«ΚΟΥΡΑΜΠΙΕΔΕΣ…ΒΟΥΤΥΡΟΥ…!» ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ Κ. ΜΩΚΟΥ


   Σταύρος Τσατίρης του Ιωάννη.Παιδί στακάτο κι’αψηλό,μουστακάκι αλφάδι μαντεκέ ,με κάτι υπόλοιπα στον Περαία ,από κάτι μπούκες,κάτι περίφτερα,κάτι τσακωμούς ,κάτι χόρτα… προς διάθεσιν και ψυχαγωγίαν,τρία χρόνια εις το Σωφρονιστικόν Κατάστημα Τρικάλων  ,επιδείξας  καλήν διαγωγήν και ευδοκίμως αποφοιτήσας έλαβε το…δίπλωμα και έσκασε στην πειραιώτικη πιάτσα.

-Εδώ είμαι,παρών  και το κάνω γνωστόν.

  Τον είδανε οι μάγκες ,κοιταχτήκανε και διαρωτήθηκαν

-Πώς;

    Δεν ήτουνε και τίποτα όνομα βαρύ,τίποτα σπουδαίο παιδί στο συνάφι ο Σταύρος.Ψιλοδουλειές,κόλπα αλαφροχέρικα,καμιά τσάντα από κάτι  ηλικιωμένες,μέχρι και κάτι …ποδήλατα,(ψιλοδοντιές χασίς) να οικονομά τον άρτον τον επιούσιον. 

   Ταύτα και ουδέν περισσότερον .Τον είδε σκουραντζάτο και άδειο και του έπεσε δίπλα ο Φώτης ο Πλατιάκος,εκ Μάνης,σοβαρός και με όνομα φωναχτό, τρανταχτό στο ταράφι.

-Ρε μαγκάκι ,είσαι στη δίαιτα,στα λίγα ,τα λιανά και στην ξέρα.Ετσι θα τη βγάλεις; Στο λιανοτάρι και στο τέρτσικο;Ελα ρε να σου δώκω απασχόλησις μπάς και σαλιώσει ο καταπιόνας σου.

-Δηλαδή;

-Να,είναι μια εργασία που φέρνει ένα  ατιμόπλοιο κάτι πλάκες τσικουλατένιες απ’το Μπερούτι,είναι μέσα δυό παιδάκια δικά μας κι’όταν πλησιάζει το πλοίο ανοιχτά στην Αίγινα,τις βάζουνε,τις κλείνουνε αδιαβροχα  σε σελοφάν και με νάυλον,τις πετάνε ρε στη θάλασσα με σημαδούρες και σε βραδυά αφέγγαρη πάει ρε  ο Τρίντζουλας ο Σωκράτης με το καίκι ,τις μαζεύει και τις βγάζει στη στεριά,όπου πάνε τα δικά μας τα παιδιά απόξω, τις  μαζεύουνε και ούτε γάτα ούτε ζημιά.Εσένα η δουλειά σου θα είναι στο καίκι να βοηθάς τον Σωκράτη στο έργο.Αυτά κι’άμα φινίρει η δουλειά έχεις 500 και γράμματα δεν γνωρίζεις.

Σκέφτηκε ο Σταύρος: Τι κάνω ρε;Θα κάθομαι με τα ψιλολόγια να αγναντεύω την Αρτα;  Τα 500 είναι 500.Και το απόφάσισε.

-Είμαι μέσα.

-Καλώς ,σαρμάκο ,τουμπεκί και θα ειδοποιηθείς.

   Ειδοποιήθηκε ,κρυμμένο το φεγγάρι,σκοτάδι-πίσσα και μαζί με τον Σωκράτη κίνησαν απ’την Κούλουρη ,ξεμάκρυναν,πλησίασαν το πλοίο και άρχισαν να μαζεύουν και να φορτώνουν τις τσαμαδούρες με το πράμα,όταν κάτι στο βάθος φώτισε ,κόνταινε,πλησίαζε  και φάνηκε καθαρά το πλωτό του Λιμενικού.Τους έπιασε ταραχή,έβαλαν μπροστά να φύγουν,αλλά άλλη η ταχύτητα του καικιού,άλλη του πλωτού.Και πιάστηκαν στα πράσσα.Στα βραχιόλια ο Σωκράτης στα βραχιόλια ο Σταύρος,έφαγε δυό χρόνια ο Σωκράτης,τρία ο Σταύρος γιατί δεν είχε και τόσο καθαρό βιβλιάριο ποινών και τέλος.

     Μονάχος στο καφενείο του Τρίκερη στο Πέραμα ,νιόβγαλτος απ’την ψειρού ,σκέφτονταν πώς και ποιό δρόμο να τραβήξει,όταν του ήρθαν στο μυαλό κάτι κουβέντες του Νώντα του Τσακίρη ,ενός Λαμιώτη που ήντουσαν μαζί στις φυλακές στα Τρίκαλα.

-Ρε μάγκα,πολλή η κλεισούρα,πολύ το κακό κι’άμα βγώ από δώ θ’αράξω στο μαγαζί μου.

-Ποιο μαγαζί ρε φίλε;

-Να,έχουμε ένα γαλακτοζαχαροπλαστείο εκειδά ,κοντά στην Κοπή στη Δραπετσώνα και το κουμαντάρουμε οικογενειακά.

    Και σηκώθηκε χωρίς δεύτερη κουβέντα ο Σταύρος και τράβηξε κατά το μαγαζί του Νώντα.Μπήκε και τον υποδέχθηκε μια κυρία.

-Ζητάω τον κύριο Νώντα τον Τσακίρη,είστε η σύζυγος;

-Καλέ όχι,η αδελφή του είμαι.Περιμένετε να τον φωνάξω.

   Βγήκε από το βάθος ο Νώντας ,είδε το φιλαράκι ,καταχάρηκε τον αγκάλιασε και είπε στην αδελφή του :

-Βασιλική ,κέρνα ρε το παλληκάρι ,ξερεις εσύ ,δόστου κουραμπιέ ,από κείνους τους δικούς μας τους βουτυράτους με το μύγδαλο.

  Εφερε τον κουραμπιέ η Βασιλική,μοσχοβόλησε ο τόπος . Είπαν και θυμήθηκαν διάφορα και ρώτησε ο Νώντας.

-Ρε μάγκα,ρε αδερφέ ,πού είσαι ,πού βρίσκεσαι ,τι κάνεις;

-Τι να κάνω ρε ,ρέστος ,στην απελπισία,χωρίς δουλειά ,στην πείνα και ψάχνομαι.Στην πιάτσα έχει πέσει ακρίδα και πείνα.Πάντως το αποφάσισα.Στρίβω,θ’αλλάξω δρόμο ,τη μαγκιά ξέχασέ την,τέρμα ,φυλακή εγώ δεν ξαναπάω.

-Καλώς,αφού αποφάσισες να γίνεις άνθρωπος,θα σού δώκω εγώ δουλειά.Λεφτά τίμια και καθαρά.Εδώ χρειαζόμαστε χέρια.Θά’ρχεσαι θα παίρνεις 50 μεροκάματο και θα πορεύεσαι.Πιοτά κ.λ.π.μαγκιές κομμένες, τέρμα.Συμφωνείς;

-Αν συμφωνώ λέει;

   Πέντε μήνες τώρα στη δουλειά ο Σταύρος,με σκούφο και ποδιά κάτασπρη ως τα μπούνια ,ανάμεσα σε ζάχαρες,μπεσαμέλ,σεράνο,τάρτες και η Βασιλική δίπλα μαστόρισσα .

-Σταύρο μου ,έτσι το κάνουμε αυτό,ετσι εκείνο,τόση ζάχαρη βάζουμε,έτσι πήζουμε το γιαούρτι,έτσι το ρυζόγαλο.Σε βλέπω Σταύρο μου να σου αρέσουν οι κουραμπιέδες.Είναι κουραμπιέδες Λαμίας,οι καλλίτεροι στον κόσμο.Αλλά κάνε κράτει, μην τρώς τόσους πολλούς και μου πάθεις ζάχαρο.

    Βουτυροθρεμένη ,γαλακτοθρεμένη,νταρντανογυναίκα ,φεγγαροβλεφάτη η Βασιλική,μία έτσι -μία αλλιώς, του γυάλισε του Σταύρου και έπιασε το Νώντα.

-Ρε συ αδερφέ ,το και το,μου τη δίνεις;

    Το καλοσκέφθηκε ο Νώντας,μίλησε και στη Βασιλική,την είδε στα 36 της,σου λέει,αρχίζει και σταφιδιάζει και έδωκε την απάντησή του.

-Να την πάρεις,πάρτηνε ρέ,χαλάλι σου.Θα είσαι όμως κύριος και σωστός.Οι μαγκιές και οι κακές συνήθειες κομμένες.Μπέσσα ρε;

-Μπέσσα.

    Και την πήρε τη Βασιλική,ζωή και κόττα,όλα τα αγαθά του θεού και κοίτα να δείς αδερφέ μου .Ο Σταύρος απ’το τίποτα νοικοκύρης. (Κοίτα ρε πως τα φέρνει καμιά φορα η ζωή η ρουφιάνα!).

   Κύριος και  μόρτης με τη σημασία του ,τράβαγε και καμια τσάρκα στην πιάτσα να πάρει μυρωδιά ,έπαιρνε και κανένα κουτί κουραμπιέδες για τους μαγκίτες.Ετρωγαν τα αλάνια έκαναν φσσστ! Ηξέραν μόνο από ‘κείνα τα σοροπιαστα ύστερα από φούμες να πάνε τα ..ζαφείρια κάτω.Και έλεγαν:Τι γλυκό μαγκιά ρε είναι τούτο;

    Και τον έβλεπαν καλοντυμένο και ασίκη οι μάγκες ,έμαθαν τα καθέκαστα περί γάμου και του έκαναν πλάκα.

-Πω-πω αδερφέ,κοίτα ρε ,τι σου είναι αυτοί οι κουραμπέδες Λαμίας.Κοίτα ρε μην πνιγείς στη ζάχαρη;

    Όπως εκείνο το βραδάκι ,που ξαναβρέθηκε ο Σταύρος με δυό αλάνια και τον Φώτη.Ηπιαν τα ούζα τους όταν ο Φώτης έβγαλε ένα τσιγαρλίκι και του τόδωσε.

-Κάφτο ρε.

-Δεν κάνω.

-Αντε ρε που τώρα  μας το παίζεις κορίτσι.

  Σαν να προσβλήθηκε ο Σταύρος,ψιλοπαλαντζάρισε,θυμήθηκε τα παλιά τα μάγκικα,πήρε το τσιγαρλίκι και το ρούφηξε.Ψιλοθολωμένος γύρισε σπίτι άλλος άνθρωπος,άρχισε τις βρισιές και τα καντηλάτα.Τον είδε η Βασιλική,απόρησε,είπε άντρας είναι,θα του περάσει,αλλά ανησύχησε.

   Φτιαγμένος ο Σταύρος έπεσε στις τούφες και ξεράθηκε.Οταν η Βασιλική έψαξε στο σακκάκι του για κάτι κλειδιά,βρήκε δυό σακουλίτσες που είχαν μέσα κάτι σαν αλεύρι.Κατι της είχε πεί ο Νώντας περί ουσίες κ.λ.π.,τις πήρε και του τις έδωσε.

    Ο Νώντας που ήξερε από βαρβιτουρικά τις είδε, τρελλάθηκε και του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι.

-Ρε τον πσ…τη    να μου φέρει στο σπίτι ηρωίνη;

      Πρωί-πρωί,αλαφιασμένος , φάτσα κάρτα με τον Σταύρο.

-Ρε σύ,γιατί ξηγήθηκες σκάρτα;Γιατί ρε την πάτησες την μπέσσα; Δεν είσαι μάγκας ρε.Γιαλαντζί είσαι.Σε μάζεψα,σε τάισα, σε φρόντισα και ρε παλιοκερατά ,σού’δωκα ρε και την αδερφή μου.Ετσι ρε ξηγιούνται ρε  οι μάγκες; Αντε τώρα πάρε δρόμο,τράβα και μην σε ξαναδώ γιατί θα σε τσακίσω βρωμιάρη.

   Και πήρε δρόμο ο Σταύρος και κατέβηκε στο καφενείο στην πιάτσα.Πανω στο πάσο σε μια άκρη ήταν ακόμα ένα κουτί που έγραφε: «Κουραμπιέδες βουτύρου-Λαμίας».

«ΚΟΥΡΑΜΠΙΕΔΕΣ…ΒΟΥΤΥΡΟΥ…!».

Γράφει ο Μπάμπης Κ.Μώκος
Share on Google Plus

Σχετικά με Καλύτερη Λαμία

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου