«ΚΑΙ ΑΠΟΘΑΝΕΝ…ΤΕΛΕΙΩΣ…!» ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ Κ. ΜΩΚΟΥ


   Ωραία πού’ναι η Ζάκυνθος ,νά’τανε πιο μεγάλη!.Πρωί-πρωί,ξύπνησε η πόλη,ξύπνησε ο κόσμος, ξύπνησε κι’ο Διονύσης ο Παντελές ,έβαλε τα κλειδιά στο χέρι ν’ανοίξει το μαγαζί,όταν δίπλα τράβηξε την προσοχή του το κηδειόσημο: «Τον λατρευτόν μας κ.λ.π.Σωτήριον Μαντελέκα ,ετών 55 ,θανόντα αιφνιδίως ,κηδεύομεν κ.λ.π».Κοντοστάθηκε  για μια στιγμή ,είπε: «Κοίτα ρε ,πάει κι’ο Σωτήρης.Δεν βαριέσαι ,ένας λιγότερος.Ζωή σε λόγου μας» .Και μπήκε στο μαγαζί του.

   Εμπορος υαλικών  ήτονε ο Διονύσης και μεγαλέμπορος υφασμάτων ο Σωτήρης.Τα μαγαζιά τους δίπλα -δίπλα ,μεσοτοιχία.Περνούσε ο κόσμος,έβλεπε το κηδειόσημο,έκανε… φσσσς! «Τι είμαστε; Τίποτα δεν είμαστε!» και τράβαγε το δρόμο του.Εβγαλε και ο Εμπορικός Σύλλογος συλλυπητήρια ανακοίνωση,είπαν την είδηση  και τα τοπικά ράδια και κατά τις 5.30 το απόγευμα μαζεύτηκαν φίλοι και γνωστοί να  αποχαιρετίσουν τον μακαρίτη.

     Στο παρεκκλήσι ,στο κοιμητήριο ,έβγαλε λόγο και ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου: «Η εμπορική οικογένεια σήμερον πενθεί δια την απώλειαν ενός εισέτι αγαπητού στελέχους της!».(Μπαρμπούτσαλα και τρίχες κατσαρές! ως συνήθως).Εξω στο προαύλιο ,πηγαδάκια ,έκλαιγε η Χήρα,κάποιος είπε χασκογελώντας «πω-πω πανηγύρι η …δικιά σου τώρα που έφυγε ο άλλος!». Κάποιος συμπλήρωσε: «Τουλάχιστον από γυναίκα πάει…χορτάτος» και πιο πέρα έκλαιγε και σιχτίριζε την τύχη του κι’ο Διονύσης που δεν πρόλαβε και ο μακαρίτης του άφησε  ανεξόφλητες δυό επιταγές.

     Ολη μέρα ,δίπλα-δίπλα  ,μιλούσαν για δουλειές,έλεγαν τα δικά τους,σαχλαμάρες και άλλα και από καιρού εις καιρόν έβγαιναν έπιναν και τα κρασάκια τους .Ο Διονύσης μόνος του ,καθ’ότι μπεκιάρης και ο Σωτήρης πάντα με την κυρία του. Πενηνταπεντάρης ο Σωτήρης και με γερή σερμαγιά,38άρα η σύζυγος ονόματι Λίτσα.

      Πρίν εξη χρόνια την είχε γνωρίσει τη Λίτσα ένα βράδυ στο μπάρ που δούλευε.Και της τά’ριξε στα ίσα.

-Ξέρετε λέγομαι τάδε,είμαι έτσι κι’έτσι και περάστε από το μαγαζί να κεραστήτε και τα υπόλοιπα.

   Μυρίστηκε ψαχνό η Λίτσα,πέρασε από το μαγαζί,είδε τι γίνονταν ,σου λέει, εδώ έχει…πετρέλαιο! και ξαναπέρασε και μία και δύο και τρείς.Τέσσερις μήνες κράταγε το βιολί και να κάτι δωράκια ξεγυρισμένα και έγινε το τακίμι.Είπε στον εαυτό του ο Σωτήρης:- Είμαι 55 ,άσε να περνάω καλά και ό,τι λάχει και σε 4 μήνες μπήκε το..τσέρκι.Κυρία με τη βούλα  η Λίτσα ,φούλ στην  καψούρα,στην κάψα  ο Σωτήρης,πρώτη φορά είχε νταραβεριστεί με τέτοια γυναίκα, κοίταγε την ώρα να κλείσει το μαγαζί  ,να γυρίσει σπίτι και να κάνει,να ξηγηθεί  τα δικά του τα ερωτικά. Σαν εκείνο το βράδυ πού τά’δωσε όλα,δεν άντεξε πάνω στην πράξη  και απόθανε.

   Είχαν περάσει δυό τρείς εβδομάδες,όταν η Λίτσα ,τριζάτη και στα μαύρα τα …δαντελέ , πέρασε από το μαγαζί του Διονύση.

-Καλημέρα σας,τι κάνετε;

-Καλά κυρία Λίτσα,πως περνάτε;Γνωρίζω ότι είναι δύσκολα τον πρώτο καιρό,αλλά παρακαλώ έλάτε να μου τα πήτε.Να κεράσω καφεδάκι;Ελάτε να μου πήτε λεπτομέρειες.Ηταν τόσο ξαφνικό.Πως συνέβη;

-Θα σας πώ.Θα σας τα πώ κύριε Διονύση,άλλωστε τόσα χρόνια φίλοι με τον Σωτήρη ,σας θεωρώ έμπιστο και δικό μου άνθρωπο.

    Είπε η Λίτσα «σας θεωρώ δικό μου άνθρωπο» ,την κοίταξε με προσοχή ο Διονύσης ,καραμελάτη ,ομορφοστολισμένη και λαμπαδάτη μέσα στα μαύρα και του μπήκε καρφί στο μυαλό. Ετοιμόλογος ο Ζακυνθινός ,δεν έχασε την ευκαιρία.

-Και βέβαια να με θεωρείτε δικό σας άνθρωπο,ούτε να το συζητάτε,ξένοι είμαστε;Εδώ είμαστε και ό,τι χρειαστείτε,ό,τι θέλετε.Αλλά πέστε μου πως έγινε;

-Να,είμαστε βράδυ στην κρεββατοκάμαρη,ο Σωτήρης στα χάδια-καταλαβαίνετε τώρα- όταν ένοιωσε ξαφνικά έναν πόνο στο στήθος και λιποθύμισε.Αμέσως στο νοσοκομείο και στα επείγοντα.Θα πέρασε γύρω στην μισή ώρα ,περίμενα έξω από τα ιατρεία ,όταν σκυμμένος βγήκε ο γιατρός και ρώτησε: -Είστε η σύζυγος; Του ένευσα ναι και μού απάντησε:- Κυρία μου λυπάμαι ,λυπάμαι πολύ, ο σύζυγός σας δεν τα κατάφερε.Μέσα στα κλάματα τον ρώτησα:-Δηλαδή γιατρέ απόθανε,απόθανε…τελείως; Δεν μου απάντησε.Τα υπόλοιπα κύριε Διονύση τα ξέρετε.

    Ακουσε ο Διονύσης εκείνο το «απόθανε..τελείως»,ήξερε πως η Λίτσα δεν ήταν και καλή στη γραμματική –του Δημοτικού ήταν ,του ήρθε να σκάσει στα γέλια,αλλά κρατήθηκε.

-Καλά κάνατε και μου τα είπατε να ξαλαφρώσετε.Να περνάτε συχνότερα,είστε ευπρόσδεκτη.

-Και βέβαια θα περνώ ,αλλά κι’εσείς όποτε θέλετε περάστε από το σπίτι,ξέρετε εγώ δεν παραβγαίνω.

   Το σκέφτηκε,το ξανασκέφτηκε ο Διονύσης,πήρε ένα κουτί πτι-μπέρ και σε τρείς ημέρες ,πάρτον στο σπίτι της Λίτσας.

-Καλέ,καλοσωρίσατε,τι έκπληξη ήταν αυτή;

  Και κάθησαν ,ήπιαν τα ποτάκια τους,δυό ώρες τά’λεγαν.Εφυγε από τη μέση  το… κυρία Λίτσα και το… κύριε Διονύση ,κάποια στιγμή σηκώθηκε να φύγει ο Διονύσης και είπε η Λίτσα:

-Καλέ,αλήθεια σας λέω,ωραία,πολύ ωραία  περάσαμε ,να ξανάρθεις,να ξανάρχεσαι όποτε γουστάρεις.

     Και πήγε και ξαναπήγε ο Διονύσης και πέρναγε ζάχαρη.Η Λίτσα το ίδιο. Αχ ρε Σωτήρη που βιάστηκες και …απόθανες…τελείως!.

    Ωραία πού’ναι η Ζάκυνθος,νά’τανε πιο μεγάλη!.

«ΚΑΙ ΑΠΟΘΑΝΕΝ…ΤΕΛΕΙΩΣ…!»

Γράφει ο Μπάμπης Κ.Μώκος
Share on Google Plus

Σχετικά με Καλύτερη Λαμία

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου