1] Το Ζητούνι (αργότερα Λαμία) υπήρξε το ισχυρότερο πολιτικό, στρατιωτικό και διοικητικό κέντρο, στήν Ρούμελη, το οποίον ποτέ δεν κατόρθωσαν να καταλάβουν, οι επαναστατημένοι Έλληνες, κυρίως λόγω της ισχυρής και συγκροτημένης τουρκικής πλειοψηφίας, αλλά και γιατί στρατοπέδευαν εκεί, τα τουρκικά σώματα, συνεπικουρούμενα από τις τουρκικές δυνάμεις τής Θεσσαλίας. Το Ζητούνι περιελήφθη τελικά στο Ελληνικό κράτος στις 21 Ιουν. τού 1832 ενώ οι περισσότεροι τούρκοι, απεχώρησαν τον Μάρτιο τού 1833. Ο Prinz Von Hermann Pükler – Muscau (Entre l Europe ef l’ Asia Bruxelles 1840 ) μάς περιγράφει, τήν όψη τού Ζητουνίου, λίγα χρόνια μετά, πολύ κοντά στα γεγονότα το 1836, καθώς και το σαράϊ τού Χαλίλ-Μπέη, όπου εσύρθη δέσμιος ο Διάκος. Το σχετικό απόσπασμα τού κειμένου έχει ώς εξής «…επισκέφθηκα τον μόνο αξιοθαύμαστο χώρο πού διαθέτει αυτή η άθλια πόλη τού Ζητουνίου, αναφερόμενος στον Ελληνικό στρατώνα, πού ήταν παλιά, το σεράϊ τού Πασά, ο οποίος παρουσιάζει μία μοναδικότητα, στο συνδυασμό υψηλών και χοντρών, πέτρινων τοιχωμάτων, με ζωγραφισμένα και διακοσμημένα, ελαφριά ξύλινα τμήματα. Θολωτές στέγες από μολύβι (σ.σ. κουμπέδες), ξεκουράζονταν πάνω σε ξύλινα δοκάρια• δάπεδα με κενά στις σανίδες τους, τα σκεπάζουν χρυσωμένα ταβάνια• είναι πολύ πιθανό όλ’ αυτά να πρόσφεραν ένα πολύ γραφικό σύνολο τότε, σήμερα πού ένα μέρος τού χώρου είναι γκρεμισμένο, ο διάκοσμος και τα χρώματα, έχουν ξεβάψει, τα χρυσωμένα ταβάνια έχουν καπνιστεί…». Η περιγραφή αυτή καταγράφει, ένα κτίριο πού έχει εγκαταλειφθεί, στήν τύχη του, ίσως επειδή υπήρξε η τουρκοφωλιά, όπου ο Διάκος, αλλά και οι άλλοι, άκουσαν τήν απόφαση τού τουρκικού ιερατείου, για το ανόσιο, ανάξιο τέλος του και αντάξιο, τής ανατολικής θηριωδίας και βαναυσότητας.

[2] Αλέξανδρος Θ. Φιλαδελφεύς. Αρχαιολόγος, συγγραφεύς, ζωγράφος, γεννήθηκε το 1867. Εσπούδασε φιλολογία στο ΕΘΝ. ΚΑΠ. ΠΑΝ. Αθηνών, όπου διετέλεσε από το 1825 υφηγητής και συνέχισε στο Πανεπιστήμιο τής Λειψίας αργότερα. Έφορος Αρχαιοτήτων, στήν Κόρινθο και στήν Νικόπολη. Τού αποδίδεται η επινόηση τής μεθόδου αφής τής Ολυμπιακής φλόγας. Ώς ζωγράφος, εσπούδασε στήν Ακαδημία τού Μονάχου, στήν Βαυαρία, μαθητής τού Ν. Γύζη. Προσάρμοσε στα ελληνικά δεδομένα, τις κατευθύνσεις τής Γερμανικής Σχολής και τού ρεύματος τών καλουμένων « Ναζαρηνών » τών οποίων, θεωρητικός υπήρξεν, ο Θείρσιος. Έχει ζωγραφίσει, σκηνές εκ τής Γραφής, τού Εθνικού Αγώνα, τής σύγχρονης Ελληνικής ζωής, και, τήν μνημειακή τοιχογραφία, στον Άγιο Γεώργιο Καρύκη Αθηνών, « Άφες τα παιδία ελθείν προς εμέ ». Ο πίνακας του αυτός, πού παριστά τον Διάκο, ακούοντας τήν καταδίκη του είς θάνατον, εφιλοτεχνήθη κατά τήν ώριμη, ζωγραφική του περίοδο.

[3] Αριστερά-Δεξιά τον κρατούν σφικτά δύο τούρκοι Τσάμηδες, μάλιστα τον ένα, πριν, τον είχε τραυματίσει, ο ίδιος ο Διάκος, στήν μάχη.( Γ. Γαζή Λεξικόν Χ. Περραιβός Απόμν. Πολ. Σελ.95 )

[4] Γ. Κρέμος, από το Στείρι Βοιωτίας ( 1839-1926 ) Ιστορικός, υφηγητής Παν. Αθηνών, με σπουδές στο Πανεπιστήμιο τής Λειψίας, Γυμνασιάρχης Ιωνιδείου Σχολής στον Πειραιά κ.λ.π. Ώς Γυμνασιάρχης στήν Λαμία, πρωτοστάτησε στήν συγκρότηση επιτροπής ( 1876 ) ανεγέρσεως Μνημείου, τού Αθ. Διάκου στήν Λαμία, το οποίο τελικώς, εστήθη στήν ομώνυμη πλατεία. Ο Γ. Κρέμος, υπήρξεν εκ τών αξιοπίστων, ιστορικών, ιδιαίτερα για τα συμβάντα, στήν Στερεά Ελλάδα, ενώ η εντοπιότητα και ευθυκρισία του, η επί τόπου συλλογή τεκμηρίων και πληροφοριών του, τον καταξιώνει ώς τον εγκυρότερον αφηγητή.

[5] Ο ισχυρός γαιοκτήμων Χαλίλ Μπέης, γαμπρός τού Αλή Πασά, διοικητής τού Ζητουνίου κατείχε τεράστιες εκτάσεις, στο κάμπο τού Σπερχειού, « εντεύθεν » , κυρίως σε ρυζοχώραφα, αλλά και κτίσματα, αγροικίες, αποθήκες, μύλους, πού εκποιήθηκαν αργότερα, από τήν χήρα του και τον γιό του Τεφήκ. Προς απελπισίαν βεβαίως τών δυστυχών κολλήγων και παρακεντέδων, πού τα καλλιεργούσαν και έβλεπαν, τα αρπακτικά σμήνη, τών νέων τσιφλικάδων, να εφορμούν και να αντικαθιστούν, τούς τυράννους. Οι λεγόμενοι αυτοί « ετερόχθονες » πλησιέστερα, στις νέες κρατικές δομές, κατάφεραν να αρπάξουν, τα κρατικά τσιφλίκια και να δημιουργήσουν δυναστείες, διαμορφώνοντας και τη νέα κοινωνική διαστρωμάτωση, όπου οι κολλήγοι παρέμειναν « γαιοσκώληκες », θεριζόμενοι από τις λοιμικές νόσους, τήν ελονοσία και τήν έλλειψη ποικιλιακής διατροφής, πού έφερε και τήν άγνωστη σήμερα, νόσο «πάθος» τής Γκούσης (βρογχοκήλης Γ. Αινιάν Απομνημονεύματα σελ. 81), αυτά όμως υπερβαίνουν τον χώρο και τον στόχο τής παρούσης εργασίας.

[6] Ο Κιοσσέ-Μεχμέτ πασάς, κεχαγιάς τού Χουρσίτ, διοικητής τών τουρκικών δυνάμεων, με 8000 άνδρες και επιλέκτους τουρκαλβανούς, υπό τον Ομερ-Βρυώνη παλαιό σύντροφο τού Διάκου, στήν αυλή τού Αλή-Πασά, ιππείς από τήν Θεσσαλία και Σαρακιούλιδες τής Μακεδονίας, με επικεφαλής τούς Χασάν-Τομαρίτσα, Μεχμέτ Τσαπάρη, Τελεχά Μπέη Φεζο, συγγενή τού Αλή Πασά κ.α.

[7] Ο Ανασκολοπισμός, αρχαία μέθοδος βασανιστικού θανάτου, αναφέρεται και από τον Ηρόδοτο, ώς πρακτική τών Περσών. Οι Ρωμαίοι, τον αντικατέστησαν με τήν σταύρωση, ενώ οι τούρκοι επανήλθαν στον ανασκολοπισμό, ώς μέθοδο εκφοβισμού τών υποδούλων. Ο Ξέρξης, ( ΗΡΟΔ VIIS 238 ) όταν αντίκρισε, τήν σωρό τού Λεωνίδα «... εκέλευσε αποταμόντα τήν κεφαλήν, ανασταυρώσαι…». Παρά τα κωδικοποιημένα και στήν εποχή αυτή, πολεμικά έθιμα σεβασμού, προς τούς πεσόντες αντιπάλους, οι τούρκοι εδώ ετήρησαν τήν διδασκαλία αυτή, ώς βάρβαροι ανοτολίτες.


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΥ ΣΤΟ ΖΗΤΟΥΝΙ
Του Παναγιώτης Δημάκη, υπεύθυνου ιστορικού αρχείου
Δήμου Αμφικλείας-Ελατείας   

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου

ΠΗΓΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ
fthiotikos-tymfristos.blogspot.gr

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΘΕΜΑΤΟΣ kaliterilamia.gr
Share on Google Plus

Σχετικά με Καλύτερη Λαμία

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου