Ζητούνι: Η τεθλασμένη διαδρομή ενός τοπωνυμίου


Zητούνι ήταν το μεσαιωνικό και νεότερο όνομα της πόλης. Μόλις στις 20 Ιουνίου του 1836 της ξαναδόθηκε επίσημα το αρχαίο Λαμία. Φυσικό είναι λοιπόν στη μακραίωνη ύπαρξή του να έχει περάσει πολλά σαν όνομα, αντίστοιχα με τα όσα τράβηξε και ο τόπος όπου ανήκει. Και με τα βιώματά του να έχει κινήσει το ενδιαφέρον πολλών ανθρώπων των γραμμάτων, κεντρίζοντας την περιέργειά τους, καθώς οι περιπέτειές του έχουν διαμορφώσει μια πλούσια και ποικίλη πορεία.

Στο πιο πρόσφατο συνέδριο που οργανώθηκε στη Λαμία από την Ελληνική Ονοματολογική Εταιρεία1 και σε ανακοίνωση ειδικά αφιερωμένη στο Ζητούνι ακούστηκε, για άλλη μια φορά, η φαιδρή εκδοχή ότι το όνομα Ζητούνι δόθηκε στη Λαμία επειδή την ζητούνε πολύ, είναι δηλαδή περιζήτητη, σαν πολύ ωραία πόλη! Αυτό το χωρίς καμιά σοβαρότητα πράγμα είχε γραφτεί και αρκετά παλιότερα2. Είναι ένα μάλλον ακραίο δείγμα για το μέχρι πού μπορεί να φτάσει η παρετυμολογία, η λεγόμενη και λαϊκή ετυμολογία. Ψάχνει κάποιος και βρίσκει μια λέξη, λίγο πολύ ομόηχη με την ετυμολογούμενη και προχωράει αδίστακτα, απερίσκεπτα (όσο και αντιεπιστημονικά, εννοείται) σε ετυμολόγηση συσχετίζοντας μεταξύ τους πράγματα τελείως άσχετα. Τα αποτελέσματα, σαν ετούτο, συνήθως... άκακα, είναι κάπως κωμικά και τα λέμε καμιά φορά σαν αστεία, σαν ανέκδοτα, έτσι, για να ευθυμήσουμε λίγο.

--------------------------------------
1 . Ε' Ονοματολογικό Συνέδριο «Ονοματολογικά Φθιώτιδας», Λαμία 3-5 Οκτ. 2008.
2 . Παλιός Λαμιώτης έχει διακηρύξει σε σχετικό βιβλίο του ότι το Ζητούνι είναι λέξη «ονοματοπεποιημένη», «εκ του, οι μεν ζητούν την Λαμίαν, οι δε ζητούν την Λαμίαν, διότι περιζήτητος ήτο η τοποθεσία της πάντοτε και ιδιαιτέρως κατά την Φραγκοκρατίαν, αλλά και ανεζητήτο να ανευρεθεί η πόλις, από θεαματικής απόψεως, συγκεντρωμένη εις την βαθείαν γραμμήν της μικράς στενωπού, εκ των περιβαλλόντων αυτήν υψωμάτων και ερείπια (sic) ως επί το πλείστον ευρισκομένη, υπό τα οποία οι κάτοικοί της καθ'\ομάδας έζων» (Γαρδίκης 41). Αξιοπρόσεκτη η γραφικότητα και η συλλογιστική για τη στήριξη της θεωρίας. Επιπρόσθετα μάλιστα, με μια εντυπωσιακή δόση φαντασίας, παραθέτει και συγκεκριμένο ...ιστορικό περιστατικό από την εποχή των σταυροφοριών! «Ότε δε ιππόται ενεφανίσθησαν αναζητούντες την Λαμίαν, να την παραλάβουν, οι κάτοικοι εξερχόμενοι των ερειπίων εξηγριωμένοι και απειλητικοί από όλας τας διευθύνσεις εκστομούντες, τι ζητούν; τι ζητούν! τους εξηνάγκασαν να απομακρυνθούν απογοητευμένοι και φεύγοντες
να επαναλαμβάνουν το ζητούν, ζητούν!!» (Γαρδίκης 42).

Ταυτόχρονα όμως, η περίπτωση του Ζητουνιού προσφέρεται σαν ευκαιρία για να κοιτάξουμε και μια σοβαρή πλευρά του συγκεκριμένου θέματος. Από τον ένατο αιώνα που πρωτοεμφανίστηκε το Ζητούνιον είχε γραφτεί με ήτα και έτσι συνέχισε να γράφεται συστηματικά μέσα στους αιώνες. Έτσι το γράφουμε και σήμερα όλοι μας και όχι απλά με γιώτα, όπως θα ήταν το φυσικότερο. Τι άλλο σημαίνει όμως αυτό, αν το καλοσκεφτούμε, παρά ότι από την αρχή η λέξη είχε ήδη αυθόρμητα συνδεθεί, αόριστα βέβαια, με το ρήμα ζητάω; Δε μπορεί ασφαλώς να υπάρξει καμιά άλλη εξήγηση. Το φαινόμενο λοιπόν καταδείχνει και τη γενικότερη νομοτελειακή λειτουργία, σαν ακατάσχετη τάση, θα λέγαμε, της λαϊκής ετυμολογίας. Μπροστά σε μια άγνωστη λέξη που εντυπωσιάζει, ίσως και παραξενεύει, αυτόματα οι άνθρωποι τείνουν να τη συσχετίσουν με μια γνωστή που κατά κάποιον τρόπο της «μοιάζει». Δε θα διστάξουν και να τη στρεβλώσουν κάπως για να ταιριάξει με το ζητούμενο, να αποχτήσει κάποιο νόημα. Πολλές φορές μάλιστα κατασκευάζουν και ολόκληρες ιστορίες και παραμύθια πιεσμένοι από την έντονη, ως και ακατανίκητη εσωτερική ανάγκη να δικαιολογήσουν την ύπαρξη και τη μορφή του ονόματος, αλλά και απλά να το νοηματοδοτήσουν.

Είναι, λοιπόν, μια καλή αφορμή ετούτη, που μας καλεί να σκύψουμε λίγο περισσότερο και να κοιτάξουμε πιο σφαιρικά το θέμα και τα παράπλευρα φαινόμενα, όπου υπάρχουν κενά. Φαίνεται ότι έχει αρκετά και χρήσιμα να μας διδάξει μια διεξοδικότερη εξέταση του πράγματος, αφού η όλη ιστορία του ονόματος της πόλης μέσα στους αιώνες χαράχτηκε πολύπλοκη και συγκεχυμένη, με αρκετές «παράξενες» φάσεις και ισχυρές παρεμβάσεις της λαϊκής ετυμολογίας από διάφορες γλωσσικές προελεύσεις. Αφήνοντας αναπάντητα ορισμένα ερωτήματα και οδηγώντας σε κάποιες φανερά εσφαλμένες ερμηνείες που αδικαιολόγητα έρχονται και επανέρχονται, ξανά και ξανά.

Το βυζαντινό Ζητούνιον 

Η πρώτη γραπτή αναφορά στο όνομα Ζητούνιον γίνεται στα πρακτικά της 8ης Οικουμενικής Σύνοδου του 869(3) : «Γεώργιος Επίσκοπος Ζητουνίου». Και, δέκα χρόνια αργότερα, στα πρακτικά της Συνόδου του 879, αναγράφεται: «Γρηγόριος ο Ζητουνίου». (Βορτσ. 248, Νάτσιος χρονολ. 9). Το όνομα αυτό διατήρησε η πόλη επίσημα για χίλια χρόνια περίπου, μέχρι και μετά το τέλος της Τουρκοκρατίας, ως το 1836. Στα βυζαντινά χρόνια η Λαμία είχε χάσει τη διοικητική σπουδαιότητά της και ήταν οπωσδήποτε κι αυτός ένας παράγοντας που συντέλεσε στο να πέσει σε αχρησία το αρχαίο όνομά της.

---------------------------------
3 . Επομένως ανακρίβεια (στον Συμεωνίδη) το ότι «μαρτυρείται στους ιστορικούς της άλωσης». Ασφαλώς εκεί πρόκειται για κάποιο άλλο Ζητούνι, όπως θα δούμε παρακάτω.

Για το θέμα της αλλαγής του ονόματος της Λαμίας σε Ζητούνι δεν έλειψε και η «αγνωστικιστική» στάση. Για παράδειγμα, ο Γ. Πλατής, το 1973, αφού εκθέτει τις απόψεις διαφόρων για την προέλευση του τοπωνύμιου, στέκεται στην εξής: «Ο Κ. Σάθας λέγει ότι το Ζητούνι είναι βυζαντινής καταγωγής (Χρονικόν Γαλαξειδίου, σελ. 191, παρ. 1), γνώμην την οποίαν ασπάζομαι» (Πλατής 54). Χωρίς άλλη διευκρίνιση. Και κάπου παρακάτω προσθέτει: «Προσωπικώς πιστεύω ότι την αλλαγήν του ονό-
ματος έκαμε το Βυζαντινόν Κράτος, άγνωστο δια τίνα λόγον».

Πάντως, για να έχει τότε υιοθετηθεί επίσημα το «νεωτεριστικό» όνομα Ζητούνι από την πάντα συντηρητική Εκκλησία, στη χρονολογία αυτή, θα πρέπει να είχε ήδη πλατιά καθιερωθεί από τη χρήση αρκετά νωρίτερα και να ήταν τελείως εμπεδωμένο, ίσως και μερικές γενιές (δηλαδή τριακονταετίες) πιο πριν, σαν όνομα του οικισμού στα στόματα των ανθρώπων. Μ’\αυτό βρέθηκε η πόλη όταν ανακτούσε τη λειτουργική της σπουδαιότητα, τη διοικητική της σημασία, αφού είχε γίνει και έδρα επισκοπής. Και όλα δείχνουν ότι από τότε, όποιες αλλαγές κι αν έκαναν, όποιες παραλλαγές κι αν διαμόρφωσαν οι κατά καιρούς αλλόγλωσσοι συγκάτοικοι σ’\ αυτόν τον τόπο αφήνοντας κάποιο φευγαλέο αποτύπωμά τους στο όνομα του οικισμού, οι ντόπιοι δεν έπαψαν ποτέ να χρησιμοποιούν το τοπωνύμιο με τη μορφή Ζητούνι σταθερά και απαράλλαχτα. Τόσο στη λόγια γλώσσα της διοίκησης όσο και στο λαϊκό τοπικό ιδίωμα4. Είναι γνωστό ότι έτσι εμφανίζεται και στα δημοτικά τραγούδια όλων των περιόδων5. Για παράδειγμα:

Η Ρήνη τ’ν πόρτα άνοιξε, η Τούρκοι την πατήσαν.
Την πήραν και την πάγησαν στου Ζητουνιού το κάστρο,
για να τηνε τουρκέψουνε, τουρκέσσα να την κάμουν. (Παπαν. τραγ. 58).
Και αλλού:
―Σ’κωθήτε, καβαλ’κέψετε, να πάμε στο Ζητούνι,
θάρθ’ Αντρούτσος να σμίξουμε στη Λιβαδιά να πάμε. (Αναγνωστόπ. Β.).

-------------------------------- 
4 . Είναι ξεκάθαρο εξάλλου ότι η ελληνική δεν έπαψε ποτέ να μιλιέται κανονικά στην περιοχή. Ο Τούρκος περιηγητής Τσελεμπί, μιλώντας για τη Λαμία, βεβαιώνει σχετικά: «Επειδή βρισκόμαστε στην καρδιά της Ρούμελης, η γλώσσα των Ρωμιών μιλιέται το ίδιο καλά απ’\όλους, όπως και η τουρκική.»
5 . Ο στίχος του γνωστού δημοτικού «Λελούδι της Μονεμβασιάς (ή Μπουλουμπασιάς) και κάστρο της Λαμίας» ελέγχεται πολλαπλά για τη γνησιότητά του. Οι ειδικοί βεβαιώνουν κατηγορηματικά ότι το ορθό είναι «Λαλούδι της Μονομπασιάς και κάστρο της Αθήνας». Όπου λαλούδι σημαίνει “βράχος”, Μονομπασιά “μία μόνο είσοδος” (μονή μπασιά) και το κάστρο της Αθήνας είναι για φανερούς λόγους το μάλλον αναμενόμενο (αντί για το μικρότερο, της Λαμίας, λιγότερο σημαντικό και μακρινό, βορειότερο). Έτσι ακριβώς έχει τραγουδηθεί λ.χ. σε αυθεντική εκτέλεση από την πιστή λαϊκή τραγουδίστρια Δόμνα Σαμίου. Να σημειωθεί ακόμα ότι ο επόμενος στίχος αναφέρεται και πάλι στην Πελοπόννησο: «και Παλαμήδι τ’\Αναπλιού άνοιξε να ’μπω μέσα.»

Και άλλο Ζητούνι!

Μεγάλη όμως ήταν η έκπληξή μας όταν ήρθαν σε γνώση μας πηγές που αναφέρουν την ύπαρξη στον ελλαδικό χώρο και άλλου μεσαιωνικού οικισμού με το όνομα Ζητούνι. Αυτό κάπου στην περιοχή της Κεντρικής Μακεδονίας.

Ο Φάσμερ σημειώνει μια τέτοια βιβλιογραφική αναφορά αλλά φαίνεται να ταυτίζει το ένα Ζητούνι με το άλλο και να μην αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για δυο διαφορετικά τοπωνύμια που αντιπροσωπεύουν δυο διαφορετικούς οικισμούς. Αλλιώς, θα είχε καταχωρήσει ξεχωριστά αυτό το δεύτερο Ζητούνι στην οικεία θέση ανάμεσα στα τοπωνύμια της Μακεδονίας, πράγμα που δεν έχει κάνει (Vasmer Slav.). Αλλά, και γενικά, από όσο ξέρουμε, η ύπαρξη αυτού του Ζητουνιού δεν είναι ευρύτερα γνωστή, και βέβαια καθόλου μέσα από τις έρευνες σε σχέση με το Ζητούνι της Φθιώτιδας6.

Ωστόσο το άλλο αυτό Ζητούνι μαρτυρείται επανειλημμένα και ξεκάθαρα σε μεσαιωνικά κείμενα (και από τον 11ο αι.) έτσι ώστε να μπορούμε να συγκεντρώσουμε αρκετά αποδεικτικά στοιχεία. 

Για παράδειγμα, σε συγγραφή για τους βυζαντινοτουρκικούς πολέμους (Dukas7) διαβάζουμε: «Πέμψας δε στρατόν ουκ ολίγον εν Θετταλία επολιόρκει Θεσσαλονίκην και τα παρά τον Στρυμόνα χωρία πάντα παραλαβών πλην Ζητουνίου, αυτός προς Κωνσταντινούπολιν εχώρει και πάντα τα χωρία ευρών έρημα, ην γαρ μετοικίσας ο βασιλεύς Μανουήλ εντός της πόλεως...». Πρόκειται, λοιπόν, για ένα από «τα παρά τον Στρυμόνα χωρία». Επίσης: «...Έκλεισε Θεσσαλονίκην και τα πέριξ ελεηλάτει το Ζητούνιον και τα πέριξ εκούρσευε.» Επίσης: «...Πλην των κάστρων, ων ουκ ηδυνήθη λαβείν εν τη μάχη, οίον Μεσημβρίαν, Δέρκους και άλλα, και το Ζητούνιον συν ταις λοιπαίς χώραις του Στρυμόνος». Και αλλού το χαρακτηρίζει «πολίχνιον»: «...Τα πέριξ του Ζητουνίου και το πολίχνιον». Δηλαδή “τα γύρω από το Ζητούνι και (την ίδια) την κωμόπολη”. Δε μπορεί να ήταν κάποιο ασήμαντο χωριουδάκι.

Το πράγμα ξεκαθαρίζεται απόλυτα, όταν σε κάποιους παλιούς ιστορικούς συναντάμε συγκεκριμένες διευκρινίσεις στα σημεία όπου μιλάνε για το άλλο Ζητούνι, «το εν Θερμοπύλαις» (δηλαδή τη Λαμία), ώστε να γίνεται με περισσότερη σαφήνεια ο προσδιορισμός του και να αποφεύγεται η

-------------------------------
6 . Δεν επισημαίνεται η ύπαρξή του μέχρι και σε πρόσφατες σχετικές δημοσιεύσεις (Malingoudis Studien, Μαλιγκούδης Θεσσαλονίκη 63-64, Συμεωνίδης). Με το θέμα καταπιάστηκε αναλυτικά ο ντόπιος φιλόλογος Μ. Ζαφειρίου σε εκτεταμένη και εμπεριστατωμένη εργασία του (το 2000, βλ. βιβλιογραφία).
7 . Δούκας Μιχαήλ, Βυζαντινός ιστορικός του 15ου αι., που έγραψε για τους βυζαντινοτουρκικούς πολέμους της περίοδου 1391-1462 (μέχρι την κατάληψη και της Λέσβου από τους Τούρκους).

σύγχυση: «...Προέλαυνε δε ες το πρόσω, τό τε Ζητούνιν το εν Θερμοπύλαις και Πάτρας8 τας εν τω πεδίω προς τη υπωρεία των Λοκρών όρους κατεστρέψατο.» (Chalkondyles9 I 62).

Αλλά και σε άλλου τύπου κείμενα, παλιότερα ακόμα και τελείως τοπικής προέλευσης, οι αυθεντικές μαρτυρίες αφθονούν για το «παρά τον Στρυμόνα» Ζητούνι. Σε πρακτικό οριοθέτησης έκτασης που ανήκε στη Μονή Ιβήρων (έτη 1090-1094) περιγράφεται ένα όριο το οποίο «διέρχ(ε)ται τον κομέν(ον) πρίν(ον) (και) το παρ’\ημ(ών) γεγονό(ς) εκεί χω(μ)ατ(ο)βούν(ιον) της ερχομέ(νης) από τ(ο) Ζητ(ού)ν(ιον) εις τ(ην) επισκοπ(ήν) Εζεβ(άς)...» (Iviron 163 στ. 33). Και στο ίδιο κείμενο: «...οδεύει κ(α)τ’\ευθείαν δι’\όλου το αναπότ(α)μ(ον) έχ(ων) δεξιά τα σύνορα του
Ζιτουνίου (και) απέρχεται» (Iviron 163 στ. 38).

Τα ίδια εκείνα χρόνια σε συμβολαιογραφική πράξη της Μονής Ιβήρων του 1085 το χωριό αναφέρεται σαν Ζητινόν: «...τ(ην) οδόν τ(ην) απερχομένειν εις τ(ον) Ζητινόν, περνά το ποταμίτζιν του Προστιάτ(ο)υ...» (Iviron 147 στ. 30). Αλλού, σε δικαστική απόφαση του 1062, βρίσκουμε πιο συγκεκριμένη χωροθέτηση του χωριού: «...Μετόχιον η υπεραγία Θ(εοτό)κος υπό Εζεβ(άς) κειμ(έν)η πλησίον τ(ο)υ χω(ρίου) τ(ο)υ Ζιτην(ο)ύ, δ(ι)ά τ(ης) μο(νής) τ(ων) Ιβήρων, υπέρ χωρα(φίων) και αμπελώ(νων) και υδρομύλ(ων) συν τω τόπω του Αγίου Στεφά(νου)...» (Iviron 97 στ. 20). Αυτή η γραφή Ζητιν-, με [i] στη δεύτερη συλλαβή, δε φαίνεται ευεξήγητη, αλλά θα τη δούμε και παρακάτω.

Θελήσαμε να αναζητήσουμε τη γεωγραφική θέση αυτού του δεύτερου Ζητουνιού. Το βρήκαμε, κοντά στα Ίβηρα φυσικά, στο νοτιότερο τμήμα του νομού Σερρών, στα 15 χλμ. ΝΑ από τη Νιγρίτα. Έχουν ταυτίσει το Ζητούνι με το χωριό το ονομαζόμενο Τζίντζος, όπως πρωτοεμφανίζεται κατά την τουρκοκρατία σε οθωμανικά κατάστιχα κτηματολογικών απογραφών (Ζαφειρίου 16 κ.π.). Δε μπορούμε να πούμε πόσο βάσιμη είναι η ταύτιση από γεωγραφική άποψη. Αλλά η φωνητική συσχέτιση των δύο λέξεων, φαίνεται προβληματική σε αρκετά σημεία. Δυσκολευόμαστε να δούμε με ποιες διαδικασίες το όνομα Τζίντζος θα μπορούσε να έχει προέλθει από Ζητούνι ή από Ζητινό.

Ας σημειωθεί ότι, κατά τις συστηματικές μετονομασίες του 1928 από την αρμόδια επιτροπή του Υπουργείου Εσωτερικών, στο χωριό Τζίντζος (ο) δόθηκε επίσημα το τωρινό του όνομα Σιτοχώρι (Ζαφειρίου 9, 10). Φαίνεται ότι, με την υπόδειξη κάποιου που ήταν γνώστης της τοπικής ιστορίας, η διοίκηση έλαβε υπόψη της τη σημασία του παλιού σλαβικού

---------------------------------
8 . Πρόκειται για τας Νέας Πάτρας, την Υπάτη (για την ιστορία του ονόματος βλ. Δελόπ. Υπάτη).
9 . Χαλκοκονδύλης (Χαλκονδύλης, Χαλκοκανδήλης) Λαόνικος, Βυζαντινός ιστορικός του 15ου αι., που καλύπτει την εποχή 1298-1463, με κεντρικό του θέμα τους βυζαντινοτουρκικούς πολέμους μέχρι την άλωση της Πόλης. Πλούσια και πολύτιμη πηγή πλη-
ροφοριών.

ονόματος που θα δούμε παρακάτω και κατά κάποιο τρόπο το μετάφρασε, όταν μετονομάστηκε το χωριό.

Σίνον ποταμόν

Όταν ο Βενιαμίν της Τουδέλας περιηγήθηκε τις χώρες της Ανατολής στα 1159-1173, τη Λαμία την ονομάζει Σίνον ποταμόν ή Σινοπόταμον.

Μπορούμε να υποθέσουμε ότι υπάρχει κάποιο μπέρδεμα και ότι ίσως να μην πρόκειται για τη Λαμία αλλά για το Σπερχειό. Αν έτσι συμβαίνει, πρέπει να θεωρήσουμε πως το όνομα προέρχεται από το επίθετο της σλαβικής κοινής *sinĭ, πβ. σλαβωνικό синь “πελιδνός, μέλας” (Фасмер Этим.), σερβ. cињи “γκριζωπός, σταχτής, μολυβής”, βουλγ, син “γαλάζιος” κλπ. Αυτό θα μπορούσε να εξηγηθεί παραλληλιζόμενο με το ελληνικό Αγριομέλας που είναι άλλο ένα όνομα του Σπερχειού, γνωστό από την περίοδο της Φραγκοκρατίας.

Πιθανό μας φαίνεται επίσης να πρόκειται στην πραγματικότητα για την ίδια τη λέξη Ζητούνι. Μπορεί, δηλαδή, να έχουμε κι εδώ μια λαθεμένη γραφή Sinon που δεν απέχει εξάλλου και πολύ από τις επανειλημμένα μαρτυρούμενες (αργότερα) άλλες παραπλήσιες μορφές Sidon, Ziton, Citon, Giton, Girona...

Ποικίλα «φράγκικα»

Από τον 13ο ως τον 16ο αι. ο συμφυρμός των διάφορων «φράγκικων» γλωσσών και της (λόγιας) νεολατινικής έδωσε αρκετά ποικίλη παραγωγή με βάση την ελληνική μορφή του τοπωνύμιου. Μερικές φορές πρόκειται και για «νόθα» προϊόντα «διασταυρώσεων» ξενόγλωσσων τύπων. Εύστοχα είχε παρατηρήσει σχετικά Γάλλος περιηγητής του 18ου αιώνα: «Αλλά οι Φράγκοι που δεν ξέρουν ελληνικά διαστρεβλώνουν τα περισσότερα ονόματα.»10 Για πολλές περιπτώσεις δε χρειάζεται κανένας σχολιασμός.

Zitunion είναι το κανονικό λόγιο ελληνικό με λατινική γραφή (Markl 41).
Zetounion ελαφρά εκλατινισμένο (Markl 41).
Zitunium ελληνολατινική μορφή (Markl 41).
Zetunium τελείως εκλατινισμένο, φωνητικά και μορφολογικά (Markl 41).
ilziton βλέπουμε σε χάρτη του 1538 (Tόπος A' 97), σε συνεκφορά με το ιταλικό άρθρο il. Για το [ο-] αντί [u] θα γίνει λόγος παρακάτω.
Zittoni (Markl 41).
Giton (Markl 41).
Gytona είναι επίσης μια φραγκική μορφή του ονόματος (Λιουκ 44, Βορτσ. 249).
La Gyrona (Markl 41). Το -r- αντί για -t- ασφαλώς από λάθος χειρόγραφου.

--------------------------------
10. «Mais les Francs qui ne savent pas le grec, corrompent la plupart des noms.» (Pitton 96). ―Από τα βυζαντινά χρόνια έχει επικρατήσει να λέμε Φράγκους τους δυτικοευρωπαϊκούς λαούς γενικότερα.


Gitane (Markl 41).
Gipton είναι άλλη μια μορφή του ονόματος, φραγκική (Λιουκ 44,
Βορτσ. 248, Markl 41). Gyptona επίσης (Λιουκ 48).
Sidon (Markl 41).
Situn αναγράφεται σε λατινική επιστολή του Ινοκκέντιου Γ': «castrum de Situn super Ravennica», “κάστρο του Ζητουνιού πάνω από την Ραβένικα”. (Λιουκ 44).
Citon, συνήθως με το άρθρο lu Citon, είναι μια ακόμα φραγκική
μορφή. Και μέσα σε λατινικό κείμενο του 1366: «...in territorio lu citon» (Λιουκ 50) “στην περιφέρεια το Ζητούνι”. ―Castri Citonis είναι μια άλλη λατινική αναγραφή (Λιουκ 50). ―“...Ιn Castro Citoni» το 1366 (Λιουκ 51).
Cethon (Markl 41).
Chitonia (Markl 41).
El Cito, είναι η καταλανική επίσημη μορφή με την οποία εμφανίζεται πάντα και αποκλειστικά το όνομα της πόλης στα έγγραφα της καταλανικής καγκελαρίας (Λιουκ 44). Συχνά Castro dalcito11, Κάστρο του Ζητουνιού. Σε έγγραφο του Πέτρου του Γ' προς την Ελένη Καντακουζηνή το 1384 υπάρχει η ενδιαφέρουσα προσφώνηση «Κόμησα των Σαλώνων και του Ζητουνιού»: Eleni Assanina, Despina, Comitisse de la Sola e del Cito; (Λιουκ 51). Από την εποχή αυτή το όνομα του κάστρου και της βαρωνίας του Cito δεν αναφέρονται πια στα καταλανικά κείμενα.

Zaratoria «επονομάζουν» το Ζητούνι κάποιοι κατά τη Φραγκοκρατία, σύμφωνα με τον Πουκεβίλ (Πουκ. 74). Παράδοξη μορφή που βρίσκεται μόνο σ’\αυτό το κείμενο και για την οποία δε βλέπουμε κάποια λογική εξήγηση. Μήπως το -toria θα μπορούσαμε να το θεωρήσουμε σαν ένα β' συνθετικό που να σχετίζεται με το torre “πύργος”; Πιθανότερο όμως να είναι μια γραφή της λέξης Ζητούνι αρκετά στρεβλωμένη, όπως εξάλλου και οι μορφές τόσων και τόσων τοπωνύμιων στα γραφτά του Πουκεβίλ (βλ. σχετ. Δελόπ. Νεχώρι· Βελέντζας 255-256).

Και Ζητούρνιον!

Το Ζητούρνιον μαρτυρείται το 1371, δηλαδή στην εποχή της Καταλανοκρατίας στην περιοχή. Με επιστολή του ο Πατριάρχης Φιλόθεος προστάζει δεκαπέντε επισκοπές, ανάμεσα στις οποίες και η του «Ζητουρνίου», να είναι υποταγμένες στην Εκκλησία της Λάρισας (Βορτσ. 356).

Στη μορφή αυτή έχουμε την τελείως απροσδόκητη εμφάνιση ενός ρ μέσ’\στη μέση της λέξης! Ο Φάσμερ βρίσκει ότι δυσκολεύει το ζήτημα αν Ζητούνι:

-----------------------------------------
11. Σωστά το ξεχωρίζει ο Λιουκ (49-50) από το torre Gittina ή Giffina, που φαίνεται ότι ήταν πύργος της Τζεσφίνας, δηλ. Δεσφίνας (Παπαχρ. 72-73, 126-127). Έχει δημιουργηθεί σημαντική σύγχυση.

θελήσουμε να ξεκαθαρίσουμε την μεμονωμένη, πάντως, αυτή γραφή (Vasmer Slav. 105) και δεν έχει απάντηση. Γενική παραμένει η απορία: «Προβληματικός είναι ο μεμονωμένος τύπος Ζητούρνιον» (Συμεωνίδης). Στ’\αλήθεια το πράγμα έχει κάτι το παράδοξο. Και δικαιολογημένα μπορεί κανένας να αναρωτηθεί αν είναι και αυτό κάποια παραφθορά ή ένα τυχαίο γεγονός ή μήπως οφείλεται σε κάποια ξένη επίδραση που μας διαφεύγει. Γιατί αν η μορφή αυτή είναι «άπαξ λεγόμενον», τότε είναι και αμφισβητήσιμη (μην ξεχνάμε και τη λαϊκή ρήση «ένα ίσον κανένα»...).

Βρίσκουμε όμως ότι και εδώ η μαρτυρία είναι σωστή. Το περίεργο φαινόμενο διαλευκαίνεται αν το εντάξουμε σε μια σειρά παραδειγμάτων όπου παρατηρούμε την ιδιωματική τάση στην περιοχή (τουλάχιστο στη Φθιώτιδα) να αναπτύσσεται αυτό το ρ μπροστά από ένα επίθημα νι. Κατά κανόνα χαρακτηρίζει επίθετα που δηλώνουν ύλη (Παπαν. τραγ. 307): ατσαλέρνιος (από ατσαλένιος), ατσαλέρνια στήθια, γυαλέρνιος “γυάλινος” (ό.π. 316), μαλαματέρνιος, μαρμαρέρνια αλώνια (ό.π. 341), ξυλέρνιος, φιλντισέρνιος, χαλκωματέρνιος, χρυσαφέρνιος, χωματέρνιος κλπ. Αφού το φωνητικό φαινόμενο μαρτυρείται έτσι, και άφθονα μάλιστα, πολύ φυσικό είναι να εμφανιστεί και σε άλλης κατηγορίας λέξεις12. Πάντα μπροστά από ένα νι, εννοείται, όπως ακριβώς και στο Ζητούρ-
νιον.

Το Zεϊτούν

Μια άλλη μορφή του ονόματος, που εμφανίστηκε κατά την Τουρκοκρατία, είναι το Zeitun (λ.χ. Βορτσέλας 248). Για την ετυμολόγηση διαβάζουμε: «Κατ’\άλλην εκδοχήν η λέξις είναι τουρκική και σημαίνει ελαίαν “Ζεϊτούν”.» (Γαρδίκης 40). Και πράγματι υπάρχει τουρκική λέξη zeytin “ελιά” (ο καρπός, πάντως, και όχι το λιόδεντρο που είναι zeytin ağacı) 13. Το δε επίθετο “λαδής” (του χρώματος του λαδιού) είναι zeytuni. Επειδή αναμφίβολα η περιοχή είχε και τότε ελιές, η σύμπτωση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί... σατανική και η συσχέτιση ήταν μοιραία, τόσο για τους απλούς ανθρώπους όσο και για τους με οποιονδήποτε τρόπο ετυμολογούντες. Έτσι, και τελείως πρόσφατα έχει γραφτεί λ.χ.: «Μια δεύτερη ερμηνεία μπορεί να βασισθεί στο τουρκ. zeytün, zeytin “ελιά”, καθώς κοντά στο σιτάρι και η ελιά ευδοκιμεί στην περιοχή.» (Συμεωνίδης).

Φυσικά στην παρετυμολογική αυτή παγίδα δεν έπεσαν εκείνοι που ήξεραν, και που έλαβαν υπόψη τους, ότι το Ζητούνι δε θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να είναι τουρκικό, αφού μαρτυρείται αρκετούς αιώνες πριν από την εμφάνιση των Τούρκων στην περιοχή! Είναι επομένως το Zeitun απλά μια όψιμη τουρκική παρετυμολογία του ονόματος Ζητούνι.

-------------------------------
12. Ίσως λ.χ. και στην περίπτωση του κουρνιαχτός από κονιορτός η μετάθεση του -ρ- να οφείλεται σ’αυτήν την τάση (του να βρεθεί το -ρ- μπροστά από το -νι-).
13. Η λέξη είναι αραβικής αρχής.

Αλλά και οι Άραβες, και αυτοί εμφανίστηκαν στον ελλαδικό χώρο μετά τη γένεση του τοπωνύμιου. Και, βέβαια, ποτέ δεν εγκαταστάθηκαν σε τούτα τα μέρη, στην κεντρική Ελλάδα. Ώστε οποιαδήποτε εκδοχή για αραβική δημιουργία του τοπωνύμιου δε συζητιέται. 14 Ωστόσο, μια σχετική «ετυμολόγηση» θα μπορούσε να αναφερθεί, και για τη γραφικότητά της αλλά και σαν ένα αλλιώτικο δείγμα λαϊκής ετυμολογίας, χαρακτηριστικό κι αυτό και όχι ασυνήθιστο, που επικαλείται την πραγματοποίηση κάποιας υποτιθέμενης μετοικεσίας: «Ο Κ. Μπίρης διετύπωσεν την περίεργον γνώμην ότι το όνομα Ζητούνι οφείλεται εις τους γύφτους που ήλθαν εις Λαμίαν εξ Αιγύπτου, όπου υπάρχει πλησίον του Καΐρου χωρίον με το όνομα Ζεϊτούν (Κ. Μπίρη, Ρωμ και γύφτοι, σελ. 15). Κατά τον Κ. Μπίρην οι διωκόμενοι υπό των Αράβων εξ Αιγύπτου κατά τα μέσα του 9ου αιώνος μ.Χ. χριστιανοί Αιγύπτιοι κατέφυγον εις την Ελλάδα. Μερικοί εξ αυτών ήλθον εις Λαμίαν και αυτοί έδωσαν το όνομα Ζητούνι εις την πόλιν. Δεν ευρίσκω ορθήν την γνώμην αυτήν... Αλλως τε δεν είναι δυνατόν μερικαί οικογένειαι αθλίων γύφτων να μεταβάλουν το ιστορικόν όνομα της πόλεως, και μάλιστα να υιοθετήσει τούτο και η Εκκλησία.» (Πλατής 54). Ουδέν σχόλιον.

Οι παραλλαγές αυτού του τύπου του τοπωνύμιου είναι εύλογες και δεν παρουσιάζουν εκπλήξεις:

Zeitun (Markl 41).
Zeitoun και Zettuni: Ιταλός ζωγράφος που περιηγήθηκε την περιοχή στις αρχές του 19ου αι. κάτω από μια χαλκογραφία της Λαμίας (1804-1806) γράφει το “Λαμία σήμερα Ζητούνι” στα ιταλικά «Lamia oggi
Zettuni» και στα γαλλικά «Lamie aujourd ́hui Zeitoun» (Pomardi II 23, Τόπος ΣΤ' 113).
Zeituni σε χάρτη του 18ου αι. (Tόπος B' 125).
Zeitum σε χάρτη του 18ου αι. (Tόπος B' 184). Το -m θα πρέπει να οφείλεται σε κακή αντιγραφή της κατάληξης -ni.
Zeiton σε χάρτη του 1572 (Tόπος A' 123). Zeiton αναφέρει το Ζητούνι και ο Γάλλος περιηγητής Παύλος Λουκάς που πέρασε από την πόλη το 1706 (Πλατής 78).

Να σημειωθεί ότι όλες οι γραφές με Zeit- ή Zeyt- αποτελούν τουρκικές παραλλαγές του ονόματος και επομένως δε μπορεί να είναι προγενέστερες από την περίοδο της τουρκοκρατίας.

-----------------------------------
14. Το ίδιο ισχύει και για την πρόταση ετυμολόγησης από αλβανικό και σερβικό zid “τείχος”, «επειδή συχνά σε μεσν. κείμενα αναφέρεται το κάστρον Ζητούνιν, το κάστρον Ζητουνίου...» (πβ. Συμεωνίδης). Ούτε τέτοια υπόθεση επιτρέπουν τα γλωσσικά δεδομένα αλλά και το γεγονός ότι αλβανική εγκατάσταση δεν υπήρξε στην περιοχή ούτε μετά την κάθοδο των Αλβανών κατά τον 14ο αι., πόσο μάλλον τον 9ο αιώνα που εμφανίζεται το τοπωνύμιο...

Το Ιζντίν

Ιζντίν, που έχει γραφτεί και Ισντίν (λ.χ. Πλατής 53), είναι το καθαυτό τουρκικό όνομα της Λαμίας. Αναφέρεται και από τον Πιρί Ρεΐς στο έργο του «Βιβλίο της Ναυσιπλοΐας» στα 1520-1526 (Συμεωνίδης). Ο Μαλιακός Κόλπος καταγράφεται κατά την τουρκοκρατία σαν ο Κόλπος του Ιζντίν και η Κοιλάδα του Σπερχειού (ο Κάμπος της Λαμίας) ονομάζεται Πεδιάδα του Ιζντίν (Τσελεμπί 136).

Ξενίζει πολύ σαν μορφή και δείχνει να μην έχει καμιά συγγένεια με το Ζητούνι. Σπάνια κάποιοι το συσχετίζουν και συνήθως το χαρακτηρίζουν σαν «παραφθορά». «Το δε τουρκικόν όνομα Ιζντίν, ή Εζντίν15, όπως αναφέρεται εις συμβόλαια του δεκάτου ογδόου αιώνος, είναι παραφθορά του ονόματος της πόλεως Ζητούνι» (Αναγνώστου 20). Επίσης, ο Άγγλος περιηγητής Ληκ νομίζει ότι «παρεφθάρη το Zeitun εις Isdin.» (Πλατής 53).

Αλλά κάθε άλλο παρά για παραφθορά πρόκειται. Όσο παράξενο κι αν φανεί, το Ιζντίν είναι η γνήσια και φυσιολογική απόδοση του Ζητούνι στα τουρκικά. Το όνομα της πόλης, όπως το άκουγαν οι Τούρκοι επί τόπου ήταν προφανώς Ζ’τούν’ [Ztun'], σύμφωνα με την ιδιωματική ρουμελιώτικη (και βορειοελλαδική γενικότερα εξάλλου) προφορά. Αλλά, στα τουρκικά, όταν στην αρχή μιας ξένης λέξης υπάρχει σύμπλεγμα συμφώνων, τότε αυτό δε μπορεί να προφερθεί (να αρθρωθεί) και πρέπει να μπεί μπροστά ο φθόγγος [i] (σε άλλες περιπτώσεις ο φθόγγος [u], ανάλογα με το φωνήεν της επόμενης συλλαβής) για να γίνει εφικτή η άρθρωσή του. Έτσι το ελλ. Στην Πόλη έγινε Ιstanbul, το Σμύρνηs > Izmir, το σπαθί > ispati, o σταυρός > istavros κλπ. Στη συνέχεια έχουμε το [t] απ’\το Ζητούνι, που έγινε [d]. Και πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς μετά από ένα [z]. Εξάλλου τέτοιες ηχηροποιήσεις συνηθίζονται γενικότερα σε ελληνικές λέξεις που πέρασαν στα τουρκικά: η Κύπρος έγινε Kibris, η Τραπεζούντα > Trabezon, η Πάτρα > Badra (Δελόπ. Υπάτη 37). Στο -ούνι ο ελλ. φθόγγος [u] θα πρέπει να αποδόθηκε με το τουρκικό λαρυγγικό [y] που στο τουρκικό αλφάβητο το γράφουν -ı- (ένα λατινικό γιώτα αλλά χωρίς τη στιγμή από πάνω) 16. Και, τέλος, χάθηκε φυσικά το άτονο τελικό -ι- που και στα ελληνικά (στα βόρεια ιδιώματα), σαν άτονο, δεν προφέρεται. Βλέπουμε δηλαδή ότι το Izdın είναι η πιστή (και... ανεπηρέαστη)

------------------------------
15. Το Ε- στο Εζντίν έχει κι αυτό την εξήγησή του. Πρόκειται για μια λεγόμενη «ψεύτικη αποκατάσταση»: Επειδή στη βορειοελλαδική προφορά το άτονο [e] προφέρεται συστηματικά [i], εδώ κάποιος γραφέας νόμισε ότι στο Ιζντίν το Ι- αποδίδει στην πραγματικότητα κάποιο άτονο Ε- και φρόντισε στην καταγραφή του να το... αποκαταστήσει. Χώρια που αυτή η υπερσωστή προφορά μπορεί και εμφανίζεται και στον προφορικό λόγο, πάντα από κάποια λόγια προδιάθεση.
16. Για παράδειγμα, από τη λέξη balık “ψάρι” (με αυτό το λαρυγγικό [i] που κλίνει προς το [u]) έχουμε το Μπαλουκλί “με πολύ ψάρι”, τουρκικό όνομα της λίμνης Ξυνιάδας, όπου ο φθόγγος αποδίδεται στα ελλ. με -ου-, όπως και στο Ζητούνι.


απόδοση του Ζητούνι [Ζ’τούν’] στα τουρκικά. 17

Ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπί, που επισκέφτηκε την περιοχή το 1667, γράφει πολλά για την πόλη. Όλο το έργο του αποπνέει μια έκδηλη θρησκομανία και μια έντονη ανατολίτικη μυθολογική διάθεση. Σ’\αυτό το πνεύμα οφείλεται και ο μύθος του για την προέλευση του ονόματος Ιζντίν. Αφού προηγούμενα, μιλώντας για το Δομοκό, εξηγεί ότι «το φρούριο το ίδρυσε ο ΔίμοκομπένΛουκά, αλλά – με τα χρόνια – τ’\ όνομά του παρεφθάρηκε στα χείλη του λαού. Τώρα λέγεται “Δομοκός”» (Τσελεμπί 130). Παρακάτω μιλάει για το Ιζντίν Καλέ (το Κάστρο της Λαμίας) και λέει: «Μια θυγατέρα του Λουκά – η Ζιντίνα – ίδρυσε το κάστρο που πήρε τ’\όνομά της και λέγεται: Ιζντίν.» (ό.π. 131).

Μήπως από προσωπωνύμιο;

Υπήρξε και μια πρόταση για παραγωγή του τοπωνύμιου από σλαβικό προσωπωνύμιο: «Θα μπορούσε κανείς, επίσης, να προβάλει και μια άλλη σλαβική ετυμολογία» (Malingoudis 140). Πρόκειται για μια υπόθεση που, από αφορμή και στο πλαίσιο ενός φωνητικού προβληματισμού, καλείται να στηρίξει την εκδοχή ότι στην περίπτωση ετούτη το επίθημα δεν περιέχει -y- αλλά -u-. Με πρώτο συνθετικό το жит- από το παλαιοσλ. житиѥ “ζωή” (υπήρχε και ρήμα παλαιοσλ. жити “γιατρεύομαι, αναρρώνω”)
(Фасмер Этим.) σε σχηματισμό προσωπωνύμιων. Αναφέρονται τέτοια σλαβικά ονόματα προσώπων μ’\αυτό το 1ο συνθετικό, όπως τα Žiti-goj, Žito-ljub, Žiti-ljub, Žito-mir, Žit-mir, Žiti-slav, Žiti-vit κ.ά. (Svoboda 93). Είναι, ας πούμε απλουστεύοντας, κάτι σαν Ζησο-γιάννης, Ζησο-κώστας κλπ. Έτσι μπορεί να έχει παραχθεί ένα *Žitunjĭ από *Žit-unŭ (επίθημα -unŭ) με
υποκορισμό.

Καταρχή αυτή η εκδοχή φαίνεται να παρέχει μια υπόθεση βάσιμη ως προς τη φωνητική πορεία της λέξης μέχρι τη ζητούμενη μορφή. Πρέπει, βέβαια, να συνοδευτεί από την παραδοχή ότι εκείνη την εποχή που καθιερώθηκε το τοπωνύμιο, γύρω στον 9ο αιώνα ίσως, θα υπήρχε εκεί κάτοικος, σημαντικό πρόσωπο, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, ιδιοκτήτης ίσως μεγάλου κτήματος ή κατά κάποιον τρόπο επικεφαλής οικισμού κλπ. με το σλαβικό αυτό όνομα18. Και ότι δεν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις για κάτι διαφορετικό, σχετικό με τη φύση του οικισμού. Αλλά η προέλευση από προσωπωνύμιο εμφανίζεται, έτσι κι αλλιώς, λιγότερο πιθανή, αν λάβουμε υπόψη και τα άλλα δεδομένα που θα κοιτάξουμε παρακάτω.

Κάτι που δεν πρέπει να παραβλέψουμε επίσης είναι και το ότι σλαβικό προσωπωνύμιο με 1ο συνθετικό το Žito δεν εμφανίζεται κανένα στον

----------------------------
17. «Κατά ενδεχόμενης τουρκικής προέλευσης συνηγορεί ο τουρκ. τύπος İzdin = Ζητούνι», λέει ο Συμεωνίδης, θεωρώντας προφανώς ότι οι δυο λέξεις είναι τελείως άσχετες μεταξύ τους. Βλέπουμε όμως ότι τα πράγματα έχουν αλλιώς και, κύρια, ότι το İzdin είναι το αυθεντικό και το Zeitun το άσχετο.
18. Δεν έχουμε τοπωνύμια μεγάλων οικισμών που να προέρχονται από σλαβικά προσωπωνύμια.

ελλαδικό χώρο, από ό,τι έχουμε υπόψη μας, ούτε μέσα σε τοπωνύμιο ούτε αλλιώς πώς. Τα παραδείγματα που έχουμε αναφέρει παραπάνω βρίσκονται πιο βόρεια και τα περισσότερα είναι σλοβενικά (Svoboda 93). Είναι κι αυτό κάτι που δεν ενθαρρύνει την εικασία ότι τέτοια ονόματα και αντίστοιχα παράγωγα τοπωνύμια συνηθίζονταν στη συγκεκριμένη νοτιότερη περιοχή των Βαλκανίων. Δε γνωρίζουμε κάποια τέτοια ένδειξη.

Έχουμε από την άλλη και ένα ελληνικό επώνυμο Ζητούνης19 Αυτό όμως θα δημιουργήθηκε μεταγενέστερα σαν πατριδωνυμικό, ακριβώς παραγόμενο από το όνομα Ζητούνι της πόλης. Να σημειώσουμε ότι είναι αρκετά συχνό το φαινόμενο της δημιουργίας επώνυμου με χρήση αυτούσιου του ονόματος του τόπου καταγωγής, χωρίς την προσθήκη κάποιου επιθήματος, όπως λ.χ. ο Γαρδίκης από το Γαρδίκι (ενώ υπάρχει και το «φυσιολογικότερο» Γαρδικ-ιώτης) ή ο Γρανίτσας από τη Γρανίτσα (με κανονικότερο το Γρανιτσιώτης) κλπ. Έτσι εξηγείται και το αρκετά σπάνιο Ζητούνης από το Ζητούνι (ενώ υπάρχει και η μορφή με το συνηθισμένο επίθημα Ζητουν-ιάτης με 35 καταχωρήσεις στη Λιβαδειά λ.χ.).

Πρέπει να επισημάνουμε επιπρόσθετα, και για τις δυο περιπτώσεις, ότι το γένος είναι ουδέτερο σταθερά. Ενώ, αν πρόκειταν για προσωπωνύμιο, θα μπορούσε να αναμένεται και κάποιο σε αρσενικό κτητικό *Στου Ζητούνη (όπως τα Στου Μπογομίλου, Στου Αγά κ.ά., τύπος που συνηθίζεται αρκετά στην πεδιάδα του Σπερχειού20). Εξ άλλου θα μπορούσε επίσης να έχει τραπεί σε θηλυκό *Στη Ζητούνη ακολουθώντας το μεγάλο πλήθος των σλαβικών τοπωνύμιων σε -νη.

Όπως είδαμε παραπάνω, το άλλο Ζητούνι, το βορειοελλαδικό, παρουσιάζεται έχοντας (μεταξύ άλλων) την ίδια ακριβώς φωνητική μορφή με το Ζητούνι της Φθιώτιδας. Αυτό θα πρέπει να σημαίνει ή ότι συγγενεύει απευθείας μ’\αυτό, ότι δηλαδή πρόκειται για την ίδια διαμόρφωση στα ελληνικά του ίδιου ονόματος (του βαφτιστικού ενός ίδιου προσώπου ή του επώνυμου μιας ίδιας οικογένειας) ή ότι και τα δυο προέρχονται από μια και την ίδια σλαβική μορφή *Житыни που φωνητικά ταυτίζεται με το ελληνικό αντίστοιχο. Αυτή η σκέψη κάνει τη δεύτερη εκδοχή ισχυρότερη και μάλλον πειστικότερη, δείχνει δηλαδή σαν πιθανότερο το να πρόκειται μάλλον και εκεί (όπως και στη Φθιώτιδα) για κάτι άλλο παρά για ακόμα ένα τοπωνύμιο από το ίδιο βαφτιστικό όνομα.

Από το άλλο μέρος, το βορειοελλαδικό Ζητούνι εμφανίζεται και με [i] στη δεύτερη συλλαβή (δυο φορές, Ζητιν- και Ζιτην-) σε κείμενα της Μονής Ιβήρων. Αυτή η γραφή, που παρουσιάζεται σαν εναλλακτική του Ζιτουν-, συνηγορεί ίσως για μια προέλευση από σλαβ. -y- (το ы της

-----------------------------
19. Με 16 καταχωρήσεις στον «Ενοποιημένο Τηλ. Κατάλογο Αθηνών κλπ. 2008» και μόνο 3 καταχωρήσεις στον «Ενοποιημένο Τηλ. Κατάλογο Κεντρικής – Ανατολικής Στερεάς & Εύβοιας 2011».
20. Βλ. Δελόπ. Μπογομίλου 130.

κυριλλικής γραφής) που ήταν φυσικό να δίνει στα ελλ. πότε -u- και πότε -i-. Δε μπορεί να την προσπεράσουμε έτσι, αφού τη βρίσκουμε σε διαφορετικά επίσημα κείμενα που απέχουν μεταξύ τους κατά μια εικοσαετία και που έχουν συνταχθεί επιτόπου, από άριστους γνώστες της περιοχής, όπως ήταν οι άνθρωποι της Μονής Ιβήρων. Σ’\αυτό το δεδομένο έρχονται να προστεθούν και άλλα στοιχεία για πιθανό παλαιοσλαβικό *-y- στο επίθημα, όπως τα τοπωνύμια βουλγ. (Σκοπίων) Житини, σερβο- κρ. Житин, τσεχ. Žitin, βουλγ. Житинени, Житиница, πολων. Życiny αλλά και στη Ρουμανία Jitin (Заимов 132, Συμεωνίδης), που πρέπει να συνυπολογιστούν, αφού φαίνονται κι αυτά να ανήκουν στην οικογένεια.

Άραγε οι σιτοκαλλιέργειες;

Ας έρθουμε τώρα στις ετυμολογήσεις που κινήθηκαν πιο κοντά στην πραγματικότητα και προσέγγισαν το θέμα με βάση μια ορισμένη επάρκεια γνώσεων, πείρας και διαίσθησης, σε κάθε περίπτωση με κάποιες αξιώσεις. Και ας τοποθετηθούμε επιπρόσθετα σε μια ανθρωπογεωγραφική σκοπιά.

Ο ιστορικός της Φθιώτιδας Βορτσέλας υιοθετεί την άποψη του καθηγητή Παύλου Καρολίδου πως το Ζητούνι είναι μεν σλαβικό αλλά συγγενικό με τη Ζάτουνα της Αρκαδίας και «σημαίνει την πέραν του ποταμού κειμένην πόλιν» (Βορτσ. 249). Εδώ, βέβαια, μάλλον λόγω των περιορισμένων γνώσεων του καιρού εκείνου, το εξαιρετικό συνήθως ένστικτο του Βορτσέλα δεν τον βοήθησε, όπως δείχνουν οι διαφορές των δυο λέξεων στα φωνήεντα και στον τονισμό αλλά και στη σημασία. Το Ζάτουνα είναι πράγματι σλαβικό αλλά άσχετο με το Ζητούνι, ενώ σχετίζεται με το σερβικό και κροατικό záton που σημαίνει «κόλπος, όρμος» (Vasmer Slav. 153). Και δεν υπάρχει σλαβική λέξη που να δικαιολογεί τέτοια μορφή και τέτοια σημασία (“πέραν του ποταμού πόλη”).

Ανάμεσα στ’\ άλλα, ο Βορτσέλας παραθέτει και την άποψη για την προέλευση του τοπωνύμιου, που είχε εκφράσει ο σπουδαίος λόγιος και ιερωμένος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων (Οικονόμος μέρος Β ́ τόμος Β ́ 406). Στη διατύπωση ακολουθούμε το πρωτότυπο, γιατί ο Βορτσέλας χρειάζεται κάποιες μικροδιορθώσεις: «=(σιτόνιον), σιτάνιον (ως σιτοβόλιον ή σιτοφόρος χώρα).» Προηγούμενα λέει καθαρά ότι το Ζιτούνιον προέρχεται από τις μορφές жѝтный και житнòй (να σημειώσουμε ότι είναι και τα δυο επίθετα της ρωσικής, παράγωγα του житο “σιτάρι”). Αξίζει να παραθέσουμε αυτούσιο απόσπασμα του πρωτότυπου: 21

-----------------------------------
21. Δε χάνει την ευκαιρία να αναφέρει και σχετικό λογοπαίγνιο που φαίνεται ότι κυκλοφορούσε τα χρόνια εκείνα: «αυτός ειν’\από το Ζητούνι, δεν ειν’\από τα Φέρσαλα» (ας πούμε “όλο ζητάει και ποτέ δε φέρνει”). Απλά ευθυμογραφικό (και όχι... ετυμολογικό σαν αυτό που είδαμε στην αρχή), αλλά χαρακτηριστικό κι αυτό της ισχυρής μαγνητικής δύναμης που έλκει προς τη λαϊκή ετυμολογία.


Ο Βορτσέλας διαφωνεί: «Η παραγωγή αύτη φαίνεταί μοι λίαν εζητημένη» (Βορτσ. 249). Άστοχη όμως η διαφωνία του ως προς τη συσχέτιση με το σιτάρι, αλλά και ως προς το «χώρα» (αντί του «πόλιν»
του Καρολίδου), όπως θα φανεί παρακάτω. Κάποιοι ακολούθησαν φυσικά τον Βορτσέλα: «Η επικρατέστερη ετυμολογία θεωρεί το όνομα σλαυϊκό = η πέραν του ποταμού (Σπερχειού) πόλη, και όχι τουρκικό = ελαιότοπος.» (Τσιτσάς 20).

Οι περισσότεροι σοβαροί συγγραφείς δέχονταν από παλιότερα μια σλαβική προέλευση της λέξης, αν και συχνά κάπως αόριστα. Πριν από έναν αιώνα είχε γραφτεί: «...Το όνομα Ζητούνι, σλαυικής ως φαίνεται καταγωγής» (Λιουκ 44). Μετά τα μέσα του περασμένου αιώνα: «Κατά τινα εκδοχήν η λέξις Ζητούνι είναι παρεφθαρμένη σλαυϊκή και σημαίνει σιτώνιον, σιτοβόλον χώραν» (Γαρδίκης 40· επαναλαμβάνει και το λαθεμένο σιτοβόλον του Βορτσέλα αντί για το πραγματικό σιτοφόρον
του Οικονόμου).

Αργότερα: «Κατ’\άλλους η λέξις σημαίνει σιταρότοπον ή σιτοβολώνα, όπως θέλει ο Κ. Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, όστις ετύγχανε βαθύς γνώστης των σλαυϊκών γλωσσών, προέρχεται δε από την σλαυϊκήν λέξιν ΖΙΤΟ η οποία σημαίνει σιτηρά. Η γνώμη αυτή μοι φαίνεται περισσότερον εύλογος, διότι η κοιλάς του Σπερχειού εφημίζετο από των ομηρικών ακόμη χρόνων δια την ευφορίαν της. Οι Σλαύοι λοιπόν εντυπωσιασθέντες από την πλουσίαν εις σιτηρά παραγωγήν της παρά τα κράσπεδα της
πόλεως πεδιάδος ονόμασαν αυτήν Ζητούνι.» (Αναγνώστου 18).

Από το 1941 ο Φάσμερ είχε γράψει ότι θα έκλινε προς μια ερμηνεία του ονόματος από το παλαιοσλ. *Žityni από το žito “σιτάρι” (Vasmer Slav.105), εμπεδώνοντας ουσιαστικά ετούτη την ετυμολόγηση. Χωρίς όμως άλλη σημασιολογική διευκρίνιση.

Πιο πρόσφατα: «η σλαβική ονομασία της Λαμίας, πόλης που δεσπόζει στο σιτοβολώνα της Α. Στερεάς» (Μαλιγκούδης Θεσσαλονίκη 64).

Γενικότερα, συχνά πια αναφέρεται το τοπωνύμιο σαν πιθανά εξελληνισμένος τύπος σλαβικού ονόματος που υποδηλώνει «την περιοχή στην οποία παράγεται πολύ σιτάρι» (το έτος 2000, Ζαφειρίου 16, με τις αμφίβολης γραφής μορφές Ziten και Zitun).

Χρειάζεται λοιπόν να επανέλθουμε κριτικά στην άποψη που γενικά επικρατεί, σύμφωνα και με την επίσης πρόσφατη σχετική δημοσίευση (του 2010, Συμεωνίδης), ότι το τοπωνύμιο είναι «ίσως παλαιοσλαβικό *Žityni “τόπος σιτηρών”».

Από όσους υιοθέτησαν αυτήν την επίσημη πια για τους σοβαρούς ερευνητές εκδοχή, επαναλαμβάνεται κατά κόρο ότι πρόκειται για χαρακτηρισμό που ξεκίνησε από την πεδιάδα της Φθιώτιδας, όπου καλλιεργούνταν πολλά σιτηρά και κατέληξε να δοθεί σαν όνομα στην πόλη της Λαμίας. Θεωρείται πάντως ξεκάθαρα ότι δηλώνει καλλιεργούμενες εκτάσεις, τις καλλιέργειες, τα σπαρτά. Kαι κανένας από τους μελετητές αυτούς δεν έχει υπαινιχθεί το παραμικρό για μια αλλιώτικη σημασία του.

Ας πλησιάσουμε ωστόσο περισσότερο το συγκεκριμένο θέμα και ας κοιτάξουμε πιο προσεκτικά τα γλωσσικά δεδομένα, εντοπίζοντας όποια μπορεί να έχουν κάποια διαφωτιστικό νόημα.

Στη σημερινή ρωσσική γλώσσα το жито σημαίνει: «τα σιτηρά, τα γεννήματα/ η κριθή, το κριθάρι (ячмень)/ η βρίζα, η σίκαλη (рожь)/ ο σίτος, το σιτάρι (пшеница)» (Иоаннидис), με τη σημασία να κυμαίνεται κατά τόπους. Στη σερβική και στην κροατική σημαίνει «το σιτάρι» και «τα σιτηρά» (Dayre). Και παρόμοια στη βουλγαρική, σλοβενική, πολωνική, τσεχική κλπ.

Στην παλαιοσλαβική μαρτυρείται σε πέντε-έξι τουλάχιστον κείμενα. Και λεξικό της παλαιοσλαβικής (Sadnik) αποδίδει στα γερμανικά τη σημασία με το Getreide, δηλ. «σιτάρι, σιτηρά, δημητριακά» και με το Feldfrucht δηλ. «καρπός αγρού». Και τη σημασία του επίθετου житьнъ με τα «του σιταριού» και «του καρπού».

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το ότι σε κλασικό παλαιοσλαβικό κείμενο, μετάφραση του Ευαγγέλιου (Ευαγγέλιο του Οστρομίρ, 1056-1057) ο πληθυντικός житaαποδίδει το ελλ. γεννήματα (Фасмер Этим.).

Το επίσης παλαιοσλ. Житомѣрьниѥ σημαίνει σιτομέτρηση. Υπάρχει και σλαβωνικό Житомѣрьникъ που αποδίδει το ελλ. σιτομέτρης. Και παράγωγο ίσως προσωπωνύμιο παλαιορωσ. Житомѣръ (Фасмер Этим.).

Σήμερα στα βουλγαρικά, σερβικά, ρωσικά το υποκοριστικό житница βασικά σημαίνει “αμπάρι, χώρος αποθήκευσης σιτηρών”.

Βλέπουμε λοιπόν τη χρήση της λέξης συστηματικά με τη σημασία του καρπού. Στις νεότερες σλαβικές γλώσσες τη βρίσκουμε βέβαια και με τη σημασία των φυτών αλλά κατά δεύτερο λόγο και περιορισμένα. Και πάντως αν εδώ πρόκειταν για τα φυτά, η αντιστοίχιση της παλαιοσλαβικής απόδοσης δε θα ήταν με τα “γεννήματα” αλλά θα ταίριαζε να είναι με τα “σπαρτά”, πράγμα που δεν εμφανίζεται καθόλου.

Να σημειώσουμε παράλληλα ότι, αν το Ζητούνι ήταν φυτωνύμιο αυτού του είδους, η αναμενόμενη μορφή θα ήταν μάλλον Žitovo με το επίθημα σλαβ. -ov-, το πιο συνηθισμένο για τοπωνύμια αυτής της σημασίας: Σμόκοβο “τόπος με τις συκιές”, Λιάσκοβο “τόπος με τις φουντουκιές”, Αράχοβα “τόπος με τις καρυδιές”, Τύρναβος “αγκαθότοπος”, Κούρσοβο “θαμνότοπος” (στα Τρίκαλα) και άλλα πολλά. Και πράγματι υπάρχει τέτοιο ακριβώς τοπωνύμιο Žitovo (σλοβενικό, βλ. Συμεωνίδης) καθώς και άλλο Žitava (βλ. Vasmer Slav. 105· είναι η γερμανική πόλη Zittau κοντά στα γερμανοτσεχικά σύνορα). Άλλο ένα στοιχείο, λοιπόν, ενισχυτικό του ότι στην περίπτωσή μας δεν πρόκειται για “σπαρτά”.

Το σλαβικό επίθημα που υποθέτει ο Φάσμερ είναι *-yni, για τη σημασία του οποίου όμως δεν εκφράζεται. Διαπιστώνει πάντως ότι συναντιέται σε «όχι λίγα» τοπωνύμια (Vasmer Slav. 105). Η ακριβής μορφή του είναι ίσως κάπως αβέβαιη22 (για την κατάληξη κρατάμε κάποια επιφύλαξη) και πάντως μάλλον πρόκειται για επίθημα με το οποίο σχηματίζονται και ονόματα περιεκτικά, ονόματα που δηλώνουν συγκέντρωση πολλών πραγμάτων μαζί. Όπως λ.χ. λόγου χάρη στα ελληνικά το παιδο-μάνι, ο στρατ-ώνας, το σκυλο-λόι, ο πλαταν-ιάς. Σε πρώτη προσέγγιση, λοιπόν, έχουμε να κάνουμε με ένα σλαβικό ουσιαστικό που θα μπορούσε να σημαίνει κάτι σαν “πολλά σιτάρια μαζί” δηλαδή, ενδεχόμενα, “ο σιτοβολώνας” (όμως με την κύρια σημασία της λέξης, δηλαδή “το αμπάρι” και όχι “οι σιτοκαλλιέργειες”) ή “η σιταποθήκη, οι σιταποθήκες” και απλά “τα σιτάρια, τα σιτηρά”, δηλαδή «τα γεννήματα», κατά την πολύ χαρακτηριστική απόδοση του παλαιοσλαβικού ευαγγέλιου23.

Ωστόσο, και αν ξεκινήσουμε από μορφή επιθήματος *-un- (όπως

-----------------------------
22. Η προέλευση ελλ. [u] (αντι για [i]) από σλαβ. [y] έχει αμφισβητηθεί βάσιμα για αρκετές περιπτώσεις (Malingoudis Studien 140).
23. Υποθέτοντας έναν σχηματισμό με παραπλήσιο επίθημα (διαφορετικής πάντως σημασίας) ο Μαλιγκούδης (Θεσσαλονίκη 62-65) ερμηνεύει το παλαιοσλαβικό όνομα Solunŭ της Σαλονίκης (Θεσσαλονίκης) θέτοντας σαν πρώτο συνθετικό το solĭ “αλάτι”, λόγω της ύπαρξης αλυκών κοντά στην πόλη κατά τον 7ο αιώνα. Ενδιαφέρουσα εκδοχή που όμως φυσικότερο θα ήταν να αφορά όχι τις αλυκές (λόγω της εντυπωσιακής θέας τους) αλλά μάλλον τις αλαταποθήκες, κάποιο σημαδιακό πρατήριο αλατιού, πιθανότατα μονοπώλιο (συνηθισμένος ο μονοπωλιακός χαρακτήρας του θεσμού ακόμα και στη σύγχρονη Ελλάδα, ως το 1985), όπου πήγαινε ταχτικά όλος ο κόσμος για να προμηθευτεί το πολύτιμο αγαθό. Και που θα μπορούσε να νοηθεί σαν (ή να εξελίχθηκε σε) «αλαταγορά,

κάνουν άλλοι μελετητές) και πάλι οδηγούμαστε σε παραπλήσιο συμπέρασμα αναφορικά με τη σημασία. Για παράδειγμα, στις νεότερες σερβική και κροατική γλώσσες η κατάληξη -un εμφανίζεται σαν επίθημα επιτατικό, δηλωτικό μιας γνωστής «σίγουρης ιδιότητας»: bogàtun “πλούσιος άνθρωπος”, slàdun “γλυκό ρόδι”, krèzun “κουτσοδόντης, φαφούτης”. Αλλά και με σημασία καθαρά εμφαντική, μεγεθυντική: kòšun “καλαθούνα, καλάθα” από το kοš “καλάθι” (Ντουμπρόβνικ), lozun “αγριόκλημα (Vitis silvestris)” από το loza “κλήμα”, besedun “φλύαρος, πολυλογάς” από το beseda “ομιλία”, glàdun “καυχησιάρης” από ρήμα se glàditi “καυχιέμαι” (Skok 544-545 όπου και άφθονα παραδείγματα).

Το Ζητόνιον
και το σιτώνιον, ο σιτών, ο σιτώνης

Η μορφή Ζητόνιον (Βορτσ. 248 και επαναλαμβάνει ο Πλατής 53 κ.ά.), στην οποία δεν αναφερθήκαμε ακόμα, ανοίγει μια άλλη και σημαντικά διαφορετική προοπτική.

Οι γραφές του Ζητονιού με -όν- αντί για -ούν- (και μάλιστα σε τονιζόμενη συλλαβή) θα μπορούσε να είναι «φραγκικής» αρχής, προερχόμενες από ρομανικές διαλέκτους όπου υπήρχε κάποιο λατινικό [ο] κλειστό (μακρό, ίσως και ένρινο), που προφερόταν σαν παραπλήσιο με το [u]. Εκθέσαμε παραπάνω μια αρκετά μεγάλη σειρά ξενόγλωσσων μαρτυριών του ονόματος με -ο-, που επιβεβαιώνουν οπωσδήποτε το φαινόμενο: Ziton, ilziton, Citon, el Cito, Sidon, Giton, Zittoni, Cethon, Chitonia, Gytona, la Gyrona, Gyptona, Gipton.

Μπορεί όμως η προέλευση αυτού του -ο- να είναι τελείως άλλη και θα πρέπει σ’\ αυτό το σημείο να καταπιαστούμε με τις πιθανότητες που φαίνεται να διεκδικεί και η συσχέτιση με το ελλ. σιτώνιον. Είδαμε το σιτώνιον να αναφέρεται σαν σχετικό με το Ζητούνι από το 1828 με τη σημασία “σιτοφόρος χώρα” (Οικονόμος Β ́ 406). Στην πραγματικότητα αυτό το σιτώνιον σήμαινε καθαρά «δημοσία σιταποθήκη» (Lidell-Scott Συμπλήρωμα, Δημητράκος). Οπότε στη μεγάλη προσέγγιση των δυο μορφών (Ζητόνιον και σιτώνιον) έρχεται να προστεθεί μια εντυπωσιακή ταύτιση και των δυο σημασιών. Αυτά βάζουν σε παραπέρα σκέψεις και εμφανίζεται έτσι μια άλλη εκδοχή για την προέλευση του τοπωνύμιου. 

Πόσο μάλλον που, με την ίδια σημασία, υπάρχει και ο σιτών (-ώνος) “σιτοβολών, αποθήκη σίτου” (Lidell-Scott), που ομόρριζό του είναι φυσικά το σιτώνιο Ο ιστορικός Προκόπιος (που έζησε ως το 560) μας πληροφορεί ότι ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός (που έζησε ως το 565)

-------------------------------------------
αλατοπάζαρο» (κάτι σαν ...*«Αλατάδικα», ανάλογα με τα γνωστά Λαδάδικα της νεότερης Θεσσαλονίκης). Πράγμα που προσεγγίζει ακόμα περισσότερο τις σιταποθήκες του Ζητουνιού και αποτελεί πρόκληση για παραπέρα διερεύνηση.

κατά την κατασκευή αμυντικών έργων στις Θερμοπύλες, στην Ηράκλεια, στην Υπάτη κλπ., οχυρώνοντας την ευρύτερη περιοχή έφτιαξε και σιτώνες: «και μην και σιτώνας εν ασφαλεί και υδάτων έλυτρα πανταχόθι πεποίηται, στρατιώτας τε φρουρούς ες δισχιλίους μάλιστα τήδε ιδρύσατο ό ουδέ τις των πρώην βασιλέων πώποτε εκ του παντός χρόνου πεποίηκεν.»24 Αξιοπρόσεχτο το «πανταχόθι». Η Λαμία φυσικά δε θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση και να μην έχει και αυτή τον σιτώνα της! Και πολύ σημαντικό το ότι η μαρτυρία για την ύπαρξη των τέτοιων κτισμάτων, αλλά και η ίδια η μαρτυρούμενη λέξη, προέρχονται ακριβώς από μια εποχή κρίσιμη για το θέμα που μας προβληματίζει. Από την εποχή που έμελλαν να ξεκινήσουν οι εγκαταστάσεις σλαβικών φύλων στον ελλαδικό χώρο. Είναι φανερό ότι ο θεσμός των σιτώνων ανθούσε, άρα και ο όρος θα ήταν ιδιαίτερα εύχρηστος.

Υπήρχε μάλιστα και ένα ουσιαστικό σιτώνης «ο ωνούμενος, ο αγοράζων τον σίτον» και ιδίως «έκαστος των εν πλείσταις των ελλην. πόλεων δημοσ. υπαλλήλων, εις ους ανετίθετο η δια λογαριασμόν του δημοσίου αγορά ποσοτήτων σιτηρών προοριζομένων δια τας δημοσίας ανάγκας ή δια την ευθηνήν μεταπώλησιν προς επάρκειαν του λαού» (Δημητράκος). Ήταν δηλαδή «ο επιτετραμμένος την αγοράν σίτου, υπάλληλος εν πολλαίς Ελληνικαίς πολιτείαις, οίον εν Αθήναις, ...εν Λακωνική, ...εν Θυατείροις, ...εν Ταυρομενίω κ. αλλ.» (Lidell-Scott). Αυτοί οι σιτώναι υπηρετούσαν πρακτική καθιερωμένη και διαδομένη τόσο στην κλασική αρχαιότητα όσο και στη ρωμαϊκή (sitones και στα λατινικά!). Θα μπορούσε λοιπόν να θεωρηθεί σαν ενδεχόμενο και το προσηγορικό ο σιτώνης να έχει γεννήσει προσωπωνύμιο που να έδωσε τοπωνύμιο (στου *Σιτώνη, στον *Σιτώνη). Αν και ετούτη η τελευταία εκδοχή, της προέλευσης από προσωπωνύμιο, φαίνεται αρκετά ισχνή, καθώς και οι άλλες δυο πιθανότητες για προσωπωνύμιο που είδαμε παραπάνω (από σλαβ. *Žit-unŭ και από ελλ. Ζητούνης) 25.

Η κατάληξη -ούνι από -ώνι(ον) στα μεσαιωνικά ελληνικά μπορεί βέβαια να θεωρηθεί ότι εξελίχθηκε κατά τα κωδώνιον > κουδούνι, περόνιον > πιρούνι, πωγώνιον > πιγούνι, ρωθώνιον > ρουθούνι, σαπώνιον > σαπούνι κλπ. Δηλαδή είναι πολύ πιθανό και αναμενόμενο να υπήρξε και ένα *σιτούνι(ον). Αντίθετα, όμως, για μια υποτιθέμενη μετατροπή του αρκτικού ελλ. [s] σε σλαβ. ž (ζ και μάλιστα παχύ) δε

--------------------------------------
24. «Έχει κατασκευάσει μάλιστα και ασφαλείς αποθήκες σίτου και δεξαμενές νερού σε όλα τα σημεία και έχει μάλιστα εγκαταστήσει και στρατιωτικές φρουρές από δύο χιλιάδες άνδρες περίπου, πράγμα που κανείς από τους προηγουμένους βασιλείς δεν έχει κάμει ως τώρα.» (Προκόπιος 248-249 [Λόγος Δ ́, Β, 14]).
25. Για τη φυσικότητα και την ομαλότητα αυτών των τριών παραγόμενων σχηματισμών μπορούμε να τους παραβάλουμε με τα παράλληλα οψώνιον “ η δι’ αγοράς προμήθεια τροφίμων”, οψών -ώνος “ καλάθι για τοποθέτηση τροφίμων” και οψώνης “ο αγοράζων όψα”, τρόφιμα (Δημητράκος).

βλέπουμε κανονική εξήγηση26. Οπότε εδώ εμφανίζεται δυσκολία.

Ωστόσο η συσχέτιση παραμένει ιδιαίτερα δελεαστική, όσο και επίμονη. Μια υπόθεση που μας φαίνεται να ευσταθεί περισσότερο είναι να προϋπήρξε ελλ. τοπωνύμιο *Σιτώνι(-ον) ή *Σιτούνι (σύμφωνα με τα παραπάνω) και σ’\ αυτή τη βάση να διαμορφώθηκε από τους σλαβόφωνους κάτοικους το παράλληλο σλαβ. *Žityni. Αυτή η εκδοχή εξουδετερώνει τον σκόπελο και παρέχει μια ερμηνεία για την αντιστοίχιση του αρκτικού ελλ. Σ- με το σλαβ. Ž-. Να σημειωθεί μάλιστα ότι δεν πρόκειται για σλαβ. Ž-που έγινε ελλ. Σ- αλλά το αντίστροφο. Τόσο κοντινές είναι και σε σημασία και σε φωνητική μορφή ώστε να ήταν πολύ φυσικό να ταυτιστούν οι δυο λέξεις στα λαϊκά στόματα.
27 Ας προσθέσουμε ότι και οι δύο είναι γένους ουδέτερου. Και ας λάβουμε ακόμα υπόψη ότι οι καιροί για τους οποίους μιλάμε ήταν εξαιρετικά ευνοϊκοί για τέτοιου είδους «οσμώσεις». Το ότι η μορφή με Ζ- συναντιέται και στο βορειοελλαδικό Ζητούνι θα μπορούσε να σημαίνει απλά ότι ήδη στα σλαβικά λειτούργησε η λέξη σαν προσηγορικό (και όχι μόνο σαν τοπωνύμιο) που δημιουργήθηκε αυθόρμητα και τοπικά από επίδραση του σιτώνι(ον) στη διάρκεια μιας περίοδου εκτεταμένης ελληνοσλαβικής διγλωσσίας, αναλογικά και σαν είδος μεταφραστικού δάνειου.

Για την περίπτωση που αυτή η διαδικασία θα μπορούσε να θεωρηθεί κάπως εξεζητημένη, θυμίζουμε ότι έχουμε μπροστά στα μάτια μας κραυγαλέο παρόμοιο παράδειγμα. Ακριβώς το ίδιο έγινε με το τουρκικό Zeitun με το οποίο κάποιοι τουρκόφωνοι εκτούρκισαν (αβίαστα...) το Ζητούνι από παρασυσχετισμό με το τουρκικό όνομα της “ελιάς”. Έτσι και οι σλαβόφωνοι εκσλάβισαν το *Σιτούνι (εξίσου αβίαστα) από πολύ δικαιολογημένο συσχετισμό με το σλαβικό όνομα του “σίτου”.

Να παρατηρήσουμε μάλιστα σχετικά – ακόμα κάτι που δεν έχει επισημανθεί και που μένει να αξιολογηθεί – ότι στις διάφορες σλαβικές γλώσσες, μέσα στα όσα λεξικά μπορέσαμε και ψάξαμε, δεν εντοπίζεται ουσιαστικό τέτοιου σχηματισμού (*žitun, *žityni). Με σχετική επιφύλαξη, βέβαια, των τοπωνύμιων με -ин-, σερβοκρ. Житин, τσεχ. Žitin αλλά και στη Ρουμανία Jitin, βουλγ. (Σκοπίων) Житини, πολων. Życiny, βουλγ.

------------------------------------------------
26. Ο Χατζιδάκης αρνείται κάθε πιθανότητα φυσιολογικής εναλλαγής σ/ζ στα ελλ. Και μιλάει με βεβαιότητα για «θεμελιώδη νόμον της καθ’\ημάς Ελληνίδος, καθ’\ον το σ ούτε μεταξύ δύο φωνηέντων ούτε εν αρχή λέξεως φωνήεντος επομένου ούτε εν τέλει λέξεως μεταλαμβάνει της ηχηράς των περί αυτό φωνηέντων φύσεως, και δη δεν μεταβάλλεται εις ζ, αλλά μένει άφωνον σ.» (Χατζιδάκης 112). -Με το «της καθ’\ημάς Ελληνίδος» εννοεί “της ελληνικής μας γλώσσας”...
27. Ίσως δεν περιττεύει να υπενθυμίσουμε ότι το ελλ. σίτος και το σλαβ. žito έχουν εξ υπαρχής συγγένεια (και μορφής και σημασίας) που οφείλεται στην κατά πάσα πιθανότητα κοινή ινδοευρωπαϊκή προέλευσή τους.

Житиница, Житинени (Заимов 132, Συμεωνίδης), που είδαμε παραπάνω και για τα οποία δε γνωρίζουμε σίγουρες λεπτομέρειες (για κάποια απ’\αυτά έχει επίσης προταθεί προέλευση από προσωπωνύμιο αλλά δεν αποκλείεται να κρύβονται κι εδώ μερικά ακόμα Ζητούνια!). Υπάρχει και «το Ζιτίν’, τοπων.» Κοζάνη (Βόιον) (Αρχείο Κέντρου Ερεύνης Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων, χ.681Α, 99).

Τη μορφή αυτή ακριβώς της λέξης βρίσκουμε μόνο σαν τοπωνύμιο στον ελλαδικό χώρο. Όμως η έννοια “σιταποθήκη” ήταν τόσο βασική ώστε να είναι δύσκολο να δεχτούμε ότι, αν αυτός ήταν ο όρος που την δήλωνε κανονικά, θα μπορούσε να μην έχει διασωθεί και σε κάποιες σλαβικές γλώσσες. Και θα πρέπει ίσως εδώ να λάβουμε υπόψη το γενικής εφαρμογής αξίωμα που διατυπώνει ένας σύγχρονος Γάλλος ερευνητής: «Αυτό το σημείο είναι πρωταρχικής σημασίας. Όσο δεν έχει ανακαλυφθεί ακριβές αντίστοιχο μαρτυρούμενο σε σλαβική χώρα για μια μορφή που λαμβάνεται με ανακατασκευή από την ελληνική μεταγραφή, δε μπορούμε να είμαστε απόλυτα σίγουροι για τη βεβαιότητα της ερμηνείας.»28

Σιτεμπορικό κέντρο

Απέναντι στην γενικά καθιερωμένη άποψη ότι το τοπωνύμιο Ζητούνι αναφέρεται σε καλλιέργειες, μια πρώτη αμφισβήτηση ως προς τα πράγματα μπορεί να γεννηθεί από το γεγονός ότι το συγκεκριμένο σημείο με τον οικισμό του Ζητουνιού βρίσκεται σε κάποια υψώματα και απόμερα, τελείως σε μια άκρη του κάμπου. Δεν απλώνεται κάπου μέσα στις καλλιεργούμενες πεδινές εκτάσεις. Μια άλλη αμφισβήτηση προκαλεί το ότι από την αρχή, από την εμφάνισή του το τοπωνύμιο παρουσιάστηκε σαν όνομα της πόλης, που ήταν μάλιστα έδρα επισκοπής, και, σε όλη τη διαδρομή του, δε φαίνεται να δήλωνε ποτέ έκταση, περιοχή. Και αυτά έρχονται να προστεθούν στα στοιχεία που εκτέθηκαν παραπάνω και που επιβεβαιώνουν ότι δεν πρόκειται για καλλιέργειες.

Συνεχίζοντας λοιπόν την προσπάθεια να κατανοήσουμε το περιεχόμενο του ονόματος, είναι ανάγκη να προσεγγίσουμε τον τρόπο με τον οποίο τα γλωσσικά δεδομένα του θέματός μας έρχονται και συναντούν την πραγματική κατάσταση, τους ανθρώπους και την καθημερινότητά τους. Χρήσιμο θα ήταν να δούμε από κοντά τι ήταν πραγματικά η Λαμία στο μεσαίωνα, να ψηλαφήσουμε κάπως πιο συγκεκριμένα το ρόλο της μέσα στη ζωή της περιοχής και μάλιστα όχι μόνο στα χρόνια του Βυζάντιου αλλά και της φραγκοκρατίας, της τουρκοκρατίας καθώς και της νεότερης ιστορίας της, αναζητώντας

-----------------------------------
28. «Ce point est primordial. Tant qu’on n’a pas découvert de correspondant exact attesté en pays slave pour une forme obtenue par reconstruction à partir de la transcription grecque, on ne peut être absolument certain de la sûreté de l’interprétation.» (Brunet 241 υποσημ.20).

κάποιες σταθερές παραμέτρους της λειτουργίας της. Ενδιαφέρουσες πληροφορίες των ιστορικών και άλλων συγγραφέων εμφανίζουν διαχρονικά μια ιδιαίτερη σπουδαιότητα του εμπορικού χαρακτήρα της πόλης. Ανατρέχοντας στο παρελθόν, όσο παλιά μας επιτρέπουν οι διαθέσιμες πηγές, τη Λαμία τη βλέπουμε να εμφανίζεται κύρια σαν εμπορικό κέντρο.

«Το 1199 σε χρυσόβουλλο του αυτοκράτορα Αλεξίου του Γ ́ η Λαμία αναφέρεται ως εμπορικό κέντρο του βυζαντινού κράτους ανάμεσα στα άλλα κέντρα» (Νάτσιος χρονολ. 10).

Το 1667 ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπί μας πληροφορεί: «Τα διακόσια εμπορικά καταστήματα της πόλης εξυπηρετούν τις καταναλωτικές ανάγκες. Και - παρόλο που δεν υπάρχει μπεζεστένι29 - όλα τα πολύτιμα εμπορεύματα βρίσκονται και πουλιούνται στο παζάρι.» (Τσελεμπί 133). Διακόσια καταστήματα δεν είναι λίγα. Αξιοπρόσεχτο και το ότι τους Λαμιώτες γενικά τους αναφέρει σαν εμπόρους: «Οι κάτοικοι είναι φιλόξενοι έμποροι, με καλό και ήσυχο χαρακτήρα.» (ό.π. 134). Τονίζει και την ευχέρεια των θαλάσσιων μεταφορών για την πόλη: «Το Ιζντίν βρίσκεται σε μισή ώρα απόσταση από έναν κόλπο της Άσπρης Θάλασσας (Σ.Σ.: το Αιγαίο). Πρόκειται για ευρύχωρο λιμάνι που μπορεί να χωρέσει με άνεση χίλια πλοία.»

«Σήμερον μας είναι γνωστόν ότι το «παζάρι» της Λαμίας ετελείτο κατ’\έτος και προ του 1680» (Νάτσιος παζάρι 1). Ο Γάλλος περιηγητής Ζαν Ζιρώ (Jean Giraud) στα 1674 σημειώνει: «Υπήρχαν τρία φημισμένα παζάρια στην Ελλάδα του 1673. Ένα στο Ζητούνι το Μάρτη...» (Δαβαν. - Σταυρ. 18). Τον 17ο αιώνα μαρτυρείται η διαμόρφωση εμποροπανήγυρης, «το εαρινό παζάρι του Ζητουνίου, με παμβαλκανική προβολή, το οποίο λειτούργησε επί τρεις αιώνες και καταργήθηκε το 1961!» (Νάτσιος
χρονολ. 12).

Μια ενδιαφέρουσα εμπορική επιστολή του 1680, παραγγελία σε οίκο της Βενετίας, είναι εντυπωσιακή για την μεγάλη ποικιλία των ζητούμενων εμπορευμάτων (Νάτσιος βιβλ. 7 και εφημ. Εθνικός Αγών, Λαμία 10 Σεπτ. 1972).

«Η γεωγραφική και διοικητική θέση της Λαμίας συνετέλεσε πολύ στην ανάπτυξη του εμπορίου, τόσο του εσωτερικού, όσο και του εξωτερικού, τόσο του μεταπρατικού, όσο και του διαμετακομιστικού.» (Νάτσιος εμπόρ. 134).

Κατά πληροφορία του 1805 από το λιμάνι της Αγίας Μαρίνας φορτώνονταν 300 πλοία το χρόνο για εξαγωγή «με προϊόντα της περιοχής τα οποία ήταν σιτηρά, ρύζι, καπνός και βαμβάκι» (Ιταλός περιηγητής S. Pomardi, βλ. λ.χ. Νάτσιος χρονολ. 14).

---------------------------------------
29. Στεγασμένη αγορά.

Όσο για το περίφημο σιταροπάζαρο της Λαμίας στην Πλατεία Σιταγοράς κατά τον προπερασμένο αιώνα μαθαίνουμε: «Έχουμε γραπτές πηγές ότι το εβδομαδιαίο παζάρι του Σαββάτου μεταφέρθηκε εκεί στο τέλος του 19ου αιώνα απ’\ την πλατεία «Λαού», όπου ετελείτο νωρίτερα, απ’\το 1836)... Ακόμη στην πλατεία εκείνη ετελείτο το ετήσιο εμπορικό πανηγύρι της πόλης τόσο το εαρινό, όσο και το φθινοπωρινό.» (Νάτσιος ιστορ. 14).

«Στην περίοδο του μεσοπολέμου λεγόταν και λέγεται ακόμη: πλατεία «Σιταγοράς», επειδή γινόταν εκεί το εβδομαδιαίο εμπορικό πανηγύρι (παζάρι) κάθε Σάββατο... Λεγόταν και «Σιταροπάζαρο». Μετά το 1937 ονομάζεται ανεπίσημα πλατεία «Πάρκου». (Νάτσιος ιστορ. 14). Να σημειωθεί ότι η παλιότερη, όπως φαίνεται, πλατεία της Λαμίας, η τωρινή Πλατεία Λαού, πήρε το όνομά της αυτό στα 1897. Ως τότε ήταν «ανώνυμη»! Όμως «βρίσκεται στην «καρδιά» της Λαμίας» (ό.π. 31). Ήταν το κατεξοχήν εμπορικό κέντρο της πόλης. Της είχαν μάλιστα δοθεί παροδικά και οι πολύ χαρακτηριστικές λόγιες ονομασίες «Ερμού» και «Εβδομαδιαίας αγοράς». Και εκεί γινόταν παλιά το παζάρι. Ώστε λογικά συνάγεται ότι αυτή θα πρέπει να ήταν το Σιταροπάζαρο παλιότερα30.

Αυτές οι χαρακτηριστικές πληροφορίες (και ασφαλώς υπάρχουν κι άλλες ανάλογες) 31 συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι αυτό ήταν και το νόημα της ονομασίας Ζητούνι: “η συγκέντρωση σιτηρών”, δηλαδή αρχικά η σιταποθήκη (ή οι σιταποθήκες) και στη συνέχεια το σημείο ανεφοδιασμού σε σιτηρά, η σχετική αγορά, το μέρος όπου συγκεντρώνονται τα σιτάρια, τα γεννήματα (όχι τα σπαρτά!) για να πουληθούν, δηλαδή “το σιταροπάζαρο”.32

Η αγορά των σιτηρών ήταν πάντα στο παρελθόν κάτι θεμελιακό για τη ζωή των ανθρώπων. Και ήταν απόλυτα φυσικό να χρησιμοποιούν συστηματικά για το μέρος όπου γινόντουσαν οι σχετικές αγοραπωλησίες αυτή την ονομασία που ήταν ενταγμένη στην καθημερινότητά τους, όπως

---------------------------------
30. Σιταροπάζαρο λ.χ. λεγόταν άλλοτε και συνοικία της γειτονικής Λιβαδειάς.
31. Αξιόλογο στοιχείο θα μπορούσε να είναι από την άποψη αυτή και το ότι οι Τούρκοι ονόμασαν τη Λαμία Μισίρ (Αναγνώστου 19). Η τουρκική (αραβικής αρχής) λέξη mısır σημαίνει “καλαμπόκι” (και το Μισίρι ήταν παλιότερα ένα άλλο όνομα της Αιγύπτου). Σε τέτοια περίπτωση θα είχαμε, και από άλλη μεριά, άλλη μια ονομασία σημαδιακή και επιβεβαιωτική για το διαχρονικό χαρακτήρα της πόλης τον συνδεδεμένο με το εμπόριο των σιτηρών. Αλλα ο συγγραφέας δε λέει πού βρήκε την πληροφορία για το Μισίρ και δε μπορέσαμε να την επαληθεύσουμε από πουθενά. Ίσως να μην ισχύει και να πρόκειται για σύγχυση με το (επίσης τουρκικό και επίσης αραβικής αρχής) Zeitun.
32. Ανάλογο σκεπτικό θα μπορούσε να ισχύσει και για το Ζητούνι του Βορρά. Οι αναφορές που είδαμε για «το Ζητούνιον συν ταις λοιπαίς χώραις του Στρυμόνος» και «τα πέριξ του Ζητουνίου και το πολίχνιον» δεν δείχνουν μικρό αγροτικό χωριό αλλά μάλλον μια κωμόπολη, έναν λίγο - πολύ αστικό οικισμό όπου λογικό είναι να υπήρχε σιτώνιον (δημόσια σιταποθήκη) αλλά και όπου θα μπορούσε να αναμένεται στη συνέχεια η λειτουργία ενός σιτεμπορικού κέντρου.

στη δική μας το να λέμε “πάω στην Αγορά” ή “στη Λαϊκή”, “στο Σουπερμάρκετ”. Ώσπου σιγά σιγά στα γύρω χωριά άρχισε να ταυτίζεται με το όνομα του ίδιου του οικισμού όπου γινόταν η αγορά των σιτηρών και με τη χρήση να καθιερώνεται σαν τοπωνύμιο. Η ίδια η σημασία του ονόματος ήταν τόσο χρηστική και τόσο σημαντική, ώστε το όνομα να γίνει πολύ φυσικά το μόνο εύχρηστο, παραμερίζοντας σιγά σιγά το παραδοσιακό Λαμία. Και καθώς αργότερα, στον ελληνόφωνο πληθυσμό, η σημασία (σιταποθήκη κλπ.) του σλαβικού ονόματος χανόταν, το Ζητούνι γινόταν πια αισθητό σαν η κανονική ονομασία της πόλης. Τόσο βασική και ζωντανή ήταν όμως η λειτουργία του πράγματος, ώστε, παράλληλα, το όνομα «ξαναγεννιόταν» αργότερα με την ελληνική μορφή Σιταροπάζαρο σαν ένα νέο «σήμα κατατεθειμένο».

Τη διαχρονικότητα αυτής της λειτουργίας καταδείχνει και η ακόμα νεότερη εξέλιξη, όταν η πορεία των εμπορικών πραγμάτων έκανε την παραδοσιακή μορφή της αγοράς σιτηρών ξεπερασμένη. Δημιουργήθηκε βαθμιαία στη συνέχεια η σημερινή Πανελλήνια Γεωργική Έκθεση Λαμίας που γίνεται κάθε Μάιο διασώζοντας και διαιωνίζοντας μια παλιά πραγματικότητα. Αυτή είναι, φανερά και σύμφωνα με μια εντυπωσιακή κοινωνικοοικονομική εξελικτική νομοτέλεια, η σύγχρονη διάδοχος του Σιταροπάζαρου.

Επομένως, ανάμεσα στα άλλα, κάτω από το φως αυτών των στοιχείων και μ’\ αυτή τη συλλογιστική, η κρατούσα αντίληψη για το τοπωνύμιο δείχνει να χωλαίνει σημαντικά. Μέσα από τα τόσα παρετυμολογικά πάθη του η διαμόρφωσή του εμφανίζεται σαν προϊόν μιας ελληνοσλαβικής γλωσσικής διαδικασίας με αφετηρία το ελλ. σιτώνιον ή / και το σιτών -ώνος τροποποιημένο από επίδραση του σλαβ. žito. Σαν πιθανότερη κίνηση μας φαίνεται να προηγήθηκε ένα ελλ. *Σιτώνι ή (και ήδη) *Σιτούνι που εξελίχθηκε σε Ζητούνι κατά τη χρήση του από τους σλαβόφωνους.

Παράλληλα οδηγούμαστε στην πεποίθηση ότι το Ζητούνι δεν ήταν όνομα μιας γεωργικής έκτασης με χωράφια σιτηρών, με τις καλλιέργειες όλης της πεδιάδας, όπως είχε νομιστεί. Θα ξεκίνησε σαν “σιταποθήκη” και στη συνέχεια διατηρήθηκε σταθερά σαν το όνομα ενός σημαντικού εμπορικού κέντρου, με προεξάρχουσα την εμπορία των σιτηρών. Δε δήλωνε κάποια υποτιθέμενα “σιταροχώραφα” αλλά το μέρος όπου γινόταν το χαρακτηριστικό της πόλης, καθιερωμένο και πασίγνωστο λαμιώτικο “Σιταροπάζαρο”.

Τελικά πάντως, μπορούμε βάσιμα να θεωρήσουμε ότι εκείνη η αρχική σιταποθήκη είχε ανεγερθεί από το βυζαντινό κράτος μέσα στο καλά οχυρωμένο κάστρο της πόλης για την εξασφάλιση των σιτηρών σε καιρό πολέμου. Και ότι, σε πρώτη φάση, Ζητούνι λεγότανε το ίδιο το Κάστρο της Λαμίας.

Βιβλιογραφία

Αναγνωστόπ.: Αναγνωστόπουλος Β., Ο Δομοκός στη δημοτική μας ποί-
ηση, Χρονικά της Επαρχίας Δομοκού, 12 (2002), σελ. 32-46.

Αναγνώστου Γεώργιος Κ., Το Ζητούνι, 600 – 1446 μ.Χ., Λαμία 1977, 102
σελ.

Βελέντζας Αθ., Επισήμανση λαθών σε ονόματα και σε γεωγραφικά στοι-
χεία παλιών οικισμών Ν και ΝΑ Φθιώτιδας, Φθιωτική Ιστορία, Πρα-
κτικά 4ου Συνέδριου (Νοέμβρ. 2007), 251-265, Λαμία 2010.

Bορτσ.: Bορτσέλας I., Φθιώτις η προς Nότον της Όθρυος, Aθήνα 1907. Eπανέκδοση (φωτογραφική ανατύπωση) εκδ. Kασταλία, Aθήνα 1973, 524 σελ.

Brunet Fr., Sur l’ hellénisation des toponymes slaves en Macédoine byzantine, Travaux et Mémoires 9 (1985), p. 235-265, diffusion De Boccard. Paris.
Chalkondyles (Chalkokandyles = Χαλκοκονδύλης Λαόνικος), Historiarum Demonstrationes, E. Darcó, Budapest 1922.

Γαρδίκης Δ., Τα Χρονικά Λαμίας, Λαμία 1950.

Δαβαν. - Σταυρ.: Δαβανέλλος Ν. – Σταυρόπουλος Γ., Λαμία με τη γραφίδα των περιηγητών (1159 1940), εκδ. Οιωνός, Λαμία 2005, 202 σελ.

Dayre J., Deanović M., Maixner R., Hrvatskosrpsko-francuski rječnik, Novinarsko Izdavačko Produzeće, Zagreb 1960.

Δελόπ. Μπογομίλου: Δελόπουλος Γ., Στου Μπογομίλου: Τοπωνύμιο «εποχής» με θρησκευτική ιστορική σημασία, Πρακτικά Πανελληνίου Συνεδρίου «Η Υπάτη στην εκκλησιαστική ιστορία, την εκκλησιαστική τέχνη και τον ελλαδικό μοναχισμό» (Υπάτη 8-10 Μαΐου 2009), 121-133, Αθήνα 2011.

Δελόπ. Νεχώρι: Δελόπουλος Γ., Πώς αναφέρει το Νεχώρι ο περιηγητής Πουκεβίλ, Απίστευτο το πλήθος των λαθών, Nεχωρίτικα [περ. Συλλόγου Nεοχωριτών Yπάτης] 33 (2005), 51-59.

Δελόπ. Υπάτη: Δελόπουλος Γ., Υπάτη: Οι πολλές μεταμορφώσεις ενός και του ίδιου ονόματος, Ονόματα, Revue Onomastique 20, Ονοματολογικά Φθιώτιδας, Πρακτικά Ε’ Ονοματολογικού Συνεδρίου, Λαμία 3-5 Οκτ. 2008, έκδ. Ελληνικής Ονοματολογικής Εταιρείας, Αθήνα 2013, 113-130. —Άλλη δημοσίευση της ίδιας βασικά εργασίας με τον υπότιτλο: Μέρος Β' Νέαι Πάτραι και άλλα μεσαιωνικά, Υπάτη [περ. Συνδέσμου Υπαταίων] 52 (Δεκ. 2009), 30-55.

Δημητράκος Δ., Μέγα λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης, Αθήνα (τόμος ΙΓ', 1964).

Dukas Michael, Historia Byzantina, Imm. Bekker, Bonn 1834.

Заимов Йордан, Заселване на Българските Славяни на Балканския Полуостров, София 1968.

Ζαφειρίου Μ., Ζητινός, Ζίντζος, Τζίντζιος, Σιτοχώρι, Αθήνα 2000 [Ανατύπωση από τα Ιστορικογεωγραφικά τόμ 7 (1997-98)].

Иоаннидис А., Русско-новогреческий словарь, изд. «Советская
Энциклопедия», Москва 1966.

Iviron: Lefort J., Oikonomides N., Papachryssanthou D., Actes d ́Iviron II, éd. P. Lethielleux, Paris (XIIIe) 1990.

Ληκ: Leake Martin William, Trawels in Northern Greece, Vol. II, London 1835. -Απόσπασμα μεταφρασμένο: «Πώς είδε την Ανατολική Στερεά Ελλάδα κατά το 1805 ο Άγγλος περιηγητής W. M. Leake», περ. Στερεά Ελλάδα, Νοέμβριος 1980, 14 κ.π.

Liddell - Scott: Liddell H. - Scott R., Μέγα λεξικόν της ελληνικής γλώσσης, εκδ. Σιδέρης, Αθήνα χ.χ.

Liddell – Scott Συμπλήρωμα: Liddell H. - Scott R., Συμπλήρωμα του μεγάλου λεξικού της ελληνικής γλώσσης, εκδ. Σιδέρης, Αθήνα χ.χ.

Λιουκ: Αντόνιο Ρούβιο υ Λιουκ (Antonio Rubio y Lluch), Περί των καταλανικών φρουρίων της ηπειρωτικής Ελλάδος (αναστατική επανέκδοση, Κουλτούρα, Αθήνα 1991 (αρχική, εκδόσεις Εστία,
Αθήνα 1912), σελ. 96.

Μαλιγκούδης Φ., Η Θεσσαλονίκη και ο κόσμος των Σλάβων, Θεσσαλονίκη 1991.

Malingoudis Ph. Studien zu den slavischen Ortsnamen Griechenlands. 1. Slavische Flurnamen aus der Messenischen Mani, Abhandlungen der Geistes- und Sozialwissenschaftlichen Klasse, 1981. Nr. 3, Akademie der Wissenschaften und der Litteratur.

Markl Otto, Ortsnamen Griechenlands in “fränkischer” Zeit, Verlag –Böhlau, Graz-Köln 1966, 66 σελ.

Νάτσιος βιβλ.: Νάτσιος Δημήτριος, Τα βιβλιοπωλεία της Λαμίας, Φθιωτικά Χρονικά 24 (2003), Λαμία.

Νάτσιος εμπόρ.: Νάτσιος Δημήτριος, Το Λαμιώτικο εμπόριο στα μέσα του 19ου αιώνα, Φθιωτικά Χρονικά 6 (1985), Λαμία.

Νάτσιος ιστορ.: Νάτσιος Δημήτριος, Το ιστορικό κέντρο της Λαμίας, Φθιωτικά Χρονικά 28 (2007), Λαμία.

Νάτσιος παζάρι: Νάτσιος Δημήτριος, Το παζάρι της Λαμίας και η ιστορία του, εφημ. Εθνικός Αγών, 13-9-1970 Λαμία.

Νάτσιος χρονολ.: Νάτσιος Δημήτριος, Χρονολόγιο της Λαμίας, εκδ. Βιβλιοπωλείο “το Λυχνάρι”, Λαμία 1997.

Οικονόμος ο εξ Οικονόμων Κωνσταντίνος, Δοκίμιον περί της πλησιεστάτης συγγενείας της Σλαβονορωσσικής γλώσσης προς την Ελληνικήν, τόμοι 3, Πετρούπολη 1828.

Παπαν. τραγ.: Παπαναγιώτου Δημήτρης, Νεχωρίτικα τραγούδια, Αθήνα 1977.

Παπαχρ.: Παπαχρίστου Κ. Α., Παρνασιώτικα, Αθήνα 1984.

Pitton de Tournefort Joseph, Relation d’un voyage du Levant, II, Lyon 1717.

Πλατής Γεώργιος Αλ., Λαμία, ιστορική και κοινωνική έρευνα, Αθήναι 1973.

Pomardi S., Viaggio nella Grecia, Roma 1820.

Πουκ.: Πουκεβίλ Φρ., Ταξίδι στην Ελλάδα: Στερεά Ελλάδα, Αττική, Κόρινθος, Αθήνα 1995.

Προκόπιος ο Καισαρεύς, Περί κτισμάτων [De aedificiis], μετάφρ. Σοφίας Κοκκίνου-Μαντά και Απόστολου Τζαφερόπουλου, εκδ. Γεωργιάδη, Αθήνα 1996.

Sadnik L.-Aitzetmüller R., Handwörterbuch zu den altkirchenslavischen Texten, Mouton & Co, ’S Gravenhage 1955.

Schlumberger G., Η Βυζαντινή εποποιία κατά τα τέλη της Ι' εκατονταετηρίδος, Βασίλειος Β' ο Βουλγαροκτόνος, μετάφρ. Ι. Λαμπρίδου, έκδ. Π. Δ. Σακελλαρίου, Αθήνα 1905. [Αρχική γαλλική έκδ. L’Épopée byzantine à la fin du dixième siècle, 3 τόμοι, εκδ. Hachette, Paris 1896-1905].

Skok Petar, Etimologijski rječnik hrvatskoga ili srpskoga jezika, Zagreb 1973.

Svoboda Jan, Staročeská osobní jména a naše příjmení, Nakladatelstvi Československé Αkademie věd, Praha 1964, 317 σελ.

Συμεωνίδης Χ., Ετυμολογικό λεξικό των νεοελληνικών οικωνυμίων, τ. Α', Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου, Λευκωσία-Θεσσαλονίκη 2010.

Tόπος και εικόνα, εκδ. Ολκός, Aθήνα 1978 κ.π.

Τσελεμπί Εβλιά, Ταξίδι στην Ελλάδα (1668), εκδ. Εκάτη, 1991.

Τσιτσάς Σερ., Τουριστική Φθιώτις, (ανάτυπο του περ.) Φθιώτις, 1957.

Фасмер Этим.: Фасмер M., Этимологический словарь русского языка, том II, изд. «Прогресс», Москва 1986.

Vasmer Slav.: Vasmer M., Die Slaven in Griechenland, Abhandlungen der Preussischen Akademie der Wissenschaften. Jahrgang 1941,

Philosophisch-historische Klasse, Nr. 12. Επανέκδοση Leipzig 1970.

Χατζιδάκης Γ., Μεσαιωνικά και νέα ελληνικά, τόμ. Α’ (ανατύπωση του 1991 από την α’ έκδ. του 1905), εκδ. Βασιλείου, Αθήνα.

Щерба Л. В. и Mатусевич М. И., Русско-французский словарь, Государственное Издательство Иностранных и Национальных Словарей, Москва 1956.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πολύ χρήσιμες οι βιβλιογραφικές υποδείξεις των φίλων Θανά-
ση Βελέντζα και Περικλή Αστρακά.

Σύντομο βιογραφικό

Γέννηση στην Αθήνα το 1935. Παιδικά χρόνια μοιρασμένα ανάμεσα στην Αθήνα και στα χωριά της Φθιώτιδας Αμαλώτα και Νεχώρι. Δίπλωμα καθηγητή Γαλλικού Ινστιτούτου Αθήνας και διορισμός το 1957. Γλωσσολογικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού (στη Σορβόννη την πριν από το Μάη του ’68), μεταπτυχιακές στην École des Hautes Études στο Παρίσι και στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης.
Καθηγητής σε διάφορα εκπαιδευτικά ιδρύματα και τελικά στο Ε.Μ.Πολυτεχνείο από το 1976 (για τρεις δεκαετίες και μέλος της Συγκλήτου για πολλά χρόνια). Συγγραφή λεξικών και διδακτικών βιβλίων. Πολλές διαλέξεις και δημοσιεύσεις γλωσσολογικού κύρια αλλά και λαογραφικού και πολιτιστικού περιεχόμενου. Συμμετοχή με γλωσσολογικές ανακοινώσεις σε συνέδρια τοπικά, εθνικά και διεθνικά. Διοργανωτής του Α' Συνέδριου Φθιωτικών Ερευνών, Γλώσσα-Ιστορία-Λαογραφία (Λουτρά Υπάτης, Απρ. 1990).

Ζητούνι: η τεθλασμένη διαδρομή ενός τοπωνύμιου

Δελόπουλος Γιώργος
γλωσσολόγος

πηγή: Δελόπουλος Γιώργος «Ζητούνι: η τεθλασμένη διαδρομή ενός τοπωνύμιου» (ΠΡΑΚΤΙΚΑ 5ου Συνεδρίου Φθιωτικής Ιστορίας)

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΘΕΜΑΤΟΣ kaliterilamia.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.