«Ο …ΜΟΥΝΤΡΟΥΧΟΣ…!» ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ Κ. ΜΩΚΟΥ


    Κοίτα ρε μάγκα να δείς τι γινότανε σε χρόνους παλιότερους και αρχαιότερους.Ητονε λέει ο Πλούτωνας ο Θεός που κουμαντάριζε  τα του κάτω κόσμου. Και φλομωμένος ,μπαφιασμένος από τις συνεχείς καθόδους και …παραλαβές των θνητών ,ανέβαινε που και που κατά καιρούς στον απάνω κόσμο να πάρει καμμιά ανάσα ,να αναπνεύσει καθαρό αέρα και να ξεφύγει απ’την δυσωδία και την νεκρίλα. Οπου, κάποια φορά ανεβαίνοντας ,καβάλησε το άρμα του και την έκανε,τράβηξε  κατά κάτω δυτική να πούμε Ελλάδα, φθάνοντας κατά Ηλεία μεριά ,κάπου κοντά στη Ζαχάρω.Στέγνωσε ο στόμας του και κουρασμένος απ’το ταξίδι κάθονταν εκειδά δίπλα σε μια πηγή στα όρια ενός βουνού ,να πιεί μια στάλα νερό και να ξεκουραστεί,όταν φάνηκε με μια στάμνα στον ώμο ένα ομορφοκόριτσο.Η μικρά ήτονε Νύμφη ,το όνομά της Μίνθη και για κακή της τύχη μόλις την είδε ο Πλούτωνας την ερωτεύθηκε.

   Εμαθε τα νέα η κυρία σύζυγος του Πλούτωνα ,η Περσεφόνη (αυτή η μαριόλα),την έσφιξε η ζήλεια τη,…λύσσάρα   και για να απαλλαχτεί από το κορίτσι ,έπιασε και το μεταμόρφωσε σε φυτό.Είδε τα πράγματα ο Πλούτωνας και για να απαλύνει το κακό ,φρόντισε το συγκεκριμένο φυτό να αποπνέει μια καταπληκτική γλυκύτατη μυρωδιά.Ε ,‘αυτό το φυτό είναι ο Δυόσμος,που στολίζει τις αυλές μας ,μυρίζει πανέμορφα και που οι μανάδες μας παλιότερα τό’βαζαν ακόμα και στα κεφτεδάκια  που Dέπαιρναν σπουδαία γεύση και μοσχομύριζαν.Εκτοτε ο δυόσμος, αγαπητός εδώ και αιώνες, χρησιμοποιείται στην ιατρική,στη μαγειρική και την αρωματοποιία,μέχρι σήμερα.

          Στον Περαία,εκειδά στο Κουτσικάρι (σημερινός Κορυδαλλός),κάθεται ο Θοδωρής ο Ζακές.Μουντρούχος ,μονόχνωτος ,μούχλας,μαμούχαλος ,άκεφος, και μουτρωμένος .Ισα με 18 γράδα στη στεναχώρια.Εβδομηντάρης πιά ,πολλά τα...γαλόνια στην πιάτσα,στη ζούλα,στην καλούμπα,στους κατσιρμάδες,στη μανίτα ,στους κερχανάδες,τις λέσχες,τα μπαρμπoύτια .Απόστρατος πιά ,διότι και το μυαλό δεν δουλεύει,δεν εργάζεται  καλώς,αλλά και τα χέρια δεν πιάνουν όπως πιό πρίν.Και φέρνει στο νού τα παλιά.Μαγκιόρος ,ψηλός ,πεχλιβανάτος ,γιλέκο γκρενά μεσάτο,ντύσιμο μέγκλα,παπούτσι μυτάτο γιαλιστερό να καθρεφτίζεσαι,παντελονιά με τσάκιση να κόβει παστοκύδωνο  και στο ταράφι σεβαστός με …παράσημα και …εύφημες μνείες.Αυτός ήτονε τότε  ο Θοδωρής ο  Ζακές ,που τώρα σιάζει ό,τι απόμεινε από το μουστάκι του καθισμένος σε μια καρέκλα τριμένη και βασανισμένη απ’τον χρόνο,ανάβει ένα τσιγάρο ,φυσάει αψηλά τον καπνό,φτύνει κατά κάτω κατάχαμα και ύστερα χαιδεύει δίπλα του κανα-δυό ριζούλες  δυόσμο,τρίβει κανα-δυό φυλαράκια του δυόσμου  φέρνει τη μυρωδιά στα ρουθούνια του και αναστενάζει βαθειά-πολύ βαθειά.

   Το σπίτι κεραμιδάτο ,ο θεός κα το κάνει σπίτι,μια κάμαρα,μια κουζινίτσα και χώλ διάδρομος ,ισόγειο  50ετίας και βάλε. Στην αυλή η εξώπορτα σιδερένια χαμηλή δίφυλλη με ελλατήριο και  κρεμαστό κουδουνάκι-ειδοποίηση για όποιον πασχίζει κάθε φορά να την ανοίξει  και να την διαβεί , να μπεί.Ακούγεται ο ήχος του κουδουνιού και κόβει στη μέση τις σκέψεις του μπαρμπα Θοδωρή.

-Ποιος;

-Ο Αλέκος είμαι κυρ Θόδωρα,ο Αλέκος ο Μπάμπουρας.Περνούσα κατά δώ και είπα να πώ,ν’αφήσω  μιά καλημέρα.

-Καλά έκανες ρε μόρτη.Αντε πάρε από μέσα μια καρέκλα και κάτσε.

  Βγάζει τσιγαράκι ο Αλέκος και τρατάρει τον μπάρμπα.

-Τι γίνετα ρε μάγκα; Ρίξε μου κανενα νέο ,καμιά πληροφόρα για το τι γένεται εκεί κάτω στην πιάτσα; Τα φέρνετε βόλτα,πως πάει ρε το ταράφι;

-Ασχημα,άσχημοι οι καιροί κυρ Θοδωρή.Κεσάτια ,λούπες,αψιλίες και ούτε δεκάρα να κουλαντρίσεις.Γιόμισε η πιάτσα αλμπάνηδες ,μπασκίνια και καρακόλια.Ούτε αντάμηδες,ούτε κονιόροι ,ούτε κουρνάζοι ,πάνε οι παλιές εποχές,απέθαναν .Αντάμ-αμάν ανθρωπέ μου.Χάθηκαν τα δερβίσια.Πού’ναι εκείνες,οι καλές εποχές να ανθιστείς κατάσταση για δουλειά γιομάτη, να σερμαγιάσεις τίποτα μπικικίνια,τίποτα όβολα,τίποτα…κούτσουρα χοντρά κι’ύστερα να στήσεις μπερεκέτι ,να τα πιείς με τα φιλαράκια ,να πάρεις τη φτιάξη  να τσαρκάρεις στο άνετο στην πιάτσα, να ρουφήξεις και κανένα μπέμπη(αργιλέ).,να φτιάξεις κεφάλι και να τραβήξεις του λοιπού (που λένε και οι σπουδαγμένοι)στο κονάκι σου  για τούφες σαν άνθρωπος.Ταύτα πάντα κυρ Θόδωρα,άσε που είναι και τα άλλα τα υπόλοιπα: Στην αναβροχιά ,πώς-λέω- πώς να μοστράρεις στο καλντερίμι να μπανίσεις και το πρόσωπο,καμιά Σούλα,καμμιά Φούλα,να τακιμιάσεις ,να βγάλεις τα άγχητα και τον ανδρισμό σου; Μια παστούλα,ένα γλυκάκι,ένα κάτι-τις  σερμπέτικο θα σου γυρέψει το πρόσωπο κι’άμα είσαι τσέρτσος και δεν τά’χεις θα βγείς στην μπερλίνα ,θα ξεφτιλιστείς και είσαι να φάς το αυγό με το τσόφλι.Αυτά είναι,έτσι έχουν τα πράγματα στην πιάτσα και οι κουβέντες μου βγαλμένες λίαν επιεικώς λίγες και με μπέσσα..Ασε που χάθηκε και το σερετιλίκι.Με χαμπαριάζεις κυρ Θοδωρα;

-Ακου,άκου με καλά ρε μάγκα.Κάθε εποχή έχει τα σέα και τις ιδιοτροπίες της,τη μπέσσα η όχι ,τις αναδουλειές,τις καλές και τις άσχημες.Μήν σε στεναχωρεί  πού το ταράφι, κατά πως μου τα λές, έχει πέσει στην λέζα και στην αδυναμία.Σφαίρα είναι και γυρίζει.Στη δουλειά μας μία είναι η συνταγή:Δεν τά’χεις,βάλε τιο νιονιό σου να γυρίσει,να σκεφθεί.Ολο και κάτι υπάρχει.Πάντα υπάρχει.Σε βάρεσε η αφραγκία ;Πιές τον καφέ με ..ρεβύθι.Πάαινε για τα μικρά,να την γαζώσεις να πορευτείς με τα λιμά και έχει ο γιαραμπής.Τέτοια περάσαμε κι’εμείς.

-Ποια λιμά κυρ Θόδωρα;Εδώ ακόμα και τα τσιγάρα μας τα βλέπουμε με το κυάλι.Εχει στεγνώσει ο καταπιόνας μας.Τις δουλειές τις καλές μας τις πήραν κάτι αμάλλιαγα λιμοκοντόροι που λέει έχουνε τα μέσα να μετρούν ακόμα και τις πατούσες μας .Κάτι μέσα ηλεκτρονικά λέει ,κατι μηχανές-κάμερες τις λένε-που όπου και να μπουκάρεις σε φωτογραφίζουν απ’την κορφή ως τον πάτο.Αντε λοιπόν να το ρισκάρεις και να δείς προκοπή.Θα πάς αδιάβαστος.Γίνεται έτσι ; Δεν γίνεται.

-Καλά ρε βλάμη ,μην σε παίρνει και η απελπισιά.Ελα τώρα να σου ξηγηθώ μια πατέντα,μια φτιάξη να ψιλοκονομάς τα δέοντα μέχρι να σου σκάσει κάτι …περήφανο και καλό.Βέβαια τα λεφτά δεν είναι πολλά,καμιά πενηνταριά κούτσουρα την φορά.,μπαμπακόσπορος, ψιλικό οξύ ολίγον ,να πορευτείς.Και για να’χουμε καλό ρώτημα.Στρατό πήγες ρέ;

-Αμί,πώς δεν πήγα.Τριάντα έξη μήνους.Εικοσιτέσσερις θητεία  και ένα χρόνο φυλακή.

-Καλώς κι’όλα ίσια. Θυμάσαι ρε που κάθε δυό μέρες ένας δόκιμος κι’ένας φαντάρος καβάλαγαν την Καναδέζα και πάγαιναν στην αγορά να ψωνίσουν τα δέοντα ,να φάνε ρε τα φαντάρια;

-Θυμάμαι,πως δεν θυμάμαι.Αυτά τα ψώνια τα λέγαμε τότες ώνια.

 - Το λοιπόν.Ο κυρ Λευτέρης ,αυτός ρε που εδώ απέναντι εχει με τη γυναίκα του την ταβέρνα έφθασε τα 65,κουράστηκε και χρειάζεται κάποιον να τονε στέλνει  στην  αγορά να του ψωνίζει για το μαγαζί τα δέοντα.Ψάρια,κρέατα,λαχανικά και τα υπόλοιπα.Θα σου τα γράφει σ’ένα χαρτί ,θα κατεβαίνεις κάθε πρωί στη Γούναρη στα μαγαζιά ,θα τα ψωνίζεις και θα τα φέρνεις στην κυρά Μαρία τη γυναίκα του να τα μαγειρεύει για τον κόσμο.Θα σου δίνει 30 φράγκα την ημέρα θα τρώς τζάμπα ότι γουστάρειςκαι θα βοηθάς τα μεσημέρια  και στο μαγαζί.Τριάντα θα σου δίνει τα’αφεντικό ,θα κονομάς και κανα 20άρι από τα φιλοδωρήματα  και θα την βγάζεις.Γκέκε;

  Συμφώνησε ο Αλέκος,τα μίλησε με τον ταβερνιάρη κι’άπο την άλλη μέρα το πρωί κατέβηκε στην αγορά.Και ψώνισε ό,τι τού’γραφε ο κυρ Λευτέρης στο χαρτί.Μιά ,δυό τρείς φορές και οι εμπόροι τον συμπάθησαν .Εσιαζαν ,έκοβαν το χαρτί  το λογαριασμό και κουβέντα στην κουβέντα τά’λεγαν με τον Αλέκο.

-Ελα εδώ ρε φίλε.Εχεις οικογένεια;

-Εχω ,πως δεν έχω και τέσσερα παιδιά!.(Ποια οικογένεια και ποιά παιδιά.Ακαμάτης και μια ζωή μπεκιάρης ,στην ξέρα ήτονε ο Θοδωρής).

-Ρε παλληκάρι φαίνεσαι καλό παιδί.Ο,τι ψωνίζεις είναι του μαγαζιού.Του μαγαζιού δεν είναι;

-Και βέβαια.

Και παραγνωρίστηκε ο Αλέκος με τους μαγαζάτορες στην αγορά..Πάρε κι’αυτό το κομμάτι το κρέας καπέλλο να το πάς στην οικογένεια .Πάρε κι’αυτά τα μακαρόνια ,πάρε και ζαρζαβατικά,πάρε και απορρυπαντικά,πάρε και τούτο ,πάρε και τα’άλλο, φορτωμένος ο Αλέκος και γύριζε στην ταβέρνα.

   Τά’βλεπε οκυρ Λευτέρης τα ψώνια και μια δυό φορές ψιλογκρίνιαξε.

-Ελα εδώ ρε Αλέκο .Εγώ σου είπα να ψωνίσεις αυτά κι’αυτά  κι’εσύ μού’φερες τα διπλά και τα τριπλά.Τι μού’φερες εδώ όλη την αγορά;

  Και γέλασε ο Αλέκος και είπε:

-Μην γκρινιάζεις κυρ Λευτέρη .Αδικα γκρινιάζεις.Εγώ πλήρωσα και ψώνισα όσα μου γράφεις στο χαρτί.Να και η απόδειξη.Τα παραπάνω μου τα δίνουνε καμιά  φορά ρεγάλο οι εμπόροι ,επειδή τους είμαι πιά γνωστός και τους προτιμάμε.Αυτοί είναι και νταμαχιάρηδες και επαγγελματίες .Δηλαδή αφού μου τα δίνουνε από φιλοτιμιά να κάνω τον ακατάδεχτο;Δεν λές πως μ’αυτά και μ’αυτά μας έρχεται και λιγότερο το κόστος στα ψώνια;

   Και σταυροκοπήθηκε η κυρά Μαρία.Και είπε ο Κυρ Λευτέρης:

-Καλά παιδί μου,αν είναι έτσι;

Είναι τώρα ένα βραδάκι,κάθεται το Αλεκάκι  στη «Στάνη» με την Καλλιοπίτσα (καθένας απ’αυτούς έχει και μια Καλλιοπίτσα),που τη γνώρισε πρίν δυό-τρείς μήνες όξω απ’το εργοστάσιον του Παπαστράτου.Γύρω στα 38 η Καλλιοπίτσα ,γυρόφερνε  απελπισμένη,άφραγκη και μισοκλαμένη  και ταλαιπωρημένη,δεν ήταν και του…πεταματού,τη μπάνισε ο  Αλέκος  και της μίλησε.

--Τι τρέχει ρε κοπέλλα μου; Τι συμβαίνει ρε κορίτσι μου;Γιατί κλαίς;

     Και την κάθησε την Καλλιόπη ,την κέρασε υποβρύχιο ,του  είπε την ιστορία της «περί κορίτσι απροστάτευτο,άτυχο και ότι δούλευε οικιακή βοηθός-υπηρεσία  σε κάποιο σπίτι κι’έπειδή ο…κύριος εκεί της…έβαζε χέρι σηκώθηκε κι΄έφυγε και γι’αυτό γυρίζει κλαμμένη και δεν έχει πιά που να πάει».Γι’αυτό ο Αλέκος  την πήρε και τη σπίτωσε και τα…υπόλοιπα.

    Περνάει λίγος καιρός κι’άμα τελειώσει το μέλι,όλες οι Καλλιοπίτσες αρχίζουν τη γκρίνια και την μουρμούρα.Οπως εκείνο το απόγευμα στη «Στάνη».

-Ξέρεις Αλεκάκι  μου,δεν λέω, και με φροντίζεις και με θέλεις ,καταλαβαίνω ότι κουράζεσαι στον Δήμο όπου δουλεύεις (έτσι της είχε πεί ο Αλέκος),αλλά κατι πρέπει να κάνουμε ,κάτι παραπάνω ,τα λεφτά είναι λίγα ,δεν βγαίνουμε.

-Και δεν μου λές ρε Καλλιοπάκι,δεν βλέπεις τι τραβάω που έχω ξεπατωθεί ,μου θέλεις και παραπανήσια.Τι να κάνω δηλαδή ; Να γίνω κλέφτης;

   Μούτρωσε η δικιά σου,της κατέβασε κανα-δυό καντήλια ο Αλέκος  και τράβηξαν για το σπίτι.Εκείνο το βράδυ σκέφτηκε,σκέφτηκε τα πάντα.

-Τι κάνω ρε ο σαχλαμάρας; Με τρώνε όλοι οι δρόμοι στην αγορά ,θρέφω το γεροταβερνιάρη με τα παραπανίσια ψώνια που με τρατάρουνε κι’έγώ στην απόξω,στο λιανοτάρι; Όμως θα τη βρώ εγώ τη λύση..

   Και τη βρήκε.

 Ό,τι οι μαγαζατόροι του δίνανε παραπάνω σαν  δώρο,το μάζευε ,βρήκε ένα κολλητό του ,το πασσάριζαν σε άλλα μαγαζιά της εστίασης σε τιμή χαμηλή ,άρπαζαν τα φραγκάκια και τα μοιραζόντουσαν. Επαιρνε τα 30 κάθε μέρα απ’τον κυρ Λευτέρη ,γύρω στα 40 στην πάρτη του απ’τα παραπανήσια ,ίσον 70. Ασε που έκανε και ειδικές συμφωνίες με τα μαγαζιά.

-Ο,τι θα ψωνίζω για το μαγαζί,αφού σας προτιμώ και σας κάνω τζίρο,θα σας τα πληρώνω σε τιμή χαμηλότερη απ’αυτή την κανονική που πληρώνουν οι απλοί πελάτες.Στο χαρτί όμως που θα πρέπει να μου δίνετε σαν απόδειξη ,θα γράφετε τιμή αρκετά ψηλότερη,ώστε να φαίνεται η αγορά καθαρή.Θα έχετε βέβαια μειωμένο κέρδος ,αλλά  δεν είστε εμπόροι,επαγγελματίες; Αφού ψωνίζω από σας κάθε μέρα ,μεγάλη η κατανάλωσή σας και θα σβήνει η χασούρα.

    Και συμφώνησαν οι μαγαζατόροι ,συνεχίζονταν το νταραβέρι,έπαιρνε τα ψώνια ο Αλέκος ,γύριζε-τράβαγε κατά την ταβέρνα και έδινε λογαριασμό στον κυρ Λευτέρη.

-Αυτά κι’αυτά αφεντικό είναι τα ψώνια,αυτά είναι και τα λεφτά,ιδού και η απόδειξη.Και κοιτούσε την απόδειξη ο κυρ Λευτέρης και όλα ωραία και καλά.

   Όμως άλλα έγραφε η απόδειξη κι’αλλα ,λιγότερα στην πραγματικότητα πλήρωνε ο Θοδωρής.Και τσέπωνε την διαφορά ,ίσον με 25-30 φράγκα κάθε μέρα.Οπου κάποια στιγμή έκανε τον λογαριασμό: Τριάντα απ’το μαγαζί ,40 κάθε μέρα απ’τα παραπανίσια,τα δώρα,25-30 τα κλεψιμέικα απ’τη διαφορά της απόδειξης ,ίσον φράγκα 110.Ωραία,φίνα κι’όμορφα και ..πάμε παρακάτω.

    Ούτε γάτα ,ούτε ζημιά, πέρασε ένα διάστημα και ξαναεπισκέφθηκε τον κυρ Θόδωρα.

-Ρε σύ ,που είσαι, που σου δώκαμε δουλειά και μας έγραψες;

-Δεν σ΄εγραψα μπάρμπα Θόδωρα.Στο μυαλό μου σε είχα.Σ’αγαπάω,σ’εκτιμάω και σε σέβομαι. Και σού’φερα  και μια κούτα τσιγάρα από κείνα  τα «Καρέλια» που τα γουστάρεις.Πάρε κι’άυτά τα 50 …κουτσουράκια να πορεύεσαι.

   Και κάτσανε οι δυό τους ,είπαν τούτο,είπαν τ’άλλο του είπε και τη φόρμουλα την  κομπινίσια ο Αλέκος.

    Και πλακώθηκε στο γέλιο ο κυρ Θόδωρας.

-Ρε σύ ,όλα τά είχα και τα έκανα παλιά ,αυτό ρε μάγκα δεν το είχα σκεφτεί.Καλά ξηγήθηκες,καλά ρε του ξηγήθηκες αυτουνού του παλιοκερατά ,του μπαγιοκλή του παλιοταβερνιάρη.Αυτός ρε άπλωσε,σταφίδιασε,κρέμασε.Δεν είδες πως έχει καταντήσει;Τι θα τα κάνει ρε ; Αυτός είναι έτοιμος ,προπονείται για…πτώμα.Καλά του ξηγήθηκες.Θυμάσαι   ρε μάγκα..θυμάσαι ρε τι σου είχα πει κάποτε; « Δούλεψε να φάς και κλέψε νά’χεις!». Ετσι δεν σού’χα πεί ρε μικρέ ;

   Από απέναντι βραχνά και με γρέζι ακούγονταν ένα τραγούδι: «Οσοι έχουνε πολλά λεφτά,νά’ξερα τι τα κάνουν,άραγες αν πεθάνουνε μαζί τους θα τα πάρουν; Αφού στον άλλονε ντουνιά λεφτά δεν θα περνάνε ,τά’χουν και τα ,,,θυμιάζουνε ,δεν ξέρουν να τα φάνε; ».

      Ακουγε ,κούνησε με νόημα το κεφάλι του ο κυρ Θόδωρας και είπε:

-Γειάσου ρε Μάρκο μαγκίτη!.-

    * «Στάνη»-Παραδοσιακό γαλακτοζαχαροπλαστείο στην Πλατεία Δ.Θεάτρου στον Πειραιά.Υπάρχει και σήμερα.-

«Ο …ΜΟΥΝΤΡΟΥΧΟΣ…!»
Γράφει ο Μπάμπης Κ.Μώκος

Share on Google Plus

Σχετικά με Καλύτερη Λαμία

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου