Η μεγάλη έξοδος

Το πρώτο μεταναστευτικό ρεύμα ξεκινά στα τέλη του 19ου αι. και φτάνει στις αρχές της δεκαετίας 1920-1930. Επισήμως, την περίοδο 1891-1920 μετανάστευσαν από την Ελλάδα στις ΗΠΑ 368.699 και σε άλλες υπερπόντιες χώρες 17.912. Υπολογίστηκε ότι μεταξύ 1890-1910 το ένα δέκατο του πληθυσμού της χώρας (το ένα πέμπτο ή ένα τέταρτο του ενεργού πληθυσμού) μετανάστευσε στην Αμερική. Σύμφωνα με άλλους υπολογισμούς, μεταξύ 1895-1912 η Ελλάδα των 2,7 εκατομμυρίων κατοίκων έχασε, λόγω της μετανάστευσης, 215.000. Σημαντικές κινήσεις πληθυσμών, για τις οποίες δεν υπάρχουν στοιχεία, έγιναν κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι μετανάστες ανήκαν, στη συντριπτική τους πλειονότητα, στην αγροτική τάξη ή ήταν κάτοικοι των πόλεων άνεργοι ή απασχολούμενοι κάτω από απαράδεκτες συνθήκες. Υπήρξε όμως και μετανάστευση μεσαίων στρωμάτων προς τις χώρες της Δ. Ευρώπης και τη Ρουμανία και τη Ρωσία, όπου ασχολήθηκαν δραστήρια με το εμπόριο και τις μεταφορές, εργάστηκαν υπάλληλοι σε ελληνικές επιχειρήσεις. Στη Γαλλία, εκτός από εργάτες, μετανάστευσαν άτομα και από άλλες τάξεις, που ασκούσαν όλα σχεδόν τα επαγγέλματα. Στην Αίγυπτο και άλλες χώρες της Αφρικής μετανάστευαν κυρίως έμποροι, ελεύθεροι επαγγελματίες, π.χ. γιατροί, τεχνικοί και υπάλληλοι ελληνικών και ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Από τις ανώτερες εισοδηματικές τάξεις προέρχονταν Ελληνες για σπουδές που παρέμειναν μετά το πέρας των σπουδών τους και εφοπλιστές που εγκαταστάθηκαν σε λιμάνια της Μεσογείου ή σε πόλεις τις ευρωπαϊκής ενδοχώρας. Η μετανάστευση είναι, κατά βάση, αποτέλεσμα σύμπτωσης αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων: α) παράγοντες απώθησης - οι επικρατούσες στη χώρα πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες· β) παράγοντες προσέλκυσης στις χώρες υποδοχής - οι οικονομικοί και δημογραφικοί παράγοντες που συνδέονται με την απασχόληση αλλοδαπών· και γ) τα κοινωνικά και ψυχολογικά κίνητρα που καλλιεργούν την προδιάθεση για μετανάστευση. Οι παράγοντες απώθησης έπαιξαν, εν προκειμένω, σημαντικότερο ρόλο από τους παράγοντες προσέλκυσης. Εξάλλου, ούτε οι μεν ούτε οι δε συμπίπτουν με τα υποκειμενικά κίνητρα που ωθούν το άτομο στην εγκατάλειψη του τόπου του, στην παραμονή του σε άλλη χώρα ή στην επιστροφή στον τόπο του. Οι πολιτικές συνθήκες. Η περίοδος του πρώτου μεταναστευτικού ρεύματος χαρακτηρίζεται από πολέμους και πολιτικές αναστατώσεις, που προκάλεσαν μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών. Για πολλά χρόνια η Ελλάδα ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση και αναστάτωση. Η γενικότερη ανασφάλεια προκάλεσε μαζικές μετακινήσεις από την ύπαιθρο προς τις πόλεις και προς το εξωτερικό. Για να αποφύγουν τη στράτευση, πολλοί, ακόμα και επιστρατευμένοι, έφυγαν για την Αμερική. Στις απογραφές του 1907 και, αργότερα, του 1920 παρατηρήθηκε το φαινόμενο νέοι άνδρες να μην απογράφονται, ελπίζοντας ότι θα διαφύγουν τη στράτευση. Κοινονικο-οικονομικοί παράγοντες απώθησης από την Ελλάδα, όπου το 1907 το 76% του πληθυσμού ήταν αγροτικός, ήταν: α) Οι γαιοκτητικές συνθήκες, σε συνδυασμό με τις καταπιεστικές συνθήκες στις περιοχές μεγάλης ιδιοκτησίας, συνέτειναν στην οικονομική εξαθλίωση των ακτημόνων καλλιεργητών, ενώ η μικρή ιδιοκτησία ήταν κατακερματισμένη και τα 4/5 των μικρών ιδιοκτησιών ανήκαν σε ορεινές, άγονες περιοχές. Το κράτος άρχισε να λαμβάνει μέτρα για την περιστολή της μεγάλης ιδιοκτησίας και την απαγόρευση του τεμαχισμού των αγροκτημάτων κάτω ορισμένου ορίου μετά το 1917, όταν το μεταναστευτικό ρεύμα προς της ΗΠΑ είχε ήδη καμφθεί· β) Οι μορφές και οι μέθοδοι καλλιέργειας και επιχειρηματικής εκμετάλλευσης της γης, οι περιορισμένες επενδύσεις σε εγγειοβελτιωτικά έργα, οι συνθήκες μεταφοράς και εμπορίας των αγροτικών προϊόντων, η έλλειψη αγροτικής πίστης, η αποτυχία της κρατικής πολιτικής στη στοιχειώδη και κατώτερη γεωργική εκπαίδευση και η δασμολογική και φορολογική πολιτική του κράτους σε όλη την περίοδο του πρώτου μεταναστευτικού ρεύματος ασκούσαν ανασταλτική επίδραση στη βελτίωση του αγροτικού εισοδήματος και της θέσης του αγρότη. Ολα ευνοούσαν την εντατική μονοκαλλιέργεια δημητριακών ή την καλλιέργεια ορισμένων εξαγώγιμων προϊόντων. Τα γεωργικά εργαλεία ήταν πρωτόγονα, η εξάρτηση από ανεξέλεγκτους παράγοντες ιδιαίτερα υψηλή και οι εξωοικονομικές επιβαρύνσεις, π.χ. τοκογλυφία, υπερβολικές. Εμποροι, μεσάζοντες, μεγαλοκτηματίες και βιομήχανοι εκμεταλλεύονταν τους αγρότες και τους προμήθευαν τα αγαθά που τους ήταν απαραίτητα - είτε για κατανάλωση είτε για παραγωγική χρήση - σε υψηλές τιμές, ενώ οι τιμές των γεωργικών προϊόντων ήταν εξευτελιστικές. Αυτά είχαν ως συνέπεια τη χαμηλή παραγωγικότητα, το μικρό κατά κεφαλήν εισόδημα, το χαμηλό και κάποτε άθλιο βιοτικό επίπεδο του αγροτικού πληθυσμού. Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η αδυναμία απορρόφησης του πλεονάζοντος αγροτικού πληθυσμού από το εμπόριο και τη βιομηχανία· γ) Οι συνθήκες διαβίωσης του ελληνικού πληθυσμού, ιδιαίτερα οι συνθήκες συγκοινωνίας και επικοινωνίας, κατοικίας, περίθαλψης, και η έλλειψη ευκαιριών ψυχαγωγίας και διασκέδασης: το χαμηλό βιοτικό επίπεδο του αστικού πληθυσμού, ιδιαίτερα των εργατικών τάξεων, που στην περίοδο 1912-1920 γνώρισαν τον υποσιτισμό και την αυξημένη θνησιμότητα, οι άσχημες συνθήκες εργασίας (ωράριο που έφτανε τις 12 ώρες), το οικιστικό πρόβλημα (στην Αθήνα το 1919 αντιστοιχούσαν 10 άτομα σε κάθε οικιστική μονάδα), όλα αυτά, σε συνδυασμό με τις αυξημένες προσδοκίες των ανθρώπων, αποτέλεσαν αιτίες μετανάστευσης, εξωτερικής και εσωτερικής. Η δημογραφική πίεση μόνο δευτερογενώς έδρασε. Στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ υπερπληθυσμός σε σχέση με τις πραγματικές δυνατότητες της χώρας - πάντοτε υπήρχαν άφθονοι ανεκμετάλλευτοι πόροι σε πολλούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας. Ωστόσο η άνιση κατανομή του εισοδήματος μεταξύ των διαφόρων περιοχών και των κοινωνικών τάξεων, τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, η ανεπαρκής ανάπτυξη της βιομηχανίας σε συνδυασμό με τη σπατάλη του ορυκτού πλούτου, κατέληξαν στην ανεργία, την υποαπασχόληση, την ανυπαρξία οικονομικής αντοχής μεγάλων στρωμάτων του ελληνικού πληθυσμού.


Οι παράγοντες προσέλκυσης μεταναστών στις χώρες υποδοχής την περίοδο 1890-1920 ποικίλουν. Στην Αίγυπτο, εκτός από το εμπόριο, η κατασκευή και λειτουργία της Διώρυγας του Σουέζ έδρασαν ως πόλος έλξης. Στη Γαλλία η μαζική στράτευση τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, σε συνδυασμό με την αποχώρηση ξένων εργατών απασχολούμενων στη γαλλική βιομηχανία, δημιούργησε σοβαρές ελλείψεις σε εργατικά χέρια. Η εκτεταμένη απασχόληση γυναικών δεν στάθηκε ικανή να εξασφαλίσει την επαρκή λειτουργία της γαλλικής βιομηχανίας, ιδιαίτερα στα εργοστάσια πολεμικού υλικού, τις σιδηροβιομηχανίες, τις χημικές βιομηχανίες, τα ορυχεία. Στις ΗΠΑ, μετά το τέλος του Ισπανο-αμερικανικού πολέμου, η ανάπτυξη της οικονομίας ενθάρρυνε τη ζήτηση εργατών. Οι Ελληνες μετανάστες εκεί εργάστηκαν, στην πρώτη φάση, ως χειρώνακτες, αργότερα όμως προσανατολίστηκαν στο εμπόριο και σε διάφορες υπηρεσίες. Πολλαπλές υπήρξαν οι επιπτώσεις της αποδημίας, βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, για την ελληνική οικονομία. Οι αρνητικές επιπτώσεις ήταν περισσότερες. Η μείωση των διαθέσιμων χεριών στη γεωργία είχε ως συνέπεια πολλά εδάφη να μείνουν ακαλλιέργητα ή να καλλιεργούνται ανεπαρκώς από τις γυναίκες και τους ηλικιωμένους. Δεν ήταν, ωστόσο, αυτός ο μόνος λόγος που η μετανάστευση θεωρήθηκε πρωταρχική αιτία της γεωργικής καθυστέρησης: με τα μεταναστευτικά εμβάσματα διατηρήθηκαν οι αναπαραγωγικές και απαρχαιωμένες λειτουργίες της οικογενειακής εκμετάλλευσης και αναβλήθηκε ο εκσυγχρονισμός της. Ανέβηκε το κόστος ζωής δυσβάστακτα για τις οικογένειες που δεν λάμβαναν χρήματα από μετανάστη. Τα εμβάσματα χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά σπιτιών, τη δημιουργία προίκας, ακόμη και για τοκογλυφία. Είναι πιθανό ότι η ελληνική κοινωνία θα είχε ωφεληθεί πολύ περισσότερο από την εργασία των νέων που έφυγαν και ότι η παραμονή τους στη χώρα να είχε ασκήσει «δημιουργική πίεση» για κοινωνικές αλλαγές. Θετικές επιπτώσεις. Τα μεταναστευτικά εμβάσματα - τα οποία από 42 εκατ. χρυσές δραχμές το 1914 έφτασαν τα 565 εκατ. το 1920 και κάλυψαν το 50% του ελλείμματος στο εμπορικό ισοζύγιο - συνέβαλαν στην αύξηση του εθνικού εισοδήματος και ιδιαίτερα του εισοδήματος ορισμένων φτωχών νησιωτικών και ορεινών περιοχών. Στην αρχική φάση του μεταναστευτικού ρεύματος τα εμβάσματα αποσκοπούσαν στην κάλυψη των αναγκών της οικογένειας. Με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο, ισχυροποίησαν τη μικρή οικογενειακή καλλιέργεια ως οικονομική μονάδα - η οποία με τον εκχρηματισμό της αγροτικής οικονομίας κινδύνευε να καταχρεωθεί -, συνέτειναν στη μείωση των τόκων, απέτρεψαν την πώληση της γης και συνέβαλαν στην αύξηση της αξίας της. Η έλλειψη εργατικών χεριών είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των μισθών και ημερομισθίων των αγρεργατών και των εργαζομένων στον αστικό τομέα της οικονομίας που παρέμειναν στη χώρα. Οι δημογραφικές επιδράσεις της αποδημίας. Υπολογίστηκε ότι τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα η υπερπόντια μετανάστευση απορρόφησε περισσότερο από το μισό του ποσοστού της φυσικής αύξησης του πληθυσμού. Η αποδημία - που ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια ήταν αποκλειστικά μετανάστευση ανδρών - προκάλεσε ανισορροπία στην αναλογία των δύο φύλων και επηρέασε σοβαρά τη γαμηλιότητα, αφού ήταν δύσκολο έως και αδύνατο να βρει μια κοπέλα έναν υγιή νέο άνδρα για να δημιουργήσει οικογένεια μαζί του. Εξάλλου η αποδημία είχε επιπτώσεις στην ποιότητα του ελληνικού πληθυσμού και του εργατικού δυναμικού, αφού οι μετανάστες συγκαταλέγονταν ανάμεσα στα υγιέστερα, ανθεκτικότερα, τολμηρότερα, πιο ανήσυχα, συχνά και πιο καταρτισμένα άτομα. Το πρώτο μεταναστευτικό ρεύμα θα εξαντλούσε δημογραφικά τη χώρα αν δεν υπήρχαν οι μεταναστευτικοί περιορισμοί που έθεσαν οι ΗΠΑ και, κυρίως, αν δεν είχε υπάρξει η μαζική έλευση προσφύγων.

Ήρα Έμκε-Πουλοπούλου
Ελλάδα 20ος αιώνας 1900-1910
Η Καθημερινή


from ανεμουριον https://ift.tt/2L7YXwk
via IFTTT
Από το Blogger.