Η Μεσολυμπιάδα του 1906 και ο θρύλος του Τόφαλου

Κατά την έναρξη της Μεσολυμπιάδας οι βασιλικές οικογένειες της Ελάδας και της Αγγλίας φτάνουν στο Καλλιμάρμαρο (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).
Αμέσως μετά την επιτυχημένη ολοκλήρωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896, εκφράστηκε από ελληνικής πλευράς το αίτημα για μόνιμη διεξαγωγή τους στην Αθήνα. Ωστόσο, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή παρέμενε σθεναρά αντίθετη, θεωρώντας ότι η πρόταση αντίκειτο στον διεθνή χαρακτήρα της διοργάνωσης. Ο συμβιβασμός των δύο πλευρών επήλθε με την αποδοχή της θέσπισης ξεχωριστών αγώνων, οι οποίοι θα τελούνταν μόνιμα στην Αθήνα κατά τα διάμεσα των κανονικών ολυμπιάδων. Λόγω όμως των πολιτικοικονομικών εξελίξεων οι οποίες ακολούθησαν τον Πόλεμο του 1897, μόλις το 1906 στάθηκε εφικτή η διοργάνωση της πρώτης, και μόνης, Μεσολυμπιάδας.
Δημήτριος Τόφαλος (1884-1966), ο θρυλικός Έλληνας αρσιβαρίστας σε έγχρωμη χρωμολιθογραφία του Σωτ. Χρηστίδη (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).
Η εμπειρία του 1896 συνέβαλε κατά πολύ στην επιτυχημένη διοργάνωση και διεξαγωγή των αγώνων του 1906, οι οποίοι διάρκεσαν από τις 9/22 Απριλίου έως τις 22 Απριλίου / 2 Μαΐου με τη συμμετοχή 900 περίπου αθλητών και για πρώτη φορά και αθλητριών, από 18 χώρες. Οι νίκες των Ελλήνων αθλητών (9 πρώτες, 20 δεύτερες, 13 τρίτες θέσεις) προκάλεσαν μεγάλο ενθουσιασμό στους 50.000-60.000 θεατές, οι οποίοι σε καθημερινή βάση παρευρίσκονταν στο πλήρως πλέον αναμαρμαρωμένο Παναθηναϊκό Στάδιο. Ειδικά ο πρώτος νικητής στην άρση βαρών με δύο χέρια, ο Δημήτριος Τόφαλος, με τη σωματική διάπλαση και τις επιδόσεις του γνώρισε την αποθέωση και αναδείχτηκε σε σύμβολο δύναμης. Στη διάρκεια των αγώνων η εορταστική ατμόσφαιρα στην πόλη ενισχύθηκε από τις καλλιτεχνικές φωταγωγίες, από εκδηλώσει σε αρχαιολογικούς χώρους, μουσεία και θεατρικές παραστάσεις, γυμναστικές επιδείξεις, ομιλίες και παράθεση γευμάτων σε ξένους προσκεκλημένους. Οι Μεσολυμπιακοί Αγώνες του 1906 κρίθηκαν σε κάθε έκφανσή σαν επιτυχημένοι δημιουργώντας ευμενείς εντυπώσει διεθνώς και συμβάλλοντας στην ανανέωση του κύρους των Ολυμπιακών Αγώνων, το οποίο είχε δεχτεί ισχυρό πλήγμα ύστερα από τον αρνητικό απολογισμό των διοργανώσεων του 1900 στο Παρίσι και του 1904 στο Σεντ Λούις. Παρ’ όλα αυτά, οι Αγώνες του 1906 ποτέ δεν περιλήφθηκαν στον επίσημο κατάλογο της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1908 είχαν ανατεθεί αρχικά στη Ρώμη, αλλά λόγω εσωτερικών προβλημάτων η Ιταλία παραιτήθηκε από τη διοργάνωσή τους κατά τη διάρκεια της Μεσολυμπιάδας του 1906 στην Αθήνα. Οι αγώνες του 1908 θα διεξάγονταν τελικά στο Λονδίνο, με τους Βρετανούς να κατορθώνουν μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια να προετοιμάσουν μια τεχνικά άρτια διοργάνωση, αναβαθμίζοντας το κύρος του θεσμού. Στους Ολυμπιακούς του 1908, που διάρκεσαν από τις 27 Απριλίου έως τις 31 Οκτωβρίου με τη συμμετοχή 2.000 αθλητών από 22 χώρες, έγινε προσπάθεια κωδικοποίησης των κανονισμών διεξαγωγής των αγωνισμάτων και καθιερώθηκε για πρώτη φορά η απονομή χρυσών μεταλλίων στους πρώτους νικητές. Ωστόσο, εκφράστηκαν βάσιμες διαμαρτυρίες σχετικά με την επιλογή αποκλειστικά Βρετανών κριτών και τη μεροληπτική στάση τους υπέρ των Βρετανών αθλητών. Στην Ολυμπιάδα του 1908 σημειώθηκε, κατά τη διεξαγωγή του μαραθώνιου δρόμου, ένα περιστατικό το οποίο προκάλεσε το διεθνές ενδιαφέρον και θεωρήθηκε ύψιστη έκφραση του ολυμπιακού ιδεώδους. Ο Ιταλός Πιέτρι Ντοράντο εισήλθε πρώτος στο στάδιο με φοβερή σωματική εξάντληση και παρά τα διαδοχικά λιποθυμικά επεισόδια, κατόρθωσε υπό τις επευφημίες των θεατών να τερματίσει, υποβοηθούμενος όμως, με αποτέλεσμα τελικά να ακυρωθεί. Η ελληνική αποστολή που συμμετείχε στο τις Ολυμπιακούς Αγώνες του 1908 απαρτιζόταν από 20 αθλητές και κατέκτησε τρία αργυρά μετάλλια στον ελεύθερο ακοντισμό (Μιχαήλ Δώριζας), στο ύψος και στο μήκος άνευ φοράς (Κωστής Τσικλητήρας) και ένα χάλκινο στη σκοποβολή (Αναστάσιος Μεταξάς). Ο νικητής του 1906 Δημήτριος Τόφαλος δεν έλαβε μέρος στους αγώνες του 1908, εφόσον το άθλημα της άρσης βαρών δεν συμπεριλαμβανόταν πλέον στο επίσημο πρόγραμμα. Μάλιστα, λόγω οικονομικών προβλημάτων, ανακοίνωσε την αποχώρησή του από τον αθλητισμό και αναχώρησε για την Αίγυπτο.
Ο νικητής του Μαραθωνίου του 1896 (Σπύρος Λούης) και του 1906 (Μ. Ντ. Σέρινγκ) δια χειρός Σωτ. Χρηστίδη (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).
Αργότερα θα μετοικήσει στην Αμερική, θα δραστηριοποιηθεί σαν επαγγελματίας παλαιστής και θα διατελέσει προπονητής του επίσης παλαιστή Τζιμ Λόντου. Ο Τσικλητήρας, ο οποίος είχε επίσης λάβει μέρος στους Μεσολυμπιακούς του 1906 και κατέλαβε την 6η θέση στο ύψος άνευ φόρας, αλλά αποκλείστηκε στον προκριματικό στο μήκος άνευ φόρας, θα αναδειχτεί πρώτος νικητής άνευ φόρας στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1912 στη Στοκχόλμη, αλλά η λαμπρή σταδιοδρομία του θα διακοπεί από τον αιφνίδιο θάνατό του από μηνιγγίτιδα το 1913, κατά του Α' Βαλκανικού Πολέμου.


from ανεμουριον https://ift.tt/2qTwBiG
via IFTTT
Από το Blogger.