Γεώργιος Παππάς (Αθήνα, 1903 - Αθήνα, 1958)

Ο Γιώργος Παππάς, γιος της ποιήτριας Θεώνης Δρακοπούλου (Μυρτιώτισσας), που γεννήθηκε το 1903, σπούδασε γεωπονία στη Γενεύη και το Μονπελιέ, όπου παντρεύτηκε και απέκτησε ένα γιο. Το 1925 διορίστηκε στη Γεωργική Σχολή της Βυτίνας, αλλά τελικά προτίμησε το θέατρο - είχε ανατραφεί σε θεατρικό περιβάλλον και είχε γνωρίσει στη Γαλλία πολλούς διάσημους ηθοποιούς. Πρωτοβγήκε στη σκηνή (ως ηδοποιός και μεταφραστής) με το «Ο Πρώτος και ο Δεύτερος» του Μομ (19 Ιουνίου 1931). Την άλλη μέρα τα «Αδηναϊκά Νέα» σχολίασαν: «Η πρώτη εμφάνισις του νεαρού κ. Παππά υπήρξε ικανοποιητική και ιδίως εις την εκδήλωσιν του έρωτός του προς την
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΠΑΣ
Λίζαν, καίτοι ομιλούσε με κάποιαν δειλίαν προς την σκηνογραφίαν και απέστρεφε το πρόσωπον από το χάος της πλατείας. Οταν όμως, παρουσία των άλλων ...έριχνε βλέμματα λαχτάρας προς την Λίζαν, επέτυχε να δώσει την εντύπωσιν της πρώτης ερωτικής ανησυχίας με μεγάλην άδελην φυσικότητα». Την εντύπωση αυτή ο Παππάς τη δικαίωσε με συνεχή άνοδο στα είκοσι επτά χρόνια της σταδιοδρομίας του. Γρήγορα, πριν συμπληρωθεί χρόνος, του δόδηκε ρόλος «πρώτου εραστή». Ξεχώρισε τελειωτικά στα 1937 («Ελισάβετ») και τον άλλο χρόνο στο «Η λαίδη Μπέτσυ εξοφλεί». Στον «Ταξιδιώτη χωρίς Αποσκευές», σε δική του μετάφραση, έδειξε με ένταση το ιδιαίτερο καλλιτεχνικό γνώρισμά του, τη μελαγχολία του. Από το 1941 άρχισε να σχηματίζει δικούς του θιάσους κι έπαιζε και σε άλλων (με την Κοτοπούλη, τον Βεάκη, την
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΤΡΑΙΝΟΥ (1958)
Παπαδάκη και τον Μυράτ). Η κοινή γνώμη τον θεώρησε «γόητα». Στον Παππά, η φυσική γοητεία πλουτιζόταν από μια εσωτερική καλλιέργεια όχι τυχαία, ούτε στατική. Ο Γιάννης Σιδέρης, ο μεγάλος ιστορικός του ελληνικού θεάτρου, έγραψε γι’ αυτόν, όταν πέθανε πρόωρα, από καρκίνο, στις 3 Μαΐου 1958: «Ηξερε, όπως λέει ο Άμλετ, «ακόμα και στον ανεμοστρόβιλο του πάθους να κρατάει μια μετριοπάθεια και να το μαλακώνει». Μπόρεσε να υψώσει την κοσμική του ιδιότητα σε θεατρική αξία. Το κυπαρισσένιο παρουσιαστικό του δεν το πρόβαλε ως φυσική ομορφιά παρά ως ένα όργανο υπάκουο στο πνεύμα. Δεν ήταν αυτάρεσκος. Επιπλέον ρύθμιζε με ακοίμητη σκέψη τι του ταίριαζε να παίζει. Στην κόλαση, πολλές φορές, που λέγεται θέατρο, θεληματικά δεν έβλαψε κανένα. Σαν πολύτιμο άνθος σε θερμοκήπιο καλλιεργούσε μέσα στην καρδιά του την καλοσύνη, και με αυτήν εξωράιζε τις ερμηνείες του. »Με την καλοσύνη εφόδιό του δίδαξε σε δραματικές σχολές και πρόσεξε το άδικα περιφρονημένο βουλεβάρτο, που η μέθοδός του είναι τόσο απαραίτητη. Άξιοι πρωταγωνιστές συντονίζουν τους ρόλους τους με τους δικούς του εκφραστικούς τρόπους. Κάτι σαν μια “σχολή” μας κληροδότησε, και το πάντα οδυνηρό πένθος του χαμού του, που παρηγοριά δεν έχει...».


from ανεμουριον https://ift.tt/35419fQ
via IFTTT
Από το Blogger.