Κορομηλάς, Λάμπρος (1856, Αθήνα - 1923, Νέα Υόρκη)

Δύο είναι τα μεγάλα εθνικά γεγονότα με τα οποία έχει συνδέσει τη δημόσια δράση του ο Λάμπρος Κορομηλάς. Ο Μακεδονικός Αγώνας (υπό την ιδιότητα του γενικού πρόξενου της Ελλάδας στη Θεσσαλονίκη) και η Βαλκανική Συνεννόηση που προηγήθηκε των Βαλκανικών Πολέμων του 1912 (υπό την ιδιότητα του υπουργού Εξωτερικών στη δεύτερη κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου). Το 1904, η χρονιά που η κυβέρνηση Θεόδωρου Δηληγιάννη διόρισε τον Λ. Κορομηλά γενικό πρόξενο της Ελλάδας στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη, είναι μια από τις κρισιμότερες στην ιστορία της ελληνικής Μακεδονίας. Αρχίζουν να οργανώνονται εκεί οι πρώτες ένοπλες ανταρτικές ομάδες με επικεφαλής αξιωματικούς ή και υπαξιωματικούς του ελληνικού Στρατού, τον Παύλο Μελά, τον Χρήστο Πραντούνα, τον Γεώργιο Κατεχάκη, τον Κ. Κωνσταντινόπουλο, τον Στυλιανό Γονατά, τον Γεώργιο Κονδύλη, τον Αναστάσιο Παπούλα, τους αδελφούς Μαζαράκη-Αινιάνος πολλοί από τους οποίους έδρασαν αργότερα και διακρίθηκαν και στους εθνικούς αγώνες και τη δημόσια ζωή. Ταυτόχρονα, η ελληνική κυβέρνηση τοποθετεί σε καίρια σημεία της Μακεδονίας, όπου υπήρχαν υπηρεσίες του υπουργείου Εξωτερικών, επίλεκτα στελέχη της διπλωματικής υπηρεσίας και άνδρες ειδικών ικανοτήτων για την εκ των ένδον ενίσχυση των ενόπλων ομάδων. Έτσι, εκτός από τον Κορομηλά στο Προξενείο Θεσσαλονίκης, τοποθετείται στο Προξενείο Μοναστηρίου ο Ίων Δραγούμης. Παράλληλα, το Πατριαρχείο τοποθετεί σε επίκαιρες μητροπόλεις ικανότατους ιεράρχες που βοήθησαν παντοιοτρόπως τον αγώνα, όπως τον Γερμανό Καραβαγγέλη ως επίσκοπο Καστοριάς και τον Χρυσόστομο Κολυβά (τον μετέπειτα μητροπολίτη Σμύρνης και Εθνομάρτυρα του 1922) ως επίσκοπο Δράμας. Οι υπηρεσίες που πρόσφερε ο Κορομηλάς τότε στον αγώνα για τη διάσωση της Μακεδονίας ως συντονιστής κατά κάποιο τρόπο όλων των παραπάνω ήταν ανεκτίμητες. Ήταν γνώστης βαθύτατος των τουρκικών πραγμάτων, του συστήματος της τουρκικής διοικήσεως και της καταστάσεως στη Μακεδονία μετά την Αγγλορωσική συνεννόηση (που αποδέχθηκαν και οι άλλες Δυνάμεις) για μια ευρύτατη διοικητική μεταρρύθμιση στη Μακεδονία που έγινε το 1902.
Σύμφωνα με τη μεταρρύθμιση αυτή, συστήθηκε στη Μακεδονία διεθνής πολιτική επιτροπή για την εποπτεία των μακεδονικών πραγμάτων. Καθεμιά από τις Μεγάλες Δυνάμεις περιέλαβε στην Επιτροπή αυτή από δύο αντιπροσώπους της, καθένας από τους οποίους διέθετε και μικρά αποσπάσματα για την ενίσχυση της διοικήσεως της χώρας που διαιρέθηκε σε περιφέρειες επιρροής. Έτσι, ολόκληρη η Μακεδονία περιήλθε ουσιαστικά υπό τον έλεγχο των Δυνάμεων, την δε σκιώδη εξουσία του Σουλτάνου, ως υπέρτατου κυρίαρχου, εκπροσωπούσε ο αυτοκρατορικός επίτροπος Χιλμή Πασάς. Η μεταρρύθμιση, όμως, αυτή, δεν ήταν δυνατό να θέσει τέρμα στις ταραχές της Μακεδονίας και στις επιδρομές των κομιτατζήδων που προκαλούσαν την ελληνική αντίδραση. Ο Χιλμή Πασάς ήταν γνώριμος του Κορομηλά από την εποχή που ο τελευταίος βρισκόταν στην Πόλη (1895-1899) όπου εξέμαθε την τουρκική γλώσσα και ενέσκηψε στη μελέτη της διοικήσεως του οθωμανικού κράτους. Την εποχή που βρίσκονταν και οι δύο στη Θεσσαλονίκη, ο ένας ως πρόξενος και ο άλλος ως επίτροπος του Σουλτάνου, είχαν αλλεπάλληλες συναντήσεις που είχαν από την πλευρά του Κορομηλά, σκοπό την εξυπηρέτηση του ζητήματος της δράσεως των ελληνικών ομάδων. Σε μια επιστολή του προς τον Γεώργιο Θεοτόκη, του 1906, ο Κορομηλάς γράφει ότι ο Χιλμή του έλεγε «ότι δεν διεξήγε κυβέρνηση εν Μακεδονία αλλ' εποπτείαν φρενοκομείου αχανούς, καταλείπων δε την χώραν ήθελε καταστήσει αυτήν (Μακεδονίαν) αχανές στάδιον φρενοβλαβών, δι' αίματος αλλήλων τρεφόμενων». «Αν τρέξουμε να σώσουμε την Μακεδονία εμείς θα σωθούμε», έλεγε ο Ίων Δραγούμης. Ο Λάμπρος Κορομηλάς ήταν ένας από εκείνους που έτρεξαν. Η Μακεδονία, ο Μακεδονικός Ελληνισμός σώθηκαν και λίγα χρόνια αργότερα απελευθερώθηκαν. Ήδη με την έκρηξη της Επαναστάσεως των Νεότουρκων (1908) η δράση των ενόπλων δυνάμεων σταμάτησε. Ο Μακεδονικός Αγώνας που στόχευε τη διατήρηση αναλλοίωτης της πληθυσμιακής σύνθεσης των μακεδονικών χωρών, έλαβε τέλος. Ο Κορομηλάς ανακλήθηκε από το Προξενείο Θεσσαλονίκης και διορίστηκε πρέσβης στην Ουάσιγκτον. Τη θέση αυτή διατήρησε μέχρι το 1910. Κατά τη θητεία του ως πρέσβεως στις ΗΠΑ οργάνωσε σε κοινότητες τους διεσπαρμένους Έλληνες μετανάστες και συντέλεσε στην εισαγωγή του χρήματος των αποδήμων στην Ελλάδα. Τον Οκτώβριο του 1910 κι ενώ βρισκόταν στην Αθήνα με άδεια, διορίστηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο υπουργός Οικονομικών, στην πρώτη κυβέρνηση του, όταν σχηματίστηκε η δεύτερη κυβέρνηση Βενιζέλου, μετά τη σύγκληση της Β' Διπλής Αναθεωρητικής Βουλής, ο Κορομηλάς διορίστηκε υπουργός Εξωτερικών. Το ίδιο χαρτοφυλάκιο διατήρησε και στην τρίτη κυβέρνηση Βενιζέλου που σχηματίστηκε μετά τις εκλογές του 1912. Με την υπουργία του Κορομηλά επί των Εξωτερικών, συνδέεται η ελληνοβουλγαρική προσέγγιση. Βεβαίως η προσέγγιση αυτή αντικατόπτριζε την ευρύτερη βαλκανική πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος και ήταν ο εμπνευστής της. Δύο όμως πρόσωπα βοήθησαν τον Βενιζέλο στην επιτυχία των Βαλκανικών του σχεδίων: Ο υπουργός Κορομηλάς και ο πρεσβευτής Δημήτρης Πανάς. Οι πρώτες συζητήσεις Ελλήνων και Βουλγάρων, έγιναν τον Ιανουάριο του 1912, δηλαδή μετά την Σερβοβουλγαρική προσέγγιση, που προηγήθηκε κατά λίγους μήνες. Τις διαπραγματεύσεις αυτές διεξήγαγε ο Κορομηλάς προσωπικώς με τον Κέσωφ και κατέληξαν σε αποτυχία, γιατί οι Έλληνες ζήτησαν τότε επίμονα, τον καθορισμό των μελλοντικών συνόρων. Αλλά οι Βούλγαροι στηριζόμενοι αφ' ενός μεν στη συμμαχία τους με τη Σερβία και αφ' ετέρου στη στρατιωτική τους υπεροχή, δεν δέχθηκαν εκ των προτέρων δεσμεύσεις. Αλλά αυτό δεν έκοψε τις γέφυρες. Και οι Βούλγαροι επιθυμούσαν την προσέγγιση με την Ελλάδα, λόγω του ελληνικού στόλου και οι Έλληνες (δηλαδή ο Βενιζέλος) την παμβαλκανική κατά της Τουρκίας εξόρμηση. Μάλιστα ο Βενιζέλος στη γνωστή συνέντευξη του στον ανταποκριτή των TIMES Μπάουτσερ δήλωνε απερίφραστα ότι επεδίωκε ως μέρος του όλου πολιτικού του προγράμματος τη σύμπραξη όλων των βαλκανικών κρατών. Ήδη από το 1911 ο Κορομηλάς είχε λάβει εντολή να ετοιμάσει την ελληνοβουλγαρική προσέγγιση σε χαμηλότερα επίπεδα. Έτσι οι πρεσβείες έλαβαν εντολή να σταματήσει η αντιβουλγαρική προπαγάνδα, το Πατριαρχείο παρακλήθηκε να μετριάσει προς στιγμήν τον τόνο του κατά της Βουλγαρικής Εξαρχίας, ο διάδοχος Κωνσταντίνος επισκέφθηκε τη Σόφια για να παραστεί στις γιορτές για την ενηλικίωση του Βουλγάρου διάδοχου Βόριδα και ομάδα Βουλγάρων φοιτητών επισκέφτηκε την Αθήνα. Παρά την αποτυχία της διασκέψεως του Ιανουαρίου, η ελληνική κυβέρνηση επανήλθε τον Απρίλιο. Αυτή τη φορά την κυβέρνηση εκπροσώπησε στις συνομιλίες ο πρεσβευτής Πανάς υπό την εποπτεία του Κορομηλά. Τη Βουλγαρία εκπροσώπησε και πάλι ο πρωθυπουργός Γκέσωφ. Οι Βούλγαροι έχοντας ήδη συνάψει αμυντική και επιθετική συμμαχία με τη Σερβία, δεν έδιναν πια μεγάλη σημασία στη μετά της Ελλάδος συνθήκη. Τη συνθήκη, όμως αυτή επεδίωκε ιδιαίτερα ο Βενιζέλος φοβούμενος μήπως τα δύο σλαβικά κράτη, που είχαν ήδη συνεννοηθεί, διανείμουν, αφού την καταλάβουν στρατιωτικώς, όλη την Ευρωπαϊκή Τουρκία και η Ελλάς μείνει έξω του νυμφώνος. Ο Βενιζέλος πριν προχωρήσει στις συνεννοήσεις του Απριλίου και ξέροντας ότι οι Αγγλογάλλοι ευνοούσαν, την εποχή εκείνη, την πολιτική των Σερβοβουλγάρων για να αναθερμάνουν τις σχέσεις τους με τη Ρωσία, ερώτησε τον βασιλέα Γεώργιο, ποια θα ήταν κατά τη γνώμη του η στάση των Γερμανοαυαστρικών σε περίπτωση ρήξεως στη Βαλκανική, αν δηλαδή ήταν διατεθειμένοι αυτοί να εγγυηθούν τα ελληνικά δίκαια. Ο Γεώργιος του απάντησε ότι οι μεν Γερμανοί ήταν περισσότερο Τούρκοι από τους ίδιους τους Τούρκους, οι δε Αυστριακοί επεδίωκαν ως γνωστόν κάθοδο στο Αιγαίο. Επομένως τίποτε δεν ήταν δυνατόν να περιμένει κανείς από αυτούς. Τότε ο Βενιζέλος κάλεσε τον Κορομηλά και του έδωσε το πράσινο φως για την έναρξη των νέων διαπραγματεύσεων (δηλαδή των διαπραγματεύσεων του Απριλίου, αυτές που διεξήγαγε ο Πανάς με τον Γκέσωφ, λέγοντας του επί λέξει τα εξής: «Η εγκάρδιος Συνεννόησις (δηλαδή Αγγλογάλλοι) και ο Γερμανισμός ευνοούσι την σλαβικήν επικράτησιν εν Μακεδονία άλλως ουδέν θετικόν δύνανται να μας εγγυηθούν. Εν τοιαύτη περιπτώσει δεν μας απομένει, ει μη η μετά των Σερβοβουλγάρων σύμπραξις και η ανάμιξης εις τον αγώνα διότι το να παραμείνουμε απλοί θεαταί διά να αντικρύσωμεν τετελεσμένα γεγονότα, αποτελεί έγκλημα και εθνικήν προδοσίαν. Αυτό ποτέ δεν πρέπει να πράξωμεν». Οι διαπραγματεύσεις Γκέσωφ-Πανά κατέληξαν σε μια συνθήκη αμυντική συμμαχίας που αποτελείται από ένα προοίμιο και τέσσερα άρθρα και υπογράφτηκε στη Σόφια την 16 Μαΐου 1912. Η συνθήκη ήταν μυστική και επικυρώθηκε και από τα δύο μέρη τον Ιούνιο. Συνοδευόταν από μια ερμηνευτική δήλωση που σχετιζόταν με την περίπτωση Ελληνοτουρκικού πολέμου εξαιτίας του Κρητικού ζητήματος. Το Σεπτέμβριο του 1912 συνήφθη και στρατιωτική σύμβαση που αποτελείται και αυτή από ένα προοίμιο και οκτώ άρθρα και υπογράφτηκε από τον Γκέσωφ και το στρατηγό Φίτσερ από βουλγαρικής πλευράς και από τον Δ. Πανά και τον λοχαγό (τότε) Ιωάννη Μεταξά από ελληνικής πλευράς. Η υπογραφή έγινε στη Σόφια στις 22 Σεπτεμβρίου. Δεκαπέντε ημέρες αργότερα εξερρηγνύετο ο Πρώτος Βαλκανικός Πόλεμος. Μετά την ευτυχή για την Ελλάδα κατάληξη των Βαλκανικών Πολέμων, ο Κορομηλάς παραιτήθηκε από το Υπουργείο των Εξωτερικών. Διάδοχος του ο Γεώργιος Στρέιτ. Ανέλαβε τότε για λίγο πρέσβης στη Ρώμη. Κατόπιν παραιτήθηκε και ξαναπήγε, ιδιωτικά, στην Ουάσιγκτον χωρίς να επαναλάβει τη δημόσια δράση του. Ο Κορομηλάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1854 και πέθανε στην Ουάσιγκτον το 1923. Σπούδασε στην Αθήνα και στο Τύμπιγκεν φυσικομαθηματικά και έγινε διδάκτωρ το 1877. Κατόπιν πήγε στο Παρίσι και σπούδασε Πολιτική Οικονομία. Όταν γύρισε στην Αθήνα το 1880, επιδόθηκε σε μελέτες διεθνούς δικαίου και πολιτικής Οικονομίας. Έγινε διευθυντής του Εθνικού Τυπογραφείου και γενικός γραμματέας του Υπουργείου των Οικονομικών. Αργότερα αποσύρθηκε από τη Δημόσια Υπηρεσία και ασχολήθηκε με την έκδοση της ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΣ ενός σοβαρότατου επιστημονικού, φιλολογικού, αλλά και πολιτικού οργάνου, όπου και δημοσίευσε πολλές μελέτες του. Η έκδοση της ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΣ συνεχίστηκε μέχρι των αρχών της δεκαετίας του 1890 οπότε διεκόπη και ο Κορομηλάς μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπως είπαμε παραπάνω. Από τις πολυπληθείς μελέτες του οι περισσότερες των οποίων ήταν πολιτικού και οικονομολογικού περιεχομένου δύο εδημοσιεύθηκαν αυτοτελώς: «Έσοδα και Φόροι» (1894) και «Τα Οικονομικά της Ελλάδος από το 1848 μέχρι το 1903» (1904). Ο Λάμπρος Κορομηλάς υπήρξε θαρραλέος πολιτικός, άνδρας και πολύπλευρος επιστήμονας, που προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στο Έθνος.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΛΙΚΑΝΙΩΤΗΣ
ΕΛΛΑΔΑ 20ΟΣ ΑΙΩΝΑΣ


from ανεμουριον https://ift.tt/2urniaV
via IFTTT
Από το Blogger.