Η διαμάχη για τη γλώσσα

Η επίμονη ζήτηση μιας ενιαίας γλώσσας συνιστούσε ήδη ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της κοινωνικής ανησυχίας, αλλά και της πνευματικής δραστηριότητας των τελευταίων δεκαετιών πριν από την Ελληνική Επανάσταση. Η αναγνώριση της ενιαίας γλώσσας, ως κατ' εξοχήν ομογενοποιητικού στοιχείου του εθνικού συνόλου και κύριου μοχλού των αγώνων για την προαγωγή της εθνικής συνείδησης, υπήρξε αντικείμενο μεγάλης τριβής τους χρόνους εκείνους. Η στροφή προς την ομιλούμενη, ουσιώδες γνώρισμα του Διαφωτισμού, συνοδεύτηκε από σημαντικές αναταράξεις στους κόλπους της ελληνικής λογιοσύνης. Οι αναταράξεις αυτές έφεραν στο φως τις βαθιές διαφορές που υπήρχαν ανάμεσα στους παραδοσιακούς φορείς της παιδείας και τις νέες κοινωνικές δυνάμεις που έρχονται στο προσκήνιο, επιχειρώντας να διαχειριστούν, μόνες τους πλέον, τα ζητήματα της αυτογνωσίας και της αγωγής του έθνους. Το θέμα της γλώσσας ήταν επί αιώνες επιβαρυμένο από έναν ισχυρό κοινωνικό συμβολισμό, ο οποίος είχε κληρονομηθεί από τη μακρά παράδοση της αντίθεσης ανάμεσα στη γραπτή αττικίζουσα και την κοινή ομιλούμενη. Ο συμβολισμός αυτός δεν μπόρεσε να ξεπεραστεί, όπως συνέβη στην αντίστοιχη περίπτωση της λατινικής απέναντι στις άλλες εθνικές γλώσσες. Η λογοτεχνική ανάπτυξη την οποία γνώρισαν οι γλώσσες αυτές κατά την Αναγέννηση, τους είχε δώσει κύρος και είχε εξαλείψει την κοινωνική δυσπιστία που προκαλούσε η λαϊκότητα τους. Με την ίδρυση του ελληνικού κράτους, οι ιδέες του Διαφωτισμού υποχωρούν, μια και οι προβληματισμοί της ελληνικής κοινωνίας στρέφονται πλέον γύρω από την πολιτική και διοικητική της συγκρότηση. Τα επίσημα έγγραφα συντάσσονται στη λόγια γλώσσα και επανέρχεται ισχυρότερη παρά ποτέ η προκατάληψη της φθοράς και της παρακμής που έχει υποστεί η λαϊκή γλώσσα από την ξένη κατάκτηση. Το νέο κράτος θα αναζητήσει στα αρχαία ελληνικά καινούργιες λέξεις για τις καινούργιες έννοιες. Τουλάχιστον ως τα μέσα του 19ου αιώνα η καθαρεύουσα θα εξαρχαΐζεται όλο και περισσότερο. Ωστόσο, κατά την τελευταία εικοσαετία του 19ου αιώνα αρχίζουν να εκφράζονται συστηματικές αντιδράσεις στις ρομαντικές υπερβολές του αρχαϊσμού. Το γλωσσικό ζήτημα επανεμφανίζεται με το χαρακτηριστικό γνώρισμα των προεπαναστατικών διενέξεων: τη βαθιά σύγκρουση ανάμεσα σε αντιλήψεις, οι οποίες δεν αναφέρονται μόνο στη γλώσσα, αλλά στη συνολική προαγωγή της ελληνικής κοινωνίας. Από το 1880 ως το 1890 οι συστηματικές απόψεις που έχουν διατυπωθεί γύρω από το ζήτημα της γλώσσας είναι οι εξής: α. ο περαιτέρω εξαρχαϊσμός της καθαρεύουσας (Κωνσταντίνος Κόντος, Γλωσσικοί παρατηρήσεις, 1882), β. η επιστροφή «βαθμηδόν και αδιακόπως» στην ομιλούμενη (Δημήτριος Βερναρδάκης, Ψευδαττικισμού έλεγχος, 1884), γ. η διατήρηση και ο εξωραϊσμός της καθαρεύουσας εν αναμονή της εξέλιξης της ομιλούμενης (Γεώργιος Χατζηδάκις, Βάσανος Έλεγχος Ψευδαττικισμού ή Μελέτη επί της
ΛΑΪΚΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ, ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΙΜΑΤΗΡΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΣΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΚΑ ΤΟ ΝΟΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 1901 (ΑΘΗΝΑ, ΕΘΝΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ)
Νέας Ελληνικής, 1884) και δ. η καθιέρωση της δημοτικής σε όλες τις μορφές λόγου. Η τελευταία αυτή άποψη έχει μόλις αποκτήσει θεωρητικά-γλωσσολογικά θεμέλια (Ψυχάρης, Δοκίμια της Ιστορικής Νεοελληνικής Γραμματικής, 1884-86) και ιδεολογικό εξοπλισμό (Ψυχάρης, Το ταξίδι μου, 1888). Πρόκειται για στοιχεία που θα της επιτρέψουν να συσπειρώσει οπαδούς και, στη συνέχεια, να μετατρέψει τις συσπειρώσεις αυτές σε μαχητικό κίνημα. Την ίδια εποχή, εκτός από το έργο του Ψυχάρη, ισχυρή συνδρομή στη συγκρότηση της ιδεολογικής θεμελίωσης του δημοτικισμού και της σταδιακής διείσδυσης του στον πολιτισμικό και αργότερα στον κοινωνικοπολιτικό χώρο, υπήρξε το έργο του Εμμανουήλ Ροΐδη (Περί της σημερινής ελληνικής γλώσσης, 1885, Τα είδωλα, 1893), καθώς και η λογοτεχνική παραγωγή της Νέας Αθηναϊκής Σχολής, με κύριο εκφραστή τον Κωστή Παλαμά. Ας σημειωθεί ότι το εκσυγχρονιστικό ρεύμα των τρικουπικών χρόνων ήταν ένα ρεύμα που πήγαζε από τα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα της περιόδου και το οποίο προσπάθησε να δώσει λύσεις αναγκαστικά ανατρεπτικές παλαιών και κατεστημένων δομών και συμπεριφορών. Το ρεύμα αυτό εισήλθε σταδιακά στο χώρο του πολιτισμού και από τη δεκαετία του 1880 άρχισε να συμπαρασύρει και την υπόθεση της γλώσσας. Έτσι, στο γλωσσικό ζήτημα θα έρθουν να προστεθούν εκ νέου συμβολισμοί που έχουν σχέση με την ομιλούμενη γλώσσα και οι οποίοι προέρχονται από το οπλοστάσιο της νεωτερικότητας και του Διαφωτισμού. Η εθνική γλώσσα πρέπει να είναι η γλώσσα του λαού, η γλώσσα της λαϊκής παιδείας, η γλώσσα του αντιπροσωπευτικού συστήματος, η γλώσσα της ισότητας. Ήδη διαφαίνονται τα στοιχεία που θα συγκροτήσουν τη μελλοντική δραματική αντιπαλότητα στο γλωσσικό πεδίο. Στις αρχές του 20ού αιώνα έχουν διαμορφωθεί οι νέοι όροι με τους οποίους θα εμφανίζεται εφεξής το γλωσσικό ζήτημα: θεσμική επέμβαση στην αντιπαλότητα, από την πλευρά των καθαρολόγων, δημιουργία κινήματος από την πλευρά των δημοτικιστών. Το κίνημα αυτό θα φιλοδοξεί να είναι εθνικό, πολιτικό, φιλελεύθερο, επιστημονικό και με στόχους εκσυγχρονιστικούς. Θα υποστηριχθεί από τη δυναμική παρουσία, το έργο και την οικονομική ενίσχυση λογίων και επιχειρηματιών της Διασποράς (Αλέξανδρος Πάλλης, Αργύρης Εφταλιώτης, Πέτρος Βλαστός, Πηνελόπη Δέλτα, Φώτης Φωτιάδης). Αποτέλεσμα της δράσης αυτής, συνδεδεμένης με το αίτημα για τη συναρμογή της δημοτικής γλώσσας με την εκπαίδευση θα είναι η δημιουργία συλλόγων - Εθνική Γλώσσα (1905), Εκπαιδευτικός Όμιλος (1910), Φοιτητική Συντροφιά (1910) - και η έκδοση περιοδικών μαχητικών εντύπων: Ο Νουμάς (1903-1931), Δελτίο τον Εκπαιδευτικού Ομίλου (1911-1924). Οι ιδεολογικές, γλωσσικές, ακόμη και θεματικές συντεταγμένες του έργου και της δράσης των λογίων της διασποράς, εκείνη την περίοδο, διαμορφώνονταν, βέβαια, σε συνάφεια με την ιδιότητα τους ως μορίων του ελληνισμού και όχι ως κατοίκων και πολιτών του ελληνικού κράτους. Τούτο, όπως ήταν φυσικό, οδήγησε σ' ένα φαινόμενο που συνδέθηκε με το γλωσσικό ζήτημα και προσδιόρισε αποφασιστικά το ελληνικό κοινωνικό και πνευματικό γίγνεσθαι. Το φαινόμενο, δηλαδή, των δύο κλιμάκων πάνω στις οποίες γεννιόνταν, αναπτύσσονταν και κυρίως δοκιμάζονταν οι ιδέες και τα έργα των Ελλήνων λογοτεχνών και διανοούμενων: της κλίμακας του ελληνισμού και της κλίμακας της Ελλάδας. Ανάμεσα στους δύο κόσμους υπήρχε ένα οφθαλμοφανές συνδετικό στοιχείο, η κατ' εξοχήν απτή απόδειξη της ομοιογένειας τους: η γλώσσα. Η γλώσσα, λοιπόν, ήταν το πεδίο πάνω στο οποίο καλλιεργήθηκαν οι σχέσεις εξάρτησης και επιβολής, έλξης και άπωσης, σύμπνοιας και ρήξης, αποστροφής και θαυμασμού ανάμεσα τους. Από αυτήν την άποψη, ο ρόλος που έπαιξε ο εμπορικός οίκος Ράλλη ή, σωστότερα, που έπαιξαν ορισμένα στελέχη του στη διαμόρφωση ενός εκσυγχρονιστικού συστήματος ιδεών, το οποίο, μέσα από το κανάλι κυρίως του δημοτικισμού, διοχετεύτηκε και προς την Ελλάδα και προς άλλα κέντρα του ελληνισμού, αποτέλεσε μια εξειδίκευση του παραπάνω φαινομένου. Έτσι, σύμφωνα με τα πραγματολογικά στοιχεία που διαθέτουμε, κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα εργάζονταν στους Αδελφούς Ράλλη οι εξής ιστορικοί ηγέτες του δημοτικιστικού κινήματος: ο Αλέξανδρος Πάλλης, ο Αργύρης Εφταλιώτης, ο Δημήτρης Πετροκόκκινος, ο Πέτρος Βλαστός και ο αδελφός του Αμβρόσιος Βλαστός. Ζούσαν όλοι μεταξύ Αγγλίας και Ινδιών. Μόνο ο Πετροκόκκινος εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα μετά το 1909, ενώ ο Εφταλιώτης θα επιλέξει στα τελευταία χρόνια της ζωής του τη Γαλλία. Ταξίδευαν συνεχώς και εξέφραζαν μια κοινωνική ομάδα η οποία είχε, τηρουμένων των αναλογιών, πολλές ομοιότητες, ως προς τη σύνθεση και τη στόχευση, με τις αστικές δυνάμεις που συγκρότησαν την κοινωνική βάση του νεοελληνικού Διαφωτισμού κατά τους προεπαναστατικούς χρόνους. Οι άνθρωποι αυτοί πάλευαν, όπως και τότε, με το λόγο τους αλλά και με το χρήμα τους, για την ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης μέσα και έξω από την Ελλάδα, σε συνθήκες
ΓΙΑΝΝΗΣ ΨΥΧΑΡΗΣ (1854-1929). ΤΟ «ΤΑΞΙΔΙ» ΤΟΥ ΠΥΡΟΔΟΤΗΣΕ ΕΝΤΟΝΕΣ ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ.
κοινωνικής αρρυθμίας και εθνικής κρίσης, τις οποίες είχαν προκαλέσει ο πόλεμος του 1897 και, στη συνέχεια, το Μακεδονικό ζήτημα. Πάλευαν με όπλο τις ιδέες που τους είχε κληροδοτήσει ο Διαφωτισμός, αλλά όπως τις είχε προσαρμόσει στις ανάγκες του ο πολιτικοκοινωνικός φιλελευθερισμός της ευρωπαϊκής επιχειρηματικής τάξης με την οποία συνεργάζονταν. Οι στόχοι που έπρεπε να πραγματοποιηθούν ήταν η καθιέρωση της γλώσσας του λαού και η ανάπτυξη της παιδείας του. Τα μέσα που επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν ήταν η χρηματοδότηση ατομικών και συλλογικών προσπαθειών και παραγωγή προσωπικού έργου - λογοτεχνικού, επιστημονικού, μεταφραστικού. Με αυτά εφοδιάστηκε ο δημοτικισμός την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, κατά την οποία συλλογικοποιήθηκε και απέκτησε διαστάσεις κινήματος με κοινωνικοπολιτικά αιτήματα.
ΤΟ ΦΥΛΛΟ ΤΗΣ 29ΗΣ ΙΟΥΝΙΟΥ 1903 ΤΟΥ «ΝΟΥΜΑ», ΤΟΥ Δ. Π. ΤΑΓΚΟΠΟΥΛΟΥ.
Την ίδια περίοδο, στον ελλαδικό χώρο, και από ένα σημείο και πέρα, μέσα σ' ένα πλαίσιο αντιπαράθεσης με τους ιστορικούς αρχηγούς της διασποράς (Ψυχάρη, Πάλλη, Εφταλιώτη), εκείνο που κυρίως θα προβληθεί θα είναι η επιβαλλόμενη, αν όχι νομοτελειακή στις συνειδήσεις των δημοτικιστών, σύνδεση της δημοτικής με τον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης. Πρωταγωνιστές αυτής της περιόδου θα είναι ο Αλέξανδρος Δελμούζος, ο Μανώλης Τριανταφυλλίδης και ο Δημήτρης Γληνός, οι οποίοι, είτε ως εκφραστές θεσμών είτε ως διωκόμενοι από θεσμούς, θα χρησιμοποιήσουν τη δημοτική γλώσσα ως σύμβολο και ως εργαλείο για την προώθηση και την καλλιέργεια σημαντικών αλλαγών στην ελληνική κοινωνία. Επίσης το ίδιο χρονικό διάστημα η θεωρητική θεμελίωση του μαρξισμού στο χώρο των ελληνικών ιδεών (Γεώργιος Σκληρός, Το Κοινωνικόν μας Ζήτημα, 1907) και οι σοσιαλιστικές συσπειρώσεις που προκάλεσε, δημιούργησαν το πρώτο σοβαρό ρήγμα στις τάξεις των δημοτικιστών.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΛΛΗΣ
Αποτέλεσμα του ρήγματος αυτού, που χώρισε τους δημοτικιστές σε σοσιαλιστές και σε εθνικιστές, όπως οι ίδιοι αποκαλούσαν τους εαυτούς τους, ήταν ότι σε όλο τον 20ό αιώνα η δημοτική γλώσσα θα αντιμετωπισθεί ως φορέας ιδεολογίας από τους ίδιους τους οπαδούς της, με την πιο μεγάλη αντίφαση: από ορισμένους ως απόδειξη της εθνικής συνέχειας, από άλλους ως γλώσσα της λαϊκής βούλησης και από τρίτους ως όπλο της εργατικής τάξης. Οι κοινωνικές δυνάμεις που συγκρότησαν τους πόλους της γλωσσικής διαμάχης κατά τον 20ό αιώνα διέφεραν από τις αντίστοιχες του 18ου και του 19ου αιώνα κατά τούτο: Οι δημοτικιστές - εσωτερικά διαφοροποιημένοι - αποτελούσαν ένα σύνολο που ενεργούσε εκτός κρατικών θεσμών και που σκόπευε ή να διεισδύσει στους θεσμούς ή να τους ανατρέψει. Οι οπαδοί της καθαρεύουσας αποτέλεσαν ένα σύνολο που υποστηρίχθηκε από προσδιορισμένους φορείς εξουσίας (Εκκλησία, Κυβέρνηση, Πανεπιστήμιο) και που διέθετε επομένως τα όπλα που του εξασφάλιζε η εξουσία της οποίας ήταν φορέας. Αποτέλεσμα τούτου ήταν η βαθμιαία πρόσληψη της μεν δημοτικής ως συμβόλου ανατρεπτικού λόγου, της δε καθαρεύουσας ως συμβόλου αυθεντίας. Είναι φανερό ότι το είδος του γλωσσικού φανατισμού που καλλιεργήθηκε στη διάρκεια του 20ού αιώνα διέφερε αισθητά από το είδος του αντίστοιχου φανατισμού που αναπτύχθηκε στην ελληνική πνευματική ζωή του 19ου αιώνα. Από την ώρα που άρχισε να σταθεροποιείται η εικόνα του δημοτικισμού ως κινήματος, η αναμέτρηση πήρε άλλο χαρακτήρα. Δεν είχε σχέση με τη μισαλλόδοξη δυσπιστία που εκφράστηκε και από τις δύο πλευρές και η οποία οδήγησε σε ακραίες εκδηλώσεις γνώμης. Έτσι, ο Ψυχάρης είπε τον Καβάφη «καραγκιόζη» και ο Πέτρος Βλαστός έλεγε τον Παπαδιαμάντη «ελεεινό» και τον Κάλβο «στιχοπλόκο». Από την άλλη μεριά, ο Αλέξανδρος Ραγκαβής είχε γράψει, στα 1891, για τον Ύμνο του Σολωμού: «Ύμνος εκφράζων τα ύψιστα αισθήματα και τας ενθερμοτέρας του έθνους ψυχάς πρέπει και γλώσσης της ευγενεστέρας και υψηλότερος να ποιήται χρήσιν». Από τις αρχές του 20ού αιώνα κι έπειτα
ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ «ΟΡΕΣΤΕΙΑΣ» ΣΤΟ ΒΑΣΙΛΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟ ΝΟΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 1903.
η αναμέτρηση είχε σχέση με μέτρα που προβλέφθηκαν, ψηφίστηκαν και εφαρμόστηκαν με στόχο την πάταξη του δημοτικιστικού λόγου μέσα από το δρόμο της θεσμικής κύρωσης. Η σοβαρή πολιτική κρίση που σημειώθηκε εξαιτίας της μετάφρασης της Καινής Διαθήκης («Ευαγγελιακά», 1901) και λίγο αργότερα της Ορέστειας («Ορεστειακά», 1903) ήταν η απαρχή μιας μακράς πορείας τέτοιων φαινομένων. Όπως είναι γνωστό, η έκδοση της μεταφρασμένης Καινής Διαθήκης από τη βασίλισσα Όλγα (1898), καθώς και η μετάφραση του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου από τον Αλέξανδρο Πάλλη στην εφημερίδα «Ακρόπολις» (1901) ξεσήκωσε όχι μόνο την Εκκλησία αλλά και το λαϊκό αίσθημα. Από τη μεγάλη περιπλοκότητα των «Ευαγγελιακών» ας συγκρατήσουμε ότι το διακύβευμα δεν ήταν η δημοτική, αλλά η μετάφραση των Ευαγγελίων, άρα η ίδια η ελληνική γλώσσα ως αυταξία. Το γεγονός ότι η Καινή Διαθήκη, αλλά και η μετάφραση των Ο' της Παλαιάς Διαθήκης εξακολουθούσαν να διαβάζονται στη γλώσσα που γράφτηκαν, δηλαδή στην ελληνική, έδινε στα ελληνικά ιερά κείμενα μια αδιαμφισβήτητη πρωτοκαθεδρία. Αν άλλαζε η γλώσσα τους, θα εξισώνονταν με τα κείμενα που ήσαν μεταφρασμένα στις λατινικές και τις σλαβικές γλώσσες. Δεν είναι τυχαίο πως η πρώτη κοινοβουλευτική παρέμβαση στο γλωσσικό, λίγα χρόνια αργότερα (1907), είχε σχέση με αυτήν την πλευρά του ζητήματος. Σε νομοσχέδιο περί διδακτικών βιβλίων που κατατέθηκε στη Βουλή, ζητήθηκε με τροπολογία να προστεθεί παράγραφος η οποία να ορίζει ότι τα διδακτικά βιβλία συντάσσονται υποχρεωτικά «εν γλώσση απλή και καθαρευούση ίνα μη εισβάλη ο χυδαϊσμός εις το Σχολείον». Τα επιχειρήματα ήταν δύο. Το ένα εθνικό: Αυτή η γλώσσα αποτελεί «τον θεμέλιον λίθον της εθνικής ημών ενότητος». Το άλλο θρησκευτικό: «Η γλώσσα η Ελληνική (...) είναι η γλώσσα την οποίαν ο Θεός δις εμφαντικώτατα μετεχειρίσθη (...)». Τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης μεταφράστηκαν «κατά τρόπον ακατανόητον, κατά τρόπον αυτόχρημα θεόπνευστον» και «είναι ιστορικώς βεβαιωμένον (...) ότι ο Χριστός ωμνύει την Ελληνικήν. (...) Ημείς παραινούμεθα να παραιτηθώμεν της γλώσσης, την οποίαν (ομίλησε ο Θεός». Η τροπολογία δεν ψηφίστηκε τελικά. Η δημοτικιστική απειλή δεν έμοιαζε ακόμη τόσο μεγάλη ώστε η χρησιμοποίηση της καθαρεύουσας στη δημόσια ζωή να πρέπει να περιβληθεί την ισχύ νόμου. Δυόμισι περίπου χρόνια αργότερα θα προστατευθεί, όχι πια από νόμο, αλλά από ειδική συνταγματική διάταξη. Στο διάστημα αυτό η κλιμάκωση της καταστολής θα γίνει με διοικητικά μέτρα. Τον Μάιο του 1908 τιμωρήθηκαν από τον υπουργό Παιδείας με την ποινή της επίπληξης ο Κωστής Παλαμάς και ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικόλαος Χατζηδάκις για τη δημόσια δημοτικιστική τους τοποθέτηση. Με προσωρινή απόλυση τιμωρήθηκε και ο συγγραφέας Κώστας Παρορίτης, δάσκαλος τότε στην Ύδρα.


from ανεμουριον https://ift.tt/37WJito
via IFTTT
Από το Blogger.