Η φωτογραφική τέχνη του Σπύρου Μελετζή

Επίμονος, παράτολμος, ακολούθησε με συνέπεια το δικό του δρόμο, αποτυπώνοντας με το φακό ό,τι δονούσε την ψυχή και την ευαισθησία του. Και δημιούργησε ένα έργο μοναδικό, καταγράφοντας γεγονότα και πρόσωπα που σημάδεψαν τον τόπο τα τελευταία εβδομήντα χρόνια. Υπάρχουν άνθρωποι που αντιλαμβάνονται τη ζωή σαν ένα θαύμα, του οποίου είναι καθημερινά κοινωνοί. Αντλούν χαρά και γνώση από κάθε τι, δείχνοντας με τη φωτεινή και δροσερή σαν αύρα παρουσία τους ότι υπάρχουν δρόμοι για μια γεμάτη αρμονία ζωή.
O Σπύρο􏰀ς Mελετζ􏰅ής 88 ετών | Φωτ. Σαράντη Σακελλάκο􏰀υ
Στους ξεχωριστούς αυτούς ανθρώπους ανήκει ο φωτογράφος Σπύρος Μελετζής, που σκαρφαλώνει ακόμα στον Όλυμπο και τρέχει να φωτογραφήσει τους Δελφούς όταν ανθίζουν οι παπαρούνες. Όσοι τον γνώρισαν, καλοτυχίζουν τον εαυτό τους. Είναι γελαστός, καλόγνωμος και δεινός αφηγητής, όταν μαζί με τις περιπέτειες του διηγείται γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή του τόπου τα τελευταία εβδομήντα χρόνια. Γεγονότα που αποτύπωσε με το φακό του, υπηρετώντας τη φωτογραφία, που υπήρξε, όπως ο ίδιος λέει, «το μεγάλο σχολείο της ζωής του».
Ο Σπύρος Μελετζής σε ηλικία 38 ετών | 1944 | Βίνιανη
Ο Σπύρος Μελετζής το 1994. Καλόγνωμος, πάντα χαμογελαστός, ανήκει στους ξεχωριστούς εκείνους ανθρώπους που με τη φωτεινή και δροσερή σαν αύρα παρουσία τους, δείχνουν δρόμους για μια ζωή γεμάτη αρμονία (φωτ.: Σαράντης Σακελλάκος). Γεννήθηκε στην Ίμβρο, το 1906, στο χωριό Άγιοι Θεόδωροι, γενέτειρα επίσης του οικουμενικού πατριάρχη Βαρθολομαίου και του αρχιεπισκόπου Αμερικής Ιακώβου. Όπως το ήθελε η παράδοση στο νησί, ο πατέρας του Σπύρου Μελετζή, τενεκιτζής στο επάγγελμα, ονειρευόταν να δει τον πρωτότοκο γιο του δεσπότη. Πέθανε όμως νέος, γεγονός που ανάγκασε τον δωδεκάχρονο τότε Σπύρο να εγκαταλείψει το σχολείο και να μπει στη βιοπάλη, επωμιζόμενος τα βάρη της φτωχής του οικογένειας, που είχε άλλα τέσσερα μικρότερα παιδιά. Τον Ιανουάριο του 1923, όταν οι Ίμβριοι είχαν πλέον βάσιμους φόβους ότι το νησί τους θα παραχωρηθεί στην Τουρκία, ο Μελετζής έφυγε για την Αλεξανδρούπολη, όπου επί ένα χρόνο εργάσθηκε σε υφασματοπωλείο. Στη συνέχεια άρχισε να δουλεύει στο εργαστήριο του φωτογράφου και συγγενή του Α. Παναγιώτου, όπου αγάπησε τη φωτογραφία. Ένα πρωινό, γοητευμένος είδε στην παραλία μία εικόνα μοναδικής ομορφιάς. Πάνω στα καΐκια στέγνωναν τα βρεγμένα από τη βραδινή βροχή πανιά, ενώ μαούνες και βενζίνες μετέφεραν εμπορεύματα από τα αραγμένα στο βάθος του λιμανιού βαπόρια, καθώς ο ήλιος σχημάτιζε ένα φωτεινό μονοπάτι πάνω στη θάλασσα. Αμέσως έτρεξε στο εργαστήριο, πήρε τον τρίποδα και τη μηχανή και επέστρεψε στην παραλία. Η φωτογραφία του κέρδισε το πρώτο βραβείο σε έκθεση της Θεσσαλονίκης (1924), μόνο που δεν βραβεύτηκε ο ίδιος, αλλά ο Παναγιώτου, που την παρουσίασε για δική του. «Δεν πειράζει. Όταν είσαι υπάλληλος, δεν γίνεται διαφορετικά», θα πει ο Σπύρος Μελετζής.
Η Ελένη Παπαδάκη | Με τον Σπύρο Μελετζή γνωρίστηκαν το 1951 και συνεργάζονται μέχρι σήμερα, έχοντας ξεκινήσει το 1952 με τους υποδειγματικούς οδηγούς αρχαιολογικών χώρων και μουσείων
Τεσσεράμισι χρόνια αργότερα, πήγε στην Αθήνα όπου χρειάστηκε όλη τη μακροθυμία του για να αντέξει το δύσκολο χαρακτήρα του γνωστού φωτογράφου και εργοδότη του Γιώργου Μπούκα. Ακόμη θυμάται την ημέρα που έπαθε ίκτερο, όταν ο Μπούκας, αφού τον έβαλε να αντιγράψει έξι φορές την ίδια φωτογραφία, του είπε: «Εσύ δεν πρόκειται να γίνεις φωτογράφος». Χρειάστηκαν δέκα χρόνια σκληρής δουλειάς για να αποσπάσει τη σιωπηλή αποδοχή του Μπούκα. Τότε όμως τον κέρδισε η ύπαιθρος, για την οποία εγκατέλειψε το σκοτεινό θάλαμο, γοητευμένος από το τοπίο της Ηπείρου, όπου ταξίδεψε νιόπαντρος, το 1937, με τη γυναίκα του Ιουλία. Όταν επέστρεψε στην Αθήνα, υπέβαλε παραίτηση και ξεκίνησε την πρώτη περιοδεία στην Ήπειρο, που κράτησε 22 μήνες και υπήρξε ο πρώτος μεγάλος σταθμός της φωτογραφικής του πορείας. Οι περιπέτειες του δεν είχαν τελειωμό. Όταν δεν έβρισκε λεωφορείο ταξίδευε με τα πόδια, φορτωμένος στην πλάτη δεκαπέντε οκάδες φορτία (πλάκες, μηχανή, τρίποδα). Ακόμη θυμάται πόσα ζευγάρια αρβύλες έλιωσε κατά τις πολύωρες πεζοπορίες του (16-20 ώρες) στα Τζουμέρκα, όπου ήταν ευτυχής όταν μοιραζόταν το ξεροκόμματο κάποιου τσομπάνη. Δεν έλειψαν οι φορές που ξεγέλασε την πείνα του με μούρα και με κράνα. Και παρά τις διαμαρτυρίες της Ιουλίας που μοιράστηκε μαζί του ξεροκόμματα τηγανισμένα στο λάδι, δεν δίσταζε να εγκαταλείπει τα μέρη (Άρτα, Ιωάννινα, κ.ά.), όπου μετά από σύντομη εγκατάσταση κέρδιζε το 1938 έως και 27.000 δραχμές όταν -τότε- ο μέσος μηνιαίος μισθός ήταν 1.500 δραχμές. Έτσι συνέχισε τη ζωή του, αδιαφορώντας για το χρήμα, που ποτέ δεν απέκτησε. Αγαπούσε τόσο πολύ την Ελλάδα, τους ανθρώπους της και τη φωτογραφία ώστε του ήταν αδιανόητο να κλειστεί σε ένα στούντιο, όταν η χώρα ζούσε ιστορικές στιγμές, όπως η Κατοχή και η Εθνική Αντίσταση. Ακόμα θυμάται με θαυμασμό τί του απάντησε η γερόντισσα που συνάντησε στη Βίνιανη, το στρατηγικό κέντρο των ανταρτών, όταν τη ρώτησε πώς άντεχε, τόσο γριά, να κουβαλάει ζαλίγκα μια κασόνα: «Αγώνας είναι αυτός συναγωνιστή. Άμα τον κερδίσουμε, τα κερδίζουμε όλα, κι όταν τον χάσουμε, τα χάνουμε όλα».
Ο ποταμός Αχέρων | 1970
Τρίτος σταθμός στη ζωή του στάθηκε η γνωριμία του με την Ελένη Παπαδάκη, χάρη στην οποία βρήκε τη δύναμη να μελετήσει, με υπομονή μικρού μαθητή, την αρχαία ιστορία και τέχνη, για να γράψουν μαζί τους οδηγούς των αρχαιολογικών χώρων και μουσείων που φωτογραφίζουν από το 1952. Την άρτια αυτή δουλειά δεν στηρίζει κανένας αρμόδιος φορέας, ενώ η Πολιτεία δεν τίμησε τον Σπύρο Μελετζή και το μοναδικό για την ιστορία του τόπου έργο του, έστω με μια σύνταξη. Απέρριψε την αίτησή του για τη σύνταξη που παρέχει το ΥΠΠΟ στους λογοτέχνες και κώφευσε στο επίμονο διάβημα του Συνδέσμου Δημοσιογράφων της Αντίστασης να δοθεί σύνταξη σ' έναν φωτογράφο του οποίου το έργο βραβεύτηκε σε ελληνικές αλλά και διεθνείς εκθέσεις.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΡΑΪΟΥ Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΜΕΛΕΤΖΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ 1994


from ανεμουριον https://ift.tt/2RGDkXM
via IFTTT
Από το Blogger.