Το Αγροτικό Ζήτημα στη Θεσσαλία

1903. ΣΤΟ ΤΣΙΦΛΙΚΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΒΛΙΤΣΑΚΗ ΣΤΗ ΒΑΝΙΑΡΗ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ. ΠΙΣΩ, Η «ΕΠΙΣΤΑΣΙΑ», Η ΔΙΑΜΟΝΗ ΤΟΥ ΓΑΙΟΚΤΗΜΟΝΑ. ΤΑ ΧΑΜΗΛΑ ΧΤΙΣΜΑΤΑ (ΣΑΡΤΑΡΕΣ) ΗΤΑΝ ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΙΕΣ ΤΩΝ ΚΟΛΛΗΓΩΝ (ΑΡΧΕΙΟ Μ. ΚΛΙΑΦΑ)
Η Θεσσαλία που αντίκρυσε ο ελληνικός στρατός όταν εισήλθε σ' αυτήν τον Αύγουστο του 1881, μετά την ένωση της με την Ελλάδα, ήταν μια περιοχή τελείως υπανάπτυκτη, με σπίτια ως επί το πλείστον πλίθινα, χωρίς δρόμους και βιομηχανία, με «το υνίον του Ησιόδου να αροτριά την πεδιάδα» και «την τέχνη να διατελή εν νηπιώδει καταστάσει». Ωστόσο οι απεσταλμένοι των αθηναϊκών εφημερίδων «Αιών» και «Εφημερίς» παρατηρούν ότι «οι κάτοικοι εισί νοήμονες, φιλομαθέστατοι και κάλλιστα λαλούσι την ελληνικήν γλώσσαν άνδρες τε και γυναίκες, άμικτη βαρβαρισμών και ξένων λέξεων». Οι πρώτες ημέρες κύλησαν μέσα σε πανηγυρισμούς. Όμως με την εγκατάσταση των δημοσίων υπηρεσιών και την εφαρμογή των ελληνικών νόμων αρχίζουν να δημιουργούνται οι πρώτες προστριβές. «Το στάδιον των διαχύσεων παρήλθε και η πραγματικότης απέδειξε ότι και πάλιν ιερεμιάδες μάς κατασκευάζονται», τηλεγραφεί από τη Λάρισα στην εφημερίδα «Αιών» ο ανταποκριτής της. Συνηθισμένοι οι ντόπιοι σε έναν άλλο τρόπο ζωής δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες και αρνούνται να υπακούουν στις αρχές, με αποτέλεσμα «να ξυλίζονται, φυλακίζονται και υβρίζονται ως παραβάται δήθεν αστυνομικών διατάξεων». Τη δυσφορία τους επέτεινε και η συμπεριφορά της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία στην προσπάθεια της να προσελκύσει, για λόγους ψηφοθηρικούς κυρίως, τους εναπομείναντες στη Θεσσαλία Οθωμανούς, άρχισε να τους απονέμει τίτλους και παράσημα. Όμως την μεγαλύτερη απογοήτευση τη δοκίμασαν οι Θεσσαλοί αγρότες. Καθηλωμένοι επί αιώνες στα τσιφλίκια των Τούρκων γαιοκτημόνων, πίστευαν πως μετά την ένωση τα κτήματα θα περνούσαν στα χέρια τους. Οι ελπίδες τους δεν άργησαν να διαψευστούν. Ήδη από το 1839, το τουρκικό Δημόσιο, δημεύοντας τα κτήματα του Αλή πασά στη Θεσσαλία, είχε αρχίσει να τα εκποιεί, ενώ αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Βερολίνου, που παραχωρούσε τη Θεσσαλία στην Ελλάδα, οι Τούρκοι τσιφλικάδες και οι μικροκτηματίες Κονιάρηδες έσπευσαν να πουλήσουν τη γη τους. «Ήτο τηλικαύτη η ζήτησις ώστε αντί να υποτιμηθώσιν, ως ηλπίζετο, αι γαίαι υπερετιμήθησαν απιστεύτως» (Σοφοκλής Τριανταφυλλίδης). Βαθύπλουτοι Έλληνες της Διασποράς, ο Χριστάκης Ζωγράφος, ο Ευάγγελος Ζάππας, ο Στεφάνοβιτς, ο Μπαλτατζής και πολλοί άλλοι, αγόρασαν στη Θεσσαλία τεράστιες εκτάσεις γης. Οι ιδιοκτησίες αυτές αποτελούσαν το 50-64% των καλλιεργούμενων εκτάσεων και εργάζονταν σε αυτές το 50% περίπου του αγροτικού πληθυσμού της Θεσσαλίας. Την επιχειρηματική δραστηριότητα των πλουσίων ομογενών κάλυψε απολύτως η ελληνική κυβέρνηση. Επιζητώντας την εισροή ξένων κεφαλαίων στην Ελλάδα, ο πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης εξήγησε με σαφήνεια στη Βουλή πως «εάν επιβάλωμεν την διανομήν των κτημάτων εις τους καλλιεργητάς, όπως μου το ζητείτε, θα εκδιώξωμεν εξ Ελλάδος το χρήμα των Ελλήνων του εξωτερικού», και πρότεινε, «η κατάστασις να παραμείνη ως έχει διότι τούτο απαιτούν τα γενικώτερα συμφέροντα της χωράς μας».
ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ
Μόνο που η κατάσταση δεν παρέμεινε ως είχε. Με τα νέα κολληγικά συμβόλαια που οι αγρότες κλήθηκαν να υπογράψουν, έχασαν όλα τα προνόμια που είχαν κατά την οθωμανική περίοδο. Από καλλιεργητές που ήταν, μεταβλήθηκαν σε ακτήμονες. Αυτό σήμαινε ότι ο νέος αφέντης είχε τη δυνατότητα, μόλις έληγε το ετήσιο συμβόλαιο, να αποπέμψει τον κολλήγο από το κτήμα χωρίς καμιά δικαιολογία. Επί πλέον, σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανονισμούς των τσιφλικιών, ο κολλήγος δεν είχε κανένα ιδιοκτησιακό δικαίωμα στην οικία όπου έμενε, όφειλε να παράγει μια ορισμένη ποσότητα καρπών από την οποία έπρεπε να δίνει στον γαιοκτήμονα το ένα τρίτο, ενώ σε περίπτωση θανάτου του η οικογένεια του διώχνονταν από το τσιφλίκι. Ζώντας μέσα στην ανέχεια, απομονωμένοι, χωρίς ιατρική περίθαλψη και εκπαίδευση για τα παιδιά τους, συχνά χωρίς ιερέα, οι κολλήγοι εργάζονταν «ήλιο με ήλιο», ανατολή ώς τη δύση, κυριολεκτικά για ένα κομμάτι μπομπότα. Το σιταρένιο ψωμί στο τραπέζι τους ήταν τόσο σπάνιο που το αποκαλούσαν «χάσικο». Παρά το εύφορο έδαφος η συγκομιδή ήταν συνήθως μικρή. Τα πρωτόγονα μέσα καλλιέργειας δεν επέτρεπαν τη σωστή φροντίδα της γης, ενώ συχνά οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες κατέστρεφαν τη σοδειά - κυρίως καλλιεργούσαν σιτάρι - με αποτέλεσμα ο χωρικός να καταφεύγει στους τοκογλύφους για να θρέψει την οικογένεια του. Υπό την αυστηρή έως κτηνώδη επίβλεψη των σουμπάσηδων (επιστατών), 11.000 οικογένειες ζούσαν περίπου σαν δουλοπάροικοι στα 400 θεσσαλικά τσιφλίκια, χωρίς καμιά δυνατότητα διαμαρτυρίας. Οι ελάχιστοι που προσπάθησαν να αντιταχθούν βρέθηκαν αντιμέτωποι με την αστυνομία και τις δικαστικές αρχές, που προστάτευαν τα συμφέροντα των γαιοκτημόνων, πολλοί από τους οποίους ήταν βουλευτές. Αλλά δεν ήταν όλοι οι τσιφλικάδες εκμεταλλευτές του μόχθου των αγροτών με μόνο κίνητρο τη συσσώρευση πλούτου. Υπήρξαν και περιπτώσεις, όπως των αδελφών Γεωργίου και Σόλωνα Χριστάκη-Ζωγράφου, που ενδιαφέρονταν για την εκβιομηχάνιση της Θεσσαλίας και τη δημιουργία πρότυπων αγροκτημάτων. Οι αδελφοί Ζωγράφου ίδρυσαν το 1893 στη Δυτική Θεσσαλία το πρώτο εργοστάσιο ζαχάρεως και την ίδια περίοδο εισήγαγαν στο εκτάσεως 50.000 στρεμμάτων τσιφλίκι τους στη Λαζαρίνα - όπου καλλιεργούσαν τεύτλα, αραβόσιτο, ρύζι, βαμβάκι και σιτάρι - τη μηχανική καλλιέργεια.
ΟΙ ΠΡΩΤΕΡΓΑΤΕΣ ΤΟΥ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΤΣΑ, ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΒΙΒΑΣΗ ΤΟΥΣ ΣΤΟ ΤΡΑΙΝΟ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΜΕΤΕΦΕΡΕ ΣΤΗ ΧΑΛΚΙΔΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΚΑΣΤΟΥΝ. (ΑΡΧΕΙΟ Μ. ΚΛΙΑΦΑ)
Το 1896 ο πρωθυπουργός Θ. Δηλιγιάννης επιχείρησε τη μερική απαλλοτρίωση των τσιφλικιών, αλλά το νομοσχέδιο που εισηγήθηκε καταψηφίστηκε ακόμα και από τους ίδιους τους βουλευτές του. Ο πόλεμος του 1897 επιδείνωσε τη θέση των κολίγων. Η σοδειά καταστράφηκε, η τοπική οικονομία κατέρρευσε και πολλοί Θεσσαλοί κατέφυγαν πρόσφυγες στην Αθήνα. Μετά την αποχώρηση των Τούρκων, την άνοιξη του 1898, η κατάσταση παρέμενε οικτρή. Η ληστοκρατία έπαιρνε μεγάλες διαστάσεις, ενώ «το τουρκικόν σύστημα του βούρδουλου δεν ελησμονήθη ακόμα, ούτε το κόττα πήττα», όπως γράφει χαρακτηριστικά η «Εφημερίς», υπονοώντας ότι τα αποσπάσματα όχι μόνο συμπεριφέρονταν βάναυσα στον πληθυσμό αλλά και χρηματίζονταν. Με την έλευση του 20ού αιώνα, νέος άνεμος αρχίζει να πνέει. Θεσσαλοί αστοί, μπολιασμένοι με τις σοσιαλιστικές ιδέες που κυκλοφορούν στην Ευρώπη, τάσσονται στο πλευρό των κολίγων. Μεταξύ αυτών ο Σοφ. Τριανταφυλλίδης, στο Βόλο, που η εφημερίδα του «Πανθεσσαλική» έχει προμετωπίδα το σύνθημα «απαλλοτρίωση», η Ελένη Καρακίτσου, στη Λάρισα, που με το ψευδώνυμο «Rebelle» αρθρογραφεί στην τοπική «Μικρά» υπέρ των δικαιωμάτων των αγροτών και εργατών, και, φυσικά, ο Μαρίνος Αντύπας, που με τα φλογερά του κηρύγματα ξυπνά από το λήθαργο τους κολίγους. Μεταξύ 1904 και 1907 ιδρύονται οι πρώτοι Γεωργικοί Σύνδεσμοι, με στόχο την απαλλοτρίωση. Στα υπομνήματα τους και τις πρώτες κινητοποιήσεις τους, ο Στέφανος Δραγούμης, πρόεδρος της επιτροπής επί του θεσσαλικού νομοσχεδίου, απαντά ότι «αι εκδηλούμεναι ανυπομονησίαι μοι φαίνονται άδικοι και επιβλαβείς» και συνιστά στους κολίγους υπομονή και φρόνηση» («Χρόνος» 14.3.1908). Το επαναστατικό κίνημα του Στρατιωτικού Συνδέσμου τον Αύγουστο του 1909 στο Γουδί, ενθαρρύνει τους αγρότες. Ο συγγραφέας Α. Καρκαβίτσας αρθρογραφεί υπέρ των κολίγων  καλώντας τον Σύνδεσμο «να λυτρώσει το λαό από τα κόμματα και τα ερπετά τους»Κι ενώ οι φωνές των αστών υπέρ των καλλιεργητών πληθαίνουν, οι Γεωργικοί Σύνδεσμοι διοργανώνουν το Φεβρουάριο του 1910 συλλαλητήρια σε Καρδίτσα, Τρίκαλα και Λάρισα, όπου οι χωρικοί με σημαίες και λάβαρα συγκεντρώνονται στις πλατείες διαδηλώνοντας «υπέρ της ανορθώσεως και της ελευθερίας των»Οι κινητοποιήσεις αυτές δεν ανησυχούν μόνο την κυβέρνηση Δραγούμη αλλά και ένα μέρος της κοινής γνώμης, που φοβάται πολεμική εμπλοκή με την Τουρκία. Τους φόβους αυτούς υποδαυλίζουν και μερικές τοπικές εφημερίδες, ενώ ταυτόχρονα μια μερίδα του αθηναϊκού Τύπου, προβάλλοντας τις θέσεις των γαιοκτημόνων, κατηγορεί τους κολίγους ως «μέθυσους και ακαμάτηδες»Καθώς οι μέρες περνούν η κατάσταση εκτραχύνεται. Στην Καρδίτσα διαδηλωτές πυροβολούν στον αέρα και πετροβολούν διερχόμενη αμαξοστοιχία. Η κυβέρνηση, για να προλάβει νέα έκτροπα, αποστέλλει στη Θεσσαλία μεγάλη στρατιωτική δύναμη. Το Σάββατο 6 Μαρτίου οργανώνεται στη Λάρισα, που «παρουσιάζει θέαμα στρατοκρατούμενης πόλεως», συλλαλητήριο. Σύμφωνα με την τοπική εφημερίδα «Μικρά», έφιππες περιπολίες διέτρεχαν τους δρόμους και φρουρές σκαπανέων και πυροβολητών φρουρούσαν τα δημόσια κτίρια. Τα μέτρα δεν πτοούν τους χωρικούς. Με ελληνικές, κόκκινες και μαύρες σημαίες αρχίζουν να συγκεντρώνονται στην πλατεία της Θέμιδος. Ξάφνου φτάνει η είδηση για επεισόδια στους σταθμούς Κιλελέρ και Τσουλάρ: Ο στρατός που επέβαινε στην αμαξοστοιχία της γραμμής Βόλου-Λαρίσης πυροβόλησε και σκότωσε χωρικούς που επιχειρούσαν να ταξιδέψουν με το τρένο αρνούμενοι να πληρώσουν εισιτήριο. Το νέο φανατίζει τους διαδηλωτές. Πολλοί ζητούν να αναβληθεί το συλλαλητήριο για την επομένη: «Αύριον και ένοπλον εφώναζον». Λίγο αργότερα η φήμη ότι ο στρατός εμποδίζει την είσοδο στους διαδηλωτές που έρχονταν από το χωριό Νεμπεγλέρ (Νίκαια) οδηγεί όλο εκείνο το μανιασμένο πλήθος στην πύλη των Φαρσάλων, όπου ξεσπά εκτεταμένη συμπλοκή με έναν νεκρό χωρικό και δύο τραυματίες στρατιώτες. Με αλλεπάλληλους πυροβολισμούς και επελάσεις, το ιππικό διασκορπίζει τους διαδηλωτές, που συγκεντρώνονται και πάλι στην πλατεία. Στους συγκεντρωθέντες μιλούν ο Γ. Σχοινάς, αντιπρόσωπος του κοινού των Θεσσαλών, και ο Ντίνος Νούσιας από τα Φάρσαλα. Στο ψήφισμα που εγκρίνεται διά βοής, «ο γεωργικός λαός απαιτεί την άμεσον επιψήφισιν των τσιφλικιών και τη διανομή των Ζαππείων κτημάτων»Σύμφωνα με την εφημερίδα «Μικρά» της Λάρισας (φ. 11/3/1910), ο τελικός απολογισμός στις διάφορες συμπλοκές την ημέρα εκείνη ήταν έντεκα νεκροί και δεκατρείς τραυματίες. Τα αιματηρά γεγονότα στη Θεσσαλία απασχόλησαν εντονότατα το πανελλήνιο. Οι αντιδράσεις ήταν ποικίλες. Ο αστικός κόσμος ανησύχησε, και σε αυτό συνέβαλαν τόσο οι φήμες για «αγορά όπλων και επικείμενες εξεγέρσεις των χωρικών», όσο και κάποια μεμονωμένα έκτροπα σε τσιφλίκια με ξυλοδαρμούς επιστατών («Θάρρος» 8/3/1910). Το γεγονός πως στο σύνολο τους οι θεσσαλικές εφημερίδες υποστήριζαν τα αιτήματα των αγροτών δεν εμπόδισε κάποιες από αυτές να καταδικάσουν την επαναστατικότητα των κολίγων  «Εννοούμεν τα δίκαια ενός λαού ζητούμενα διά νομίμων μέσων, αποτροπιαζόμεθα δε την χρήσιν των βίαιων εκείνων μέσων ως δυστυχώς ήρχισαν να κάμνουν οι απλοϊκοί αγρόται εξωθούμενοι από των επιτηδειοτέρων», έγραφε η τρικαλινή «Αναγέννησις» (7/3/1910). Τρεις μήνες αργότερα, τον Ιούνιο του 1910, οι πρωτεργάτες των γεωργικών συλλαλητηρίων στην Καρδίτσα και Λάρισα οδηγούνταν στα δικαστήρια της Λαμίας και Χαλκίδας και αθωώνονταν. Το αγροτικό όμως πρόβλημα παραμένει, μολονότι η Αναθεωρητική Βουλή του 1911 ψηφίζει διάταξη που επιτρέπει την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών. Η κυβέρνηση Βενιζέλου, αν και αναγνωρίζει την ανάγκη μεταρρύθμισης της ιδιοκτησίας, δεν προχωρεί σε απαλλοτριώσεις. Ο νομομαθής Αλέξ. Βαμβέτσος, κατά το πανελλήνιο συνέδριο στο Βόλο τον Σεπτέμβριο του 1912, την κατηγόρησε ότι «δεν θέλει να λύσει το αγροτικό ζήτημα γιατί είναι με το μέρος των τσιφλικάδων» (Γιάννης Κορδάτος). Οι Βαλκανικοί πόλεμοι και, στη συνέχεια, ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος παραπέμπουν το αγροτικό ζήτημα στις ελληνικές καλένδες. Η προσωρινή κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης αναγγέλλει την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών, είδηση που προκαλεί ευφορία στη Θεσσαλία, αλλά η κυβέρνηση Βενιζέλου δεν εφαρμόζει αμέσως την αγροτική μεταρρύθμιση. Το ιδρυθέν το 1918 Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος (μεταγενέστερα Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας ) βρίσκει πρόσφορο έδαφος και προσεταιρίζεται ένα μέρος του αγροτικού πληθυσμού. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και τη συρροή εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων το αγροτικό ζήτημα αποκτά νέες διαστάσεις. Το 1923, η επαναστατική κυβέρνηση του Ν. Πλαστήρα κάνει επιτέλους το μεγάλο βήμα. Απαλλοτριώνει τα μεγάλα τσιφλίκια και διανέμει στους ακτήμονες καλλιεργητές γεωργικό κλήρο.


Μαρουλά Κλιάφα
Ελλάδα 20ος αιώνας 1900-1910
Η Καθημερινή


from ανεμουριον https://ift.tt/2Lb1sxP
via IFTTT
Από το Blogger.