Μάχη Υπάτης και μάχη Αετού


ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΥΠΑΤΗΣ ΚΑΙ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΑΕΤΟΥ
[Δυο μάχες, δυο ιστορικές στιγμές της Ρούμελης]
(Ιωάννα Χριστ. Αλεξοπούλου)
Αλαμάνα, Γραβιά, Χαλκομάτα, ονόματα συνδεδεμένα άρρηκτα με την Ελληνική Επανάσταση. Δεν είναι βέβαια μόνον αυτά. Κι όμως όσοι γράφουν για τον ξεσηκωμό του 1821 σπάνια αναφέρουν τη Μάχη του Πατρατζικιού1 ή τη Μάχη του Αετού που έλαβαν χώρα την ίδια περίοδο και με καθοριστικό ρόλο για την εξέλιξη του αγώνα. Γι' αυτό εμείς θα αναφερθούμε σ' αυτές τις δύο μάχες, προσπαθώντας να φωτίσουμε πτυχές, ίσως όχι τόσο γνωστές στους περισσότερους.
Βρισκόμαστε στον πρώτο χρόνο της Επανάστασης. Τα γεγονότα στην Πελοπόννησο ξεσήκωσαν και τους Στερεοελλαδίτες οπλαρχηγούς. Η καρδιά και η ψυχή τους φτερούγισε στην ιδέα της ελευθερίας. Με ενθουσιασμό και φιλοτιμία θα ενίσχυαν την επανάσταση.
Πανουργιάς στα Σάλωνα, Σκαλτσάς στο Λιδωρίκι και το Μαλανδρίνο, Γκούρας στο Γαλαξίδι, Αθανάσιος Διάκος στη Λιβαδειά, Δυοβουνιώτης στο Ζητούνι και στη Βοδονίτσα2. Όλη σχεδόν η Ανατολική Στερεά είχε επαναστατήσει τον Απρίλη του 1821.
Η Μάχη της Υπάτης
Η ορμητική κάθοδος του Ομέρ Βρυώνη και του Κιοσέ Μεχμέτ θορύβησε τους οπλαρχηγούς της Στερεάς. Έπρεπε με κάθε τρόπο να ανακόψουν το πέρασμα τους και να εμποδίσουν την προσπέλαση τους στην Πελοπόννησο. Στις 10 Απριλίου του 1821 συγκεντρώνονται στις Κομποτάδες οι οπλαρχηγοί των Σαλώνων, Λιβαδειάς και Ζητουνίου (Πανουργίας, Διάκος και Δυοβουνιώτης). Αποφασίζουν να επιτεθούν στο Πατρατζίκι. Η ενδεχόμενη κατάληψη του Πατρατζικιού θα οδηγούσε στην πτώση της Λαμίας (Ζητουνίου), καθώς Υπάτη και Λαμία ήταν τα στρατιωτικά κέντρα των Τούρκων στην περιοχή. Αξίζει να σημειωθεί πως η Υπάτη ήταν τότε έδρα τούρκου πασά, με 7.500 κατοίκους. «Κατά το ήμισυ Έλληνες και κατά το ήμισυ Τούρκοι, και Ιουδαίοι περί τους 300» (Βορτσέλας 475).
Έπρεπε όμως να συνεννοηθούν και με τον οπλαρχηγό της Υπάτης, τον Μήτσο Κοντογιάννη, ο οποίος δυσκόλευε την κατάσταση και δεν συμμετείχε. Τον κάλεσαν τρεις φορές αλλά εκείνος αρνιόταν, γιατί θεωρούσε πως η επανάσταση ήταν άκαιρη, άλογη και βλαπτική για την περιοχή. Τους έλεγε ότι θα κινδυνεύσει η Φθιώτιδα, παραβλέποντας πως ο αγώνας είχε κηρυχθεί για μία πατρίδα και όχι για τμήματα της. Την τρίτη φορά έστειλαν τον Γεώργιο Δεσποτόπουλο και τους αξιωματικούς του Διάκου, Καλύβα και Μπακογιάννη, τον συνάντησαν στη θέση Κούκος, αλλά και αυτή η συνάντηση ήταν άκαρπη. Έτσι το ελληνικό στράτευμα έμεινε στις Κομποτάδες αργό για οκτώ μέρες.

Μετά από πίεση των ανιψιών του και οπλαρχηγών του, και την απόφαση των άλλων οπλαρχηγών να επιτεθούν στην Υπάτη, έστω και χωρίς αυτόν, συμπράττει τελικά ο Μήτσος Κοντογιάννης μαζί τους και στις 18 Απριλίου αρχίζει η επίθεση από δύο μέτωπα. Εκείνος επιτίθεται από τα δυτικά (όπου βρίσκεται το ποτάμι Ξηριάς) κατεβαίνοντας από το Μοναστήρι του Αγάθωνα, ενώ από τα ανατολικά, από τους Βογομύλους3, οι Διάκος, Πανουργιάς, Δυοβουνιώτης με 2.000 άνδρες. Οι Τουρκαλβανοί της Υπάτης (περίπου 800), που είχαν ήδη πληροφορηθεί για την επανάσταση στα Σάλωνα, προετοιμάστηκαν για πόλεμο. Οχύρωσαν τα ισχυρότερα σπίτια, τα ελληνικά και τούρκικα δημόσια κτήρια (τζαμί, εκκλησία, ωρολογιοστάσιο4, πύργους). Και οδοφράγματα έκαναν ακόμη.
Η ελληνική επίθεση ήταν σφοδρή. Έκαψαν τα σπίτια στου Μπογομίλου και μπήκαν στην Υπάτη καίγοντας την πόλη και κυνηγώντας τους Τούρκους. Οι Τούρκοι περιορίστηκαν μόνο σε τέσσερα σπίτια, στο τζαμί και στο ωρολογιοστάσιο και τελικά συνθηκολόγησαν, αφού έγιναν διαπραγματεύσεις για την παράδοση της Υπάτης και την αναχώρηση τους για τη Λαμία, την επόμενη μέρα. Αλλά τα μεσάνυχτα της 18ης Απριλίου 1821 προς την 19ηΑπριλίου, είδαν οι Έλληνες από την Υπάτη πλήθος στρατού κάτω στο Λιανοκλάδι (απόσταση μόλις μιάμισης ώρας από την Υπάτη). Οι πασάδες Ομέρ Βρυώνης και Κιοσέ Μεχμέτ κατέβαιναν από τη Θεσσαλία προς την Πελοπόννησο, διέλυσαν το ελληνικό σώμα του Κομνά Τράκα στο χωριό Δερβέν - Φούρκα5 και στρατοπέδευσαν στο Λιανοκλάδι. Φοβούμενοι οι Έλληνες μια ενδεχόμενη κυκλωτική κίνηση των Τούρκων αναχώρησαν οι μεν στις Κομποτάδες και από εκεί θα συνέχιζαν για την Αλαμάνα, ο δε Μήτσος Κοντογιάννης προς το Μοναστήρι του Αγάθωνα, αφήνοντας πίσω «την πόλιν ημίκαυστον» (Φιλήμων 94).
Ο απολογισμός για τους Έλληνες, όσον αφορά τις υλικές ζημιές και το στράτευμα, ήταν μικρός. Μόνο έξι σκοτώθηκαν και πέντε πληγώθηκαν, ανάμεσα στους πληγωμένους και ο οπλαρχηγός της Αρτοτίνας Γιάννης Ρούκης. Η ηθική όμως ζημιά ήταν μεγάλη. Και αυτό ήταν κυρίως το αποτέλεσμα της ολιγωρίας του οπλαρχηγού Μήτσου Κοντογιάννη. Οι οκτώ μέρες αναμονής του ελληνικού στρατεύματος στις Κομποτάδες ήταν καθοριστικές. Ο αντίπαλος μπόρεσε και προετοιμάστηκε. Πρόλαβε να οργανώσει την αντίσταση του.
Η κατάληψη της Υπάτης απέτυχε και μαζί εγκαταλείφθηκε η προσπάθεια για την κατάληψη της Λαμίας. Το πεδίο έμενε ελεύθερο στους αντιπάλους. Το τέλος της εκστρατείας απρόσμενο για τα πρωτοπαλίκαρα που είχαν συγκεντρωθεί εκεί. «Τους Τούρκους της Υπάτης επολέμησαν ουχί εις μόνος οπλαρχηγός και μία μόνη επαρχία, αλλά τέσσαρες ομού οι ονομαστότεροι και τα εκλεκτότερα όπλα της Φωκίδος, Βοιωτίας, Λοκρίδος και Φθιώτιδος» (Φιλήμων 95).
Ποιος φανταζόταν τότε, πως σε λίγο θα ξεδιπλωνόταν η μάχη της Αλαμάνας με ακόμη πιο τραγικά αποτελέσματα για τον Αθανάσιο Διάκο και το απόσπασμα του;
Στο πλευρό των αγωνιστών σ' αυτή τη μάχη πολέμησαν με αυταπάρνηση πολλοί Νεχωρίτες, όπως προκύπτει και από τα πιστοποιητικά της Επιτροπής Εκδουλεύσεων (Αρχείο Εθνικών Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης).
Επίσημα καταγραμμένοι βρίσκονται: Αυγίκος Νίκος, Στώρος Γραμματικός ή Δανιήλ, Κοτσίλης Θανάσης ή Γεωργούσης, Παλαντάς Μήτρος, Κατσόγιαννος Πο.πα.παναγιώτου (Ιωάννης Παπαπαναγιώτου ΜπουρλΛντης) στο Νεχώρι γνωστός ως Γιό.\ λ ης Κο.τσόγιαννος, Παπαπαναγιώτου Κωσταντήςχ] Παπαδοκωσταντΐ]ς, Πολατης Μήτρος, Σαγιάτης Μήτρος, Σαγιάτης Γιάννης, Σκούρας Μήτρος, Τζιακατίκας Γιώργος (στους τωρινούς απογόνους Τσακατίκας), (για τα παραπάνω ονόματα βλ. Γ. Σκούρας, Το Νεχώρι 37-132), Θανάσης Λοΐτσας (Σκούρας, Νεχωρίτες 24-25), Γαρυπόπουλος Δημήτρης και Κατσαγάνης Νικόλαος (Λέλης. Λησμονημένοι 27-28), Τζιούμος Αθανάσιος και Παππαναγιώτου Γεώργιος (Λέλης. Έγγραφα 15-17), Βλ.αχογιώργος, ο οποίος μαζί με τον Αλ,ατόγιαννο και τον Παπαδήμα από το Σμόκοβο (τώρα Πύργος), τον Βασίλη Αλαμπάνο από τη Σέλιανη (τώρα Μάρμαρα) και τον οπλαρχηγό Κοντογιάννη έκανε την διαπραγμάτευση για την παράδοση της πόλης (Αναγνωστόπουλος 54)6.
Η πορεία των Τούρκων συνεχίζεται με ορμή στις μάχες της Χαλκομάτας (20 Απριλίου 1821), της Αλαμάνας (23 Απριλίου 1821) και στο Χάνι της Γραβιάς (8 Μαΐου 1821).
Μετά την επιτυχία των Ελλήνων στη μάχη της Γραβιάς, ο Ομέρ Βρυώνης προσπαθεί να προσεγγίσει τους Έλληνες και ζητά την υποταγή τους. άλλοτε απειλώντας τους και άλλοτε πολλά υποσχόμενος. Στέλνει μάλιστα μήνυμα στους οπλαρχηγούς, που βρίσκονταν στο χωριό Χλωμό (Οδυσσέας, Πανουργίας, Δυοβουνιώτης, Κοσμάς Σουλιώτης και Κατσικογιάννης), με τον Χρήστο Παλάσκα από τη Γραβιά και εκείνοι του απάντησαν: «Αν του βαστάη του πασσά, ας πάγη'ς τα Σάλωνα» (Φιλήμων 362).
Ο Ομέρ Βρυώνης κίνησε με 3000 άνδρες εναντίον των Βλαχοχωρίων της Γκιώνας. Τον αντιμετώπισε με επιτυχία ο Γκούρας, τους έτρεψε σε φυγή και του μήνυσαν οι βλαχοχωρίτες Οικονόμου και Αναγνώστης Γκέγκιος, πως: «Το έχομεν 'Ρωμαίικο' και μη μας φορτώνεσαι» (Φιλήμων 362). Επιστρέφει πίσω στη Βοδονίτσα και μαζί με τον Κιοσέ Μεχμέτ διαπιστώνει ότι οι Ρωμιοί δεν αστειεύονται και ότι δεν μπορούν πια να προχωρήσουν προς την Πελοπόννησο αφήνοντας πίσω τους «ζώσαν επανάστασιν» (Φιλήμων 362) στη Στερεά. Αποφασίζουν λοιπόν να εισβάλουν στη Βοιωτία, την Εύβοια και την Αττική, και αφού καταλάβουν τις επαρχίες αυτές, να προχωρήσουν προς την Πελοπόννησο περνώντας από τον Ισθμό της Κορίνθου.
Η μάχη του Αετού

Το στρατηγικό μυαλό του Οδυσσέα, αντιλήφθηκε την αλλαγή των σχεδίων του Ομέρ Βρυώνη και μαζί με τους άλλους οπλαρχηγούς αποφασίζουν ο μεν Οδυσσέας με 2000 άνδρες, μαζί με τον Δυοβουνιώτη και τον Αθανάσιο Μανίκα, απεσταλμένο του Πανουργία, να καταλάβει το Καστράκι, μεταξύ Γραβιάς και Δρυμαίας, που ήταν πέρασμα για τη Λιβαδειά και έτσι να εμποδίσει την κάθοδο των εχθρών στη Βοιωτία, ενώ οι υπόλοιποι οπλαρχηγοί με 1200 άτομα, να χτυπήσουν εκ νέου το Πατρατζίκι για αντιπερισπασμό. Η παρενόχληση στα μετόπισθεν θα ανάγκαζε τους Τούρκους να γυρίσουν πίσω στη Λαμία, αφήνοντας έτσι ελεύθερη τη διάβαση των Θερμοπυλών. Η ενδεχόμενη κατοχή της Υπάτης απειλούσε σοβαρά τις Θερμοπύλες και έτσι ο τούρκικος στρατός θα αναγκαζόταν να γυρίσει πίσω στη Λαμία, πριν κλειστεί η διάβαση των Θερμοπυλών.
Για την επίτευξη του άριστου, κατά τη σύλληψη, σχεδίου οι τρεις οπλαρχηγοί Γκούρας, Σκαλτσοδήμος και Σαφάκας με 1200 άνδρες συγκεντρώθηκαν στον Αετό, στη βουνοκορφή της Οίτης, ανάμεσα στα χωριά Νεχώρι και Καστανιά. Ο Γκούρας ανεβαίνοντας από τα Βλαχοχώρια της Γκιώνας, ο Δήμος Σκαλτσάς ή Σκαλτσοδήμος (οπλαρχηγός της Δωρίδας) από το στρατόπεδο του στο Μακρυκάμπι και ο Ανδρίτσος Σαφάκας, (οπλαρχηγός των Κραββάρων) με λίγο τακτικό στρατό και δύναμη ανδρών από το Νεχώρι και τα άλλα Βλαχοχώρια της Οίτης7, τη Χομίριανη8, το Σμόκοβο και την Καστανιά. Πολλοί ήταν οι Νεχωρίτες που πολέμησαν στη Μάχη του Αετού, είτε σαν τακτικοί πολεμιστές, είτε σαν έκτακτοι και εφεδρικοί αγωνιστές. Με βάση τη βιβλιογραφία και τα αρχεία παραθέτουμε τα παρακάτω ονόματα:
Αυγίκος Γεωργός, γνωστός και σαν Γιώργος Νεχωρίτης. Πήρε μέρος σε πολλές μάχες μα ιδιαίτερα πολέμησε στην Μάχη του Αετού, στην τοποθεσία όπου οι Αυγικαίοι είχαν τη στρούγκα τους. Εκεί, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, τάιζαν και έκρυβαν τους κλέφτες και τους αρματωλούς, αλλά και κάθε ένοπλο που έπαιρνε τα βουνά για εθνικούς σκοπούς.
Αυγίκος Νίκος, αδελφός του Γιώργου. Μπήκε επικεφαλής σε ομάδα συγχωριανών του (μπουλουξής) και πολέμησε στο πλευρό των οπλαρχηγών Σαφάκα και Σκαλτσοδήμου. Αξιόλογη ήταν η συμβολή του στη Μάχη του Αετού καθώς με τα άλογα και τα μουλάρια, που έθεσε στη διάθεση των οπλαρχηγών, κουβαλήθηκαν πολεμοφόδια και τρόφιμα. Από τη στάνη του χόρτασαν φαγητό οι 1200 άντρες που πολεμούσαν στον Αετό. Τα γιδοπρόβατα που έσφαξε ήταν πάνω από 500. Συμμετείχε και στη Μάχη της Υπάτης (1821).
Ζαγκανάς Γεωργός. Καταγόταν από την Παλούκοβα Ναυπακτίας και εγκαταστάθηκε στο Νεχώρι πριν την Επανάσταση. Ήταν από τους πρώτους που συμμετείχαν στο πλευρό των οπλαρχηγών. Διακρίθηκε στις μάχες και αναδείχθηκε σε αξιωματικό του αγώνα.
Κασσελάς Παναγιώτης. Το όνομα του το βρίσκουμε στο αρχείο του οπλαρχηγού Α. Σαφάκα. Συμμετείχε στον αγώνα και σε πολλές μάχες αλλά δεν έχουμε συγκεκριμένα στοιχεία, όπως συμβαίνει και με τον άλλο Νεχωρίτη αγωνιστή, τον Κελεπούρη.
Ντελόπουλος Θανάσης (στους τωρινούς απογόνους Δελόπουλος). Εκτός από την προσωπική του συμβολή στον αγώνα, διέθεσε και 1000 πρόβατα για τις ανάγκες των αγωνιστών. Παλαντάς Μήτρος. Καταγόταν από σουλιώτικη οικογένεια και όταν ήρθε στο Νεχώρι συνδέθηκε με τον οπλαρχηγό Κοντογιάννη, σαν οπλαρχηγός σωματάρχης. Κυνηγούσε τους Τούρκους στα ορεινά και στα πεδινά της περιοχής Πατρατζικιού και έγινε γνωστός με το παρατσούκλι Παφατζικιώτης. Οι αγωνιστές τον ξέρανε ως Παλαντά Πατρατζικιώτη ή Παλαντά Νεχωρίτη.
Κατσόγιαννος Παπαπαναγιώτου (Ιωάννης Παπαπαναγιώτου Μπουρλάντης) Γιος του Παπαπαναγιώτη Μπουρλάντη, παπά του Νιχωριού και προεστό του πατρατζικιού, με σπίτι στην Υπάτη που άξιζε πριν το 1820, 20-25 χιλιάδες γρόσια. Πολέμησε σαν μπουλουξής και στη Μάχη της Υπάτης και στη Μάχη του Αετού. Μετά την απελευθέρωση εγκαταστάθηκε στο Νεχώρι και έγινε Δήμαρχος Καλλιέων.
Ραχιώτης Θανάσης. Κτηνοτρόφος, πολέμησε ηρωικά στο πλευρό του Σαφάκα στη Μάχη του Αετού και έσφαξε πολλά γιδοπρόβατα για τους αγωνιστές που ήταν στην Πάθενα, όπου είχε τη στρούγκα του.
Σαγιάτης Μήτρος και Σαγιάτης Γιάννης. Συγκρότησαν ομάδα από Χωριανούς, μπήκε επικεφαλής ο Μήτρος και ακολούθησαν τους οπλαρχηγούς σε όλες τις μάχες της Ρούμελης. Ξόδεψαν όλη τους την περιουσία για την ευόδωση του αγώνα.
Χονδραλής Κώστας. Στο πιστοποιητικό αναφέρεται πως πέρα από την προσωπική του συμμετοχή στον αγώνα (ήταν μπουλουξής), πρόσφερε και υλική βοήθεια. Πρόσφερε 500 πρόβατα στον Ανδρούτσο και στον Μακρυγιάννη για να χορτάσουν τους άντρες τους.
Σκούρας Μήτρος, Πολίτης Μήτρος, Καθάριος Γιάννης, Κοντός Δήμος ή Κοντοδήμος Δημήτριος, Τζιακατίκας Γιώργος (στους τωρινούς απογόνους Τσακατίκας), Τσούμος Ηρακλής, Τσούμος Παναγιώτης (για τα παραπάνω ονόματα βλ. Σκούρας, Το Νεχώρι 37-145), Θανάσης Λάίτσας (Σκούρας, Νεχωρίτες 24-25), Δημήτρης Γαρυπόπουλος και Νικόλαος Κατσαγάνης (Λέλης, Λησμονημένοι 27-28).
Υπάρχουν και ονόματα Νεχωριτών που σχετίζονται με την επανάσταση του 1821, αλλά δεν προκύπτει ότι συμμετείχαν στην Μάχη του Αετού. Όπως τα δύο ονόματα που σώζονται στο Αρχείο του οπλαρχηγού Σαφάκα. Ο Στέργιος και ο Αποστόλης από Νιχώρι Πάτρας (Σκούρας, Το Νεχώρι 146-147 και Δελόπουλος, Ο Αποστόλης 70-72). Επίσης, οι Μακρής Ι. Γεωργός ή Ορθοδοξόπουλος (Σκούρας, Το Νεχώρι 74), Γιάννης Γερογιάννης Ορθοδοξόπουλος ή Μακρής (Σκούρας, Το Νεχώρι 78), Ντελήμπασης (στους τωρινούς απογόνους Δελήμπασης) ή Τριαντάφυλλου (ίσως Κωσταντής), Καραγιώργος Γεωργός (Σκούρας, Νεχωρίτες 23-24).
Είναι φανερό ότι η συμμετοχή του Χωριού ήταν γενικευμένη. Υπάρχουν και αρκετοί Νεχωρίτες για τους οποίους πιθανολογείται βάσιμα ότι έδρασαν την περίοδο αυτή, μονολότι δεν υπάρχουν (ή δεν έχουν βρεθεί ακόμη) επίσημα στοιχεία (βλ. σχετικό κατάλογο Σκούρας, Το Νεχώρι 148-149).
Ανάμεσα τους και άνδρες από το Σμόκοβο που πολέμησαν στο πλευρό του Σαφάκα.
Παπαδήμας, Γεωργουσανδρέας, Ζάχαρης, Τσιρούνης Γεώργιος, Γιαννούλης Παπανδρέας, Μανιώτης (Αλατάς), Καραδήμας, και από την Καστανιά ο Παναγιώτης Ξηροτύρης, αργότερα δήμαρχος Υπάτης αλλά και από τη Χομίριανη ο Κουσουρής, αρχιτσέλιγκας με 5000 πρόβατα.
Ο Γκούρας και ο Δήμος Σκαλτσάς έφτιαξαν τα ταμπούρια τους στα υψώματα του Αετού, ενώ ο Σαφάκας έπιασε την Πάθενα9, λίγο χαμηλότερα μέσα στα έλατα.
Από εκεί και σε συνεννόηση με τον οπλαρχηγό της Υπάτης Μήτσο Κοντογιάννη, που βρισκόταν στο Μοναστήρι του Αγάθωνα, θα έκαναν την επίθεση προς την Υπάτη. «Αλλ' ο Κοντογιάννης περιέπαιξε10 και πάλιν τα πράγματα \ και πάσαν μετά τούτων συνεννόησιν. Οι δ' εν Υπάτη Αλβανοί, ή προλαμβάνοντες ή ενθαρρυνόμενοι παρ' αυτού, εκστρατεύουσι νυκτός περί τους χιλίους πεντακόσιους υπό τον Τελεχά Φέζον, και περιζωννύουσι τον Σκαλτσάν και Γούραν απροσδοκήτως» (Φιλήμων 363). Οι Τουρκαλβανοί της Υπάτης, περίπου 1500 εκστρατεύουν την νύκτα με επικεφαλής τον Τελεχά Φέζον, τον διοικητή του Πατρατζικιού και συγγενή του Αλή Πασά, άνδρα μεγαλόσωμο, μεγαλοκέφαλο και βροντόφωνο, αλλά στενοκέφαλο που υπηρετούσε στον σουλτανικό στρατό του Ομέρ Βρυώνη.
Απρόοπτα λοιπόν το ξημέρωμα, ο Γκούρας και ο Σκαλτσοδήμος βρέθηκαν περικυκλωμένοι από τους 1500 Τουρκαλβανούς. Οι άντρες του Σκαλτσά πανικοβλήθηκαν και υποχώρησαν από τα ταμπούρια τους, ενώ ο Σκαλτσάς έμεινε με δέκα άντρες και συνενώθηκε με τις δυνάμεις του Γκούρα στα δικά του ταμπούρια. Η μάχη ήταν άνιση. Η αριθμητική υπεροχή των Αλβανών ανάγκασε τους Έλληνες να οπισθοχωρήσουν μέσα στη χαράδρα.
Τότε επιτέθηκε ο Σαφάκας από την Πάθενα με 300 παλικάρια. Οι Τουρκαλβανοί ξαφνιάστηκαν από την παρουσία του Σαφάκα και νόμισαν ότι περικυκλώθηκαν. Έπρεπε τώρα να αμυνθούν σε δύο μέτωπα. Η μάχη κράτησε όλη τη μέρα και μόνο όταν έπεσε το σκοτάδι αποφάσισαν οι Τουρκαλβανοί να γυρίσουν στο Πατρατζίκι, μιας και δεν ήξεραν τις πραγματικές δυνάμεις των Ελλήνων και φοβήθηκαν πως θα μπορούσαν μέσα στη νύκτα να περικυκλωθούν από τον εχθρό. Αλλά και οι Έλληνες, παρόλο που στην αρχή ήταν ανυποχώρητοι, προβληματίζονταν μιας και θα μπορούσαν οι Τούρκοι επωφελούμενοι από το σκοτάδι να επιχειρήσουν κυκλωτική κίνηση για να αποκόψουν τις διαβάσεις προς Νεχώρι και Μακρυκάμπι.
Η ηρωική στάση του Σκαλτσά και του Γκούρα και η έγκαιρη επίθεση του Σαφάκα που τους προστάτεψε από τα νότια, επέτρεψε στους Έλληνες να γλιτώσουν τον αποκλεισμό και να αποφύγουν την εξόντωση. Μόνο 12 Έλληνες σκοτώθηκαν, ενώ οι σκοτωμένοι και πληγωμένοι Τούρκοι υπολογίζονται στους 200. Το δε πολεμικό υλικό που άφησαν πίσω τους οι Αλβανοί είναι αξιομνημόνευτο. Μετά τη μάχη, ο Σκαλτσάς και ο Σαφάκας επέστρεψαν μαζί με τους τραυματίες στο Μακρυκάμπι, το στρατηγικό οροπέδιο και ορμητήριο για όλες τις μάχες που έγιναν στην περιοχή.
«Τοιουτοτρόπως εματαιώθη το σχέδιον του αντιπερισπασμού» (Τρικούπης κεφ. Κ' σελ. 2). Η κατάληψη της Υπάτης μπορεί να απέτυχε για δεύτερη φορά, αλλά αξίζει να σημειωθεί ότι και οι δύο μάχες ήταν δυνατά χτυπήματα στον εχθρό, καθώς η απώλεια των τουρκικών δυνάμεων ήταν μεγάλη. Με τη Μάχη του Αετού, στα μέσα Μάιου 1821, όπως και με τη Μάχη του Πατρατζικιού (18 Απριλίου 1821), οι τούρκικες δυνάμεις έμειναν πίσω για να αντιμετωπίζουν την επανάσταση στη Στερεά. Οι οπλαρχηγοί της Ρούμελης έδωσαν στους δύο πασάδες να καταλάβουν ότι ο ξεσηκωμός τους δεν ήταν μια προσπάθεια άτακτων μπουλουκιών, αλλά ήταν μια οργανωμένη επανάσταση. Έτσι επιτεύχθηκε και ο απώτερος σκοπός των αγώνων τους: να εδραιωθεί, να οργανωθεί και να επικρατήσει η επανάσταση στην Πελοπόννησο και, για τη Στερεά Ελλάδα, να δημιουργηθεί ένα επαναστατικό ρεύμα που θα διατηρηθεί ακμαίο και θα εκδηλωθεί ξανά στη συνέχεια.
Ατενίζοντας την αγωνιστική παρακαταθήκη των προγόνων μας, βλέπουμε τους Νεχωρίτες να προσφέρουν αφειδώλευτα τα υπάρχοντα τους και το βίος τους για τη συντήρηση και στήριξη των αγωνιστών, αλλά και να παίρνουν τ' άρματα έτοιμοι να διακινδυνεύσουν ακόμη και τη ζωή τους για την επανάσταση, να πρωτοστατήσουν για τη λευτεριά. Αποδεικτικά στοιχεία: τα πιστο­ποιητικά των αγωνιστών και τα αρχεία, στα οποία, εάν προσθέσουμε και αρκετά δεδομένα της προφορικής παράδοσης, διαπιστώνεται και γίνεται ξεκάθαρο ότι σύσσωμο το Χωριό πήρε μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα με αυτοθυσία και γενναιότητα.
………………...
Υποσημειώσεις
1.     Ονομασία της Υπάτης στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
2.  Η σημερινή Μενδενίτσα.
3.  Σήμερα Αργυροχώρι Υπάτης. Ο Φιλήμων σώζει τη γραφή στους Βογομύλους και όχι το ορθό στ' Μπογομίλου. Βλ. Δελόπουλος, Στου Μπογομί/.οο.
4.  Ίσως να ήταν προς την περιοχή του Αγίου Γεωργίου που τότε ήταν τζαμί.
5.  Σήμερα Καλαμάκι Δομοκού.
6. Κατά το Γιώργο Σκούρα πρόκειται για τον Βλάχο Θανάση, καθώς Βλαχογεοοργος υπήρχε στο Νεχώρι αλλά ήταν νεότερος (Σκούρας. Το Νεχώρι 147-148).
7'. Βλαχοχώρια ονομάζοντας τα τσοπάνικα χωριά της Οίτης, Νεχώρι, Μαυρολιθάρι, Καστριώτισσα, αλλά και βλάχικοι οικισμοί, όπως το Ζαπάντι, το Λουπάκι, το Κοτσίστι.
7.Με το όνομα αυτό αναφέρονται δύο χωριά στην περιοχή Υπάτη, η Πέρα. και η Δώθε Χομίριανη, σήμερα Ανατολή και Δάφνη αντίστοιχα.
8.9.      «Μπάθινα» κατά τον Φιλήμονα.
9.10.    Ο Φιλήμων, χρεώνει την ξαφνική επίθεση των Τουρκαλβανών εναντίον των Ελλήνων στον Μήτσο
Κοντογιάννη. Άλλοι πιστεύουν πως αναφέρεται στον Γιωργάκη Κοντογιάννη (ανιψιό του Μήτσου), ο οποίος
θεωρείται ότι τήρησε προδοτική στάση σε πολλές περιπτώσεις στα επαναστατικά χρόνια του 1821 και ειδικά
στα χρόνια του Αλή Πασά.

Βιβλιογραφία
Αναγνωστόπουλος Ξ., Ιστορία της Υπάτης, Αθήναι 1959.
Βορτσέλας Ι., Φθιώτις, Αθήναι 1907.
Δελόπουλος Γ., Ο Αποστόλης «από Νιχώρι Πάτρας», Αγωνιστής του '21, Νεχωρίτικα 37 (2010) 70-72. Δελόπουλος Γ., Στου Μπογομίλου, Τοπωνύμιο «εποχής» με θρησκευτική ιστορική σημασία, Πρακτικά πανελληνίου συνεδρίου, Η Υπάτη στην εκκλησιαστική ιστορία, την εκκλησιαστική τέχνη και τον ελλαδικό μοναχισμό (Υπάτη 8-10 Μαΐου 2009), Αθήνα 2011, 121-133.
Λέλης Π, Λησμονημένοι Νεχωρίτες αγωνιστές του 1821, Νεχωρίτικα Νέα 16(1988), 27-28.
Λέλης Γ., Έγγραφα αγωνιστών του 1821, Νεχωρίτικα Νέα 23 (1995), 15-17. Αέλης Π, Νεχωρίτες αγωνιστές του 1821, Νεχωρίτικα Νέα 14 (1986), 28-31.
Σκούρας Γ., Η μάχη του Αετού Υπάτης, περ. Στερεό. Ελλάς, Μάρτιος 1972.
Σκούρας Γ., Κι άλλοι
Νεχωρίτες αγωνιστές του 1821, Νεχωρίτικα Νέα 15 (1987), 23-25.
Σκούρας Γ., Νεχωρίτες αγωνιστές του 1821, Νεχωρίτικα Νέα 4 (1975), 18-19.
Σκούρας Γ., Το Νεχώρι Υπάτης στους αγώνες κατά της τουρκικής σκλαβιάς, Αθήνα 1983. Σκούρας Γ., Το Νεχώρι στους αγώνες της Εθνικής Παλιγγενεσίας του 1821, Νεχωρίτικα. Νέα 2(1971). 4-6.
Τρικούπης Σπ., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Λονδίνο, 1860 - 1862.
Φιλήμων Ι., Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. Γ', Αθήναι 1860. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Α'. Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 5 (1930).

Πηγή: «ΝΕΧΩΡΙΤΙΚΑ», τ. 39, 2011
Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου


from Φθιωτικός Τυμφρηστός https://ift.tt/2YsO8dz
via IFTTT
Από το Blogger.