Μιχαήλ ο Μέθυσος (842-867)

Τον Θεόφιλο διαδέχτηκε ο ανήλικος (τριών ετών) γιος του Μιχαήλ Γ' (839-867, Κωνσταντινούπολη) ο οποίος επιτροπευόταν από τη μητέρα του Θεοδώρα και από τη μεγαλύτερη αδελφή του Θέκλα. Οι τρεις συμβασιλείς είχαν οριστεί από τον Θεόφιλο. Συγχρόνως ο Θεόφιλος είχε ορίσει ένα ολιγομελές συμβούλιο το οποίο θα ασκούσε την κυβερνητική εξουσία. Μέλη αυτού του συμβουλίου ήταν τα αδέλφια της Αυγούστας Βάρδας και Πετρώνας ο μάγιστρος Σέργιος Νικητιάτης, που μάλλον ήταν θείος της Θεοδώρας και ο ευνοούμενος της λογοθέτης του δρόμου Θεόκτιστος. Η Αυγούστα προσήγγισε τον Θεόκτιστο ο οποίος ήταν πειθαρχημένος κρατικός λειτουργός, ενώ ο αδελφός της Βάρδας υπήρξε μεν ικανός και έξυπνος αλλά χωρίς ηθικούς φραγμούς. Πάντως ο Θεόκτιστος πήρε στα χέρια του ολόκληρη την κρατική εξουσία (μέχρι το θάνατο του το 856 μ.Χ.) και αφού απομάκρυνε το Βάρδα έμεινε ο μοναδικός σύμβουλος της Θεοδώρας. Ο Θεόκτιστος διέθετε μεγάλη μόρφωση, ενίσχυσε την παιδεία και διαχειρίστηκε με σύνεση τα οικονομικά του κράτους.
Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ Γ'
Οι βυζαντινοί ιστοριογράφοι της εποχής της Μακεδονικής δυναστείας για να δικαιολογήσουν τις δολοφονικές πράξεις του Βασιλείου του Α', του ιδρυτή της ένδοξης αυτής δυναστείας, που ανέδειξε λαμπρούς αυτοκράτορες, περιγράφουν τον Μιχαήλ Γ' ως άνθρωπο τελείως διεφθαρμένο, ασεβή προς τους νόμους, προς τη θρησκεία και προς τη μητέρα του Θεοδώρα. Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι στη διαφθορά του είχε συντελέσει ο θείος του καίσαρας Βάρδας, τον οποίο επίσης παριστάνουν ως άνθρωπο τελείως αδίστακτο, ανήθικο και ασυνείδητο. Με αυτό το πνεύμα έγραψαν και νεότεροι ιστορικοί όπως ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο Σπύρος Λάμπρος, ο Vasiliev ο Γκέλστερ και άλλοι. Την κατασυκοφάντηση αυτή του νεαρού αυτοκράτορα και από συγχρόνους του και από μεταγενέστερους επεχείρησε να εξαλείψει ο Η. Gregoire ο οποίος κατά τη Χριστοφιλοπούλου (ορθώς επεσήμανε τας ψευδολογίας και υπερβολάς των βυζαντινών χρονογράφων και επέστησε την προσοχήν, εις την μαρτυρίαν των επιγραφικών μνημείων. Ο Η. Gregoire γράφοντας το 1942 το έργο του «Ο Διγενής Ακρίτας - Η βυζαντινή εποποιία στην ιστορία και στην ποίηση» τονίζει αρκετά ενδιαφέροντα σχετικά με την προσωπικότητα του Μιχαήλ Γ'. Κατά την εποχή της βασιλείας του συνέβησαν μεγάλα έργα και εμφανίστηκαν σημαντικές προσωπικότητες, άκμαζε ο μέγας πατριάρχης Φώτιος, απεκρούσθη η πρώτη επίθεση των Ρώσων εναντίον της Κωνσταντινούπολης, βαφτίστηκαν οι Βούλγαροι. Ο Ostrogorky παρατηρεί όμως με ευστοχία ότι «Η πρωτοβουλία για τα πολλά μεγάλα έργα που συντελέσθηκαν την περίοδο της βασιλείας του δεν ανήκε σ' αυτόν. Ο ίδιος δεν ήταν μεγάλος αλλά η εποχή του, η εποχή του Βάρδα και του Φωτίου».
ΑΝΑΣΤΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ
Η Θεοδώρα και οι σύμβουλοι της θεώρησαν ως πρώτο καθήκον τους την διευθέτηση του ζητήματος των εικόνων. Ο χρόνος είχε αποδείξει ότι η εικονομαχία είχε εκτονωθεί. Και οι δυο πλευρές είχαν κουραστεί από τις μακροχρόνιες έριδες. Περισσότερο από έναν αιώνα (127 χρόνια) είχε διαρκέσει η εικονομαχία και η αναστάτωση της κοινωνίας και του κράτους, που προήλθε από αυτή. Προκαλεί εντύπωση η ταχύτητα και η ομαλότητα με την οποία έγινε η αναστήλωση. Πρώτα-πρώτα έπρεπε να απομακρυνθεί από τον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης ο εικονομάχος πατριάρχης Ιωάννης ο Γραμματικός. Πράγματι λοιπόν καθήρεσαν τον λόγιο πατριάρχη και ανεβίβασαν στον πατριαρχικό θρόνο τον ομολογητή Μεθόδιο, Σικελιώτη ως προς την καταγωγή, ο οποίος υπήρξε παλαιός εικονόφιλος και ευσεβής. Εν τω μεταξύ συνεκλήθη στην Κωνσταντινούπολη «θορυβωδέστατη Σύνοδος» (Gelzer), η οποία εφαρμόζοντας τις αποφάσεις της 7ης Οικουμενικής Συνόδου αποφάσισε το Μάρτιο του 843 μ.Χ. την αναστήλωση των εικόνων. Όλα τα διατάγματα κατά των εικονόφιλων καταργήθηκαν. Όταν η Σύνοδος τελείωσε τις εργασίες της έγινε στην Αγία Σοφία μια επίσημη λειτουργία στις 11 Μαρτίου του 843 την πρώτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η οποία ονομάζεται Κυριακή της Ορθοδοξίας. Από τότε η ημέρα αυτή έχει μεγάλη σημασία για την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία πανηγυρίζει κάθε χρόνο το θρίαμβο της Ορθοδοξίας. Έτσι έληξε οριστικά η Εικονομαχία και μέσα σε λίγα χρόνια, λησμονήθηκαν τα πάθη και τα μίση. Εδώ, χρειάζεται να προσέξουμε κάτι πολύ σημαντικό. Η αναστήλωση των εικόνων δεν σημαίνει, ότι το μεταρρυθμιστικό έργο των μεγάλων μεταρρυθμιστών αυτοκρατόρων απέτυχε. Αντιθέτως, είναι αναμφισβήτητο ότι ως ένα σημείο, πέτυχαν τα μεταρρυθμιστικά σχέδια των Ισαύρων που απέβλεπαν στην κοινωνική αναμόρφωση. Η βυζαντινή κοινωνία αφού ανακαινίστηκε μέσα στην εικονομαχική πάλη, παρασκευάστηκε για μια λαμπρή πνευματική αναγέννηση και πολιτιστική ακτινοβολία που θα σημειωθεί κατά την εποχή της βασιλείας του Μιχαήλ Γ' (η οποία ονομάστηκε «νέα εποχή») με την άνοδο στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης του Φωτίου, του μεγαλύτερου σοφού που ανέδειξε το Βυζάντιο τον 9ο αιώνα, με την αναδιοργάνωση του Πανεπιστημίου της Μαγναύρας, με το θρίαμβο κατά των Αράβων και των Ρώσων, και τέλος με τον εκχριστιανισμό των Σλάβων και των Βουλγάρων.
ΔΙΩΓΜΟΙ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΠΑΥΛΙΚΙΑΝΩΝ
Ένα σημαντικό πρόβλημα που είχε να αντιμετωπίσει η Θεοδώρα και το συμβούλιο των επιτρόπων, ήταν η αίρεση των Παυλικιανών. Η αίρεση αυτή είχε ξεκινήσει από την Αρμενία (660 μ.Χ.) και σιγά σιγά είχε διαδοθεί σ' ολόκληρη τη Μικρά Ασία. Κέρδισε φανατικούς οπαδούς και επρόκειτο να διαδραματίσει σπουδαίο ρόλο στα βυζαντινά πράγματα μέχρι την εποχή του Ιωάννη Τσιμισκή (969 - 976 μ.Χ.). Ονομάζονταν με αυτό το όνομα γιατί έτρεφαν ιδιαίτερο σεβασμό προς τη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου. Ας δούμε όμως αναλυτικά τη διδασκαλία των Παυλικιανών και στο θεολογικό και στο κοινωνικό της περιεχόμενο. Επίστευαν σε δυαδική αρχή του κόσμου δηλαδή σε δύο θεούς, σε ένα «αγαθόν Θεόν» και σε ένα «πονηρόν Θεόν». Οι Παυλικιανοί απέρριπταν την Παλαιά Διαθήκη και από την Καινή Διαθήκη δέχονταν μόνο τα Ευαγγέλια, τις Πράξεις των Αποστόλων τις επιστολές του Παύλου και τις Καθολικές επιστολές του Ιακώβου, του Ιωάννη και του Ιούδα. Δεν αναγνώριζαν τη Θεοτόκο, τους προφήτες και τους αγίους. Βασικό ιδεώδες τους ήταν η επιστροφή στην απλή ζωή των πρωτοχριστιανικών χρόνων. Οι ίδιοι μάλιστα οργάνωσαν τις κοινότητες τους με τον τρόπο που λειτουργούσε η κοινωνία των πρώτων χριστιανών. Στον κοινωνικό τομέα οι Παυλικιανοί κατηγορούσαν την ανισότητα (η βυζαντινή κοινωνία ανισότητας) που επικρατούσε, τον πλούτο των επισκόπτων και την ύπαρξη εκκλησιαστικής περιουσίας. Η διδασκαλία των Παυλικιανών είχε διαδοθεί πολύ στα λαϊκά στρώματα των επαρχιακών πόλεων, στους φτωχούς αγρότες και στους δουλοπάροικους. Ο Παυλικιανισμός διαδόθηκε στις κεντροανατολικές επαρχίες της Μικράς Ασίας και στην Αρμενία. Κατά την περίοδο της Εικονομαχίας είχαν ταχθεί με το μέρος των εικονομάχων αυτοκρατόρων της πρώτης περιόδου, οι οποίοι σε αντάλλαγμα τους υπεστήριξαν. Αργότερα κατά τη δεύτερη περίοδο της Εικονομαχίας απέκτησαν μεγάλη, ώστε αναγκάστηκε και ο ορθόδοξος Μιχαήλ Ραγκαβές και οι τελευταίοι εικονομάχοι διάδοχοι του (Μιχαήλ Β', Λέων Ε' και Θεόφιλος) να πάρουν μέτρα εναντίον τους. Κατά την εποχή του Θεόφιλου εξαιτίας των συνεχιζόμενων εναντίον τους διωγμών, ένα μέρος από αυτούς κατέφυγαν μαζί με τον αρχηγό τους, Καρβέα σε αραβικό έδαφος. Μετά την αναστήλωση των εικόνων (843) η Θεοδώρα και οι σύμβουλοι της επεχείρησαν σκληρότερους διωγμούς κατά των Παυλικιανών. Τόσο σκληροί ήταν οι νέοι διωγμοί ώστε κατά την έκφραση ενός ιστορικού θα μπορούσαν να προκαλέσουν «τη φρίκην και αυτών των Ούννων του Αττίλα». Λέγεται ότι εκτελέστηκαν 100.000, ενώ οι υπόλοιποι αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην προστασία του εμίρη της Μελιτήνης, ο οποίος τους παρεχώρησε γαίες προς εγκατάσταση. Το έτος 862 μ.Χ. ο στρατηγός Πετρωνάς (αδελφός της Θεοδώρας και του Βάρδα) κατόρθωσε να τους νικήσει σε μεγάλη μάχη, στην οποία σκοτώθηκε και ο αρχηγός του Καρβέας.
ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΣΛΑΒΩΝ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ
Ο συγγραφέας αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ' ο Πορφυρογέννητος στο «Περί θεμάτων» έργο του μας μιλάει για την ανταρσία των Σλάβων της Πελοποννήσου η οποία άρχισε κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Θεοφίλου, αλλά έγινε περισσότερο ανησυχητική επί Μιχαήλ Γ' (το 845 - 849). Ο Πορφυρογέννητος γράφει επί λέξει τα εξής: «Μόνοι δε οι Εζερίται και οι Μηλιγγοί κατελείφθησαν υπό την Λακεδαιμονίαν και το Έλος. Και επειδή όρος εστίν εκείσε μέγα και υψηλότατον καλούμενον Πενταδάκτυλος και εισέρχεται ώσπερ τράχηλος εις την Θάλασσαν έως πολλού διαστήματος, δια το είναι τον τόπον δύσκολον, κατώκησαν εις τας πλευράς του αυτού όρους εν μεν τω ενί μέρει οι Μηλιγγοί εν δε τω ετέρω οι Εζερίται». Εναντίον των στασιαστών, έστειλε η Θεοδώρα τον στρατηγό του θέματος Πελοποννήσου Θεόκτιστο Βρυέννιο, ο οποίος μετά από μακροχρόνιο αγώνα κατόρθωσε να τους υποτάξει (το 849 μ.Χ.)• Δεν τους υπέταξε όμως όλους. Δυο σκληροτράχηλα σλαβικά φύλα οι Μηλιγγοί και οι Εζερίται, τα οποία κατοικούσαν γύρω από τη Σπάρτη, (οι Μηλιγγοί) και γύρω από το Έλος (οι Εζερίτες) δεν υποτάχθηκαν, αλλά μόλις πλησίαζε ο βυζαντινός στρατός κατέφυγαν στις απόκρημνες πλαγιές του Πενταδάκτυλου (του Ταύγετου) και έτσι διατήρησαν αυτονομία με την υποχρέωση να πληρώνουν ετήσιο φόρο οι μεν Εζερίτες τρακόσια νομίσματα, ενώ οι Μηλιγγοί εξήντα νομίσματα. Εκεί κατά τον Παπαρρηγόπουλο (εμφωλευμένους τους εύρον οι Φράγκοι κατά τον δέκατον τρίτον αιώνα». Αργότερα κατά το 921/922 επρόκειτο να προβάλουν την τελευταία οργανωμένη αντίσταση τους κατά της κεντρικής εξουσίας του Βυζαντίου. «Έκτοτε περιορισθέντες εις τα απρόσιτα κρησφύγετα του Ταϋγέτου, απολέσαντες την εθνική των ιδιορυθμίαν, επέζησαν μέχρι του δεκάτου πέμπτου αιώνος, ότε δια τελευταίαν φοράν μνημονεύονται». «Η τελευταία περί αυτών μαρτυρία εύρηται παρά Λαονίκω Χαλκονδύλη». Αν δεν διασώζονταν μέχρι σήμερα κάποια τοπωνύμια (ονόματα πόλεων, χωριών, χωραφιών κλπ.) κανείς δεν θα μπορούσε να υποθέσει ότι στις πλαγιές του Ταϋγέτου και στις παρακείμενες περιοχές έζησαν επί αιώνες Σλάβοι οι οποίοι εδώ και αιώνες έχουν αφομοιωθεί.
ΠΟΛΕΜΟΙ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΑΡΑΒΩΝ ΣΤΗ ΣΙΚΕΛΙΑ
Οι Άραβες συνέχισαν τη θριαμβευτική τους προέλαση στη Σικελία και επί της βασιλείας του Μιχαήλ Γ'. Το 843 μ.Χ. κατέλαβαν τη Μεσσήνη, και το 845 μ.Χ. άλλα φρούρια. Μπροστά σ' αυτές τις δυσκολίες οι Βυζαντινοί προσπάθησαν να αντιδράσουν με την αποστολή εκστρατευτικού σώματος (846 μ.Χ.) το οποίο έπαθε ολοσχερή καταστροφή. Το 847 μ.Χ. κατέλαβαν τους Λεοντινούς. Τα επόμενα χρόνια οι Άραβες συνεχώς προωθούνται και στη Σικελία και στη Νότια Ιταλία όπου υπήρχαν και εκεί βυζαντινές κτήσεις.
ΠΟΛΕΜΟΙ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΑΡΑΒΩΝ
ΑΚΡΙΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
Οι αγώνες των Βυζαντινών κατά των Αράβων συνεχίζονται στα ανατολικά σύνορα και κατά τη διάρκεια της βασιλείας της Θεοδώρας και του Μιχαήλ Γ'. Το 843 μ.Χ. ο λογοθέτης Θεόκτιστος επικεφαλής ισχυρού στόλου επεχείρησε εκστρατεία εναντίον των Αράβων της Κρήτης και κατόρθωσε για ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα (843 - 44) να αποκαταστήσει εκεί τη βυζαντινή κυριαρχία. Λίγα χρόνια αργότερα το 853 μ.Χ. οι Βυζαντινοί πραγματοποιούν τολμηρή επιχείρηση στα παράλια της Αιγύπτου, όπου κατέλαβαν τη Δαμιέτη στις εκβολές του Δέλτα του Νείλου. Η σημαντική αυτή επιτυχία των βυζαντινών είχε ως αποτέλεσμα να αρχίσουν οι Άραβες της Αιγύπτου την κατασκευή στόλου και έτσι να θέσουν τις βάσεις της ναυτικής τους δύναμης. Μετά το 856, οπότε δολοφονήθηκε ο Θεόκτιστος από τον Βάρδα μπροστά στα μάτια του Μιχαήλ Γ' και με την έγκριση του κατέλαβαν την εξουσία ο Μιχαήλ Γ' και ο θείος του Βάρδας παραμερίζοντας τη Θεοδώρα, αρχίζουν οι μεγάλες πολιτικές και πολιτιστικές εξορμήσεις των Βυζαντινών. Το 859 μ.Χ. βυζαντινός στρατός με επικεφαλής τον ίδιο τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ' και τον πανίσχυρο τώρα θείο του καίσαρα Βάρδα, κατευθύνθηκε προς τα Σαμόσατα κοντά στον Ευφράτη τα οποία πολιόρκησε χωρίς όμως επιτυχία.

Τον ίδιο χρόνο ο αυτοκράτορας ανοικοδόμησε την Άγκυρα, όπως δείχνουν επιγραφές που διασώθηκαν στα τείχη αυτής της πόλης. Το 860 μ.Χ. οι Άραβες ζητούν ειρήνη την οποία δέχεται ο Μιχαήλ Γ'. Η αποφασιστική σύγκρουση μεταξύ βυζαντινών και Αράβων έγινε το 863 μ.Χ. Ο εμίρης της Μελιτήνης Ομάρ εισήλθε στο βυζαντινό έδαφος και αφού λεηλάτησε το θέμα των Αρμενιακών έφτασε μέχρι την Αμισό στα παράλια του Ευξείνου Πόντου την οποία κατέλαβε. Εν τω μεταξύ οι Βυζαντινοί οργάνωσαν αντεπίθεση. Ο ικανότατος στρατηγός Πέτρωνας, αδελφός της Θεοδώρας και του Νάρδα, συγκέντρωσε τα στρατεύματα των Θεμάτων όχι μόνο της Μικράς Ασίας, αλλά και της Θράκης και Μακεδονίας και περικύκλωσε τους Άραβες κοντά στον Λαλακάοντα ποταμό δυτικά από τον Άλυ. Ο εμίρης Ομάρ προσπάθησε να διασπάσει τον κλοιό αλλά όταν διαπίστωσε ότι αυτό ήταν αδύνατο, ρίχτηκε στον αγώνα και βρήκε το θάνατο. Ο αραβικός στρατός εξοντώθηκε ολοκληρωτικά. Η πολύνεκρη αυτή μάχη, η οποία διεξήχθη στις 3 Σεπτεμβρίου του 863 μ.Χ. βρήκε απήχηση στη επική όχι μόνο των βυζαντινών Ελλήνων αλλά και των Αράβων και των Περσών. Τότε γεννιούνται τα πρώτα δημοτικά ακριτικά τραγούδια και το ακριτικό έπος ή έπος του Διγενή Ακρίτα, το οποίο είχε αρχίσει να διαμορφώνεται από τον ένατο αιώνα, αφού υπάρχουν σ' αυτό απηχήσεις της καταστροφής του Αμορίου (838 μ.Χ.) και της νίκης στον Λαλακάοντα (863 μ.Χ.). Ο Νικόλαος Πολίτης παρατήρησε ότι η ακριτική ποίηση έζησε επί χίλια χρόνια στην ψυχή του ελληνικού λαού και την συνεκίνησε βαθύτατα, αλλά όπως ευστόχως παρετήρησε και ο Κ. Άμαντος «Η διατήρησις της ακριτικής ποιήσεως επί χίλια έτη φαινόμενον εξαιρετικόν και σπουδαιότατον, δεικνύει ότι αυτή είχε γίνει εθνικόν κτήμα και εξαπλώθη όχι μόνον εις την Ανατολήν, αλλά εις όλας τας ελληνικός επαρχίας».
ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ (860 μ.Χ.)
Ένα πολύ σημαντικό γεγονός των χρόνων αυτών ήταν η πρώτη επιδρομή των Ρώσων κατά της Κωνσταντινουπόλεως. Οι Ρώσοι ήταν λαός Σκανδιναυβικής καταγωγής οι οποίοι έδωσαν όχι μόνο το όνομα αλλά και την κρατική οργάνωση στα φύλα του ανατολικού κλάδου, τους Δρεγοβίτσους, τους Κριβίτσους και τους Ραδιμίτσους, τους οποίους υπέταξαν. Με τα μονόξυλά τους διέπλευσαν το Δνείστερο έφτασαν στα βόρεια παράλια του Ευξείνου Πόντου και από εκεί προσέβαλαν τα βόρεια ελληνικά παράλια της Μικρός Ασίας όπου επεδίδονταν σε αρπαγέςς και λεηλασίες. Η πρώτη επαφή μεταξύ βυζαντινών και Ρώσων, χρονολογείται το 839 μ.Χ., όταν έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη Ρώσοι απεσταλμένοι με σκοπό τη σύναψη φιλίας. Είκοσι χρόνια αργότερα στις 18 Ιουνίου του 860 μ.Χ. δώδεκα χιλιάδες Ρώσοι με 200 μονόξυλά διέπλευσαν το Βόσπορο και επιτέθηκαν κατά της Κωνσταντινούπολης προκαλώντας φόβο και τρόμο στον άμαχο πληθυσμό, ο οποίος για πρώτη φορά τους έβλεπε. Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ μαζί με τον καίσαρα Βάρδα έλειπαν από την πρωτεύουσα. Τότε ο μέγας πατριάρχης Φώτιος, όπως άλλοτε ο Σέργιος πρωτοστάτησε στην άμυνα της πρωτεύουσας βοηθώντας τον αυτοκράτορα ο οποίος εν τω μεταξύ επέστρεψε στην Πόλη. Έγραψε μάλιστα ο σοφός Πατριάρχης και δυο επιστολές «Εις την έφοδον των Ρως» στις οποίες μας δίνει μια ζωηρή εικόνα του παγερού φόβου που ένιωσαν οι Βυζαντινοί, όταν αντίκρισαν τους άγριους και φοβερούς Ρώσους και εκφράζεται η ελπίδα ότι «η Μήτηρ του Λόγου» θα σώσει την Πόλη. Η απροσδόκητη επιστροφή του στρατού στην Κωνσταντινούπολη ανάγκασε προφανώς τους Ρώσους να εγκαταλείψουν την πολιορκία και να φύγουν.
ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΤΗΣ ΜΑΓΝΑΥΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΙΣΑΡΑ ΒΑΡΔΑ
Κατά την εποχή του Μιχαήλ Γ' συνεχίστηκε η πολιτιστική άνθηση που είχε αρχίσει επί Θεοφίλου. Ο καίσαρας Βάρδας «η άνευ αρχών μεγαλοφυία» κατά τον Gelzer «είχεν ένα τουλάχιστον έντιμον ενθουσιασμον τον προς την επιστήμην». Πράγματι ο ικανότατος αυτός πολιτικός υπεστήριξε με ζήλο την επιστήμη και τα γράμματα. Ίδρυσε (κατ' άλλους αναδιοργάνωσε) το Πανεπιστήμιο της Μαγναύρας, όπου κάλεσε να διδάξουν τους κορυφαίους λογίους της εποχής. Τη διεύθυνση του Πανεπιστημίου την ανάθεσε στον σοφό Λέοντα το μαθηματικό ή Φιλόσοφο, ο οποίος μπορούσε να είναι εντελώς ενημερωμένος και στη Φιλοσοφία και στα μαθηματικά και στην Ιατρική. Άλλος καθηγητής του Πανεπιστημίου αυτού ήταν ο Κωνσταντίνος ο Φιλόσοφος, ο οποίος λίγο αργότερα κήρυξε το χριστιανισμό στους Σλάβους της Μοραβίας, με το όνομα Κύριλλος. Άλλος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο αυτό ήταν ο μέγας Φώτιος «ο μεγαλύτερος δάσκαλος και λόγιος του αιώνα εκείνου» (Ostrogorsky). Το πρόγραμμα του Πανεπιστημίου απετελείτο από επτά μαθήματα, τα οποία είχαν υιοθετήσει οι σχολές του Βυζάντιου και της Δυτικής Ευρώπης. Εκεί διδάσκονταν μεταξύ των άλλων η Φιλοσοφία και αρχαίοι κλασσικοί συγγραφείς. Το Πανεπιστήμιο αυτό υπήρξε το πνευματικό κέντρο στο οποίο συγκεντρώθηκαν οι καλύτεροι διανοούμενοι της Αυτοκρατορίας.
ΦΩΤΙΟΣ
ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΧΙΣΜΑ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ
Κατά την εποχή αυτή, όπως ήδη τονίσαμε κυριαρχεί ο Φώτιος, η μεγαλύτερη φυσιογνωμία που ανέβηκε ποτέ στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Πνεύμα εξαιρετικά δυνατό, έξοχος πολιτικός και εύστροφος διπλωμάτης. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη γύρω στα 820 μ.Χ.. Καταγόταν από ευγενή και εύπορη οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν σπαθάριος, δηλαδή μέλος της αυτοκρατορικής φρουράς. Ο Φώτιος ήταν προικισμένος με σπάνια χαρίσματα της φύσεως, έκανε λαμπρές σπουδές και στην κοσμική (Θύραθεν) και στη Χριστιανική γραμματεία και αναδείχτηκε διαπρεπέστατος διδάσκαλος της Θεολογίας, της Φιλολογίας και της Φιλοσοφίας και μάλιστα της Αριστοτελικής, όπως μας βεβαιώνει ο Β. Τατάκης στη «Βυζαντινή Φιλοσοφία» του. Οι γνώσεις του όμως δεν περιορίζονταν σ' αυτές τις επιστήμες, αλλά επεξετείνονταν και στη νομική, στις φυσικές επιστήμες και στην ιατρική. Ακόμα και με την ποίηση ασχολήθηκε και «ανεδείχθη εις εκ των ουχί αδόκιμων ποιητών του αιώνος του». Ο Φώτιος ως συγγραφέας, όπως και ως άνθρωπος και Πατριάρχης υπήρξε πραγματικά μέγας, γιατί είναι αυτός που ανοίγει μια νέα εποχή διαφωτισμού, με τη μελέτη της κλασσικής ελληνικής φιλολογίας, με το γεγονός ότι διέσωσε το περιεχόμενο διαφόρων χειρογράφων, που δεν έφτασαν ως εμάς, και με την εξαιρετική φιλολογική δεινότητα που διέθετε, με ευστοχία παρατηρεί ο Καθηγητής Τωμαδάκης ότι τη φιλολογική του δόξα την οφείλει ο Φώτιος περισσότερο στην κοσμική του παιδεία παρά στην Θεολογική του μόρφωση. Τα έργα του Φωτίου είναι: Α) Ποιητικά: α) Λειτουργική ποίηση β) Ύμνοι γ) Επιγράμματα. Β) Ρητορικά: α) 19 Ομιλίες β) 260 επιστολές ρητορικού χαρακτήρα και μερικές ιστορικού. Γ) Φιλολογικά έργα: α) Λέξεων Συναγωγή β) Βιβλιοθήκη η Μυριόβιβλος, το σημαντικότερο έργο του Φωτίου. Κατά τον Krumbaczer είναι το σπουδαιότερο φιλολογικό έργο του Μεσαίωνα. Στη Μυριόβιβλο του ο Φώτιος δίνει αποσπάσπατα από 281 έργα πεζών συγγραφέων του αρχαίου, του ελληνιστικού και του Χριστιανικού κόσμου, τα οποία συνοδεύει με δικές του κριτικές παρατηρήσεις. Στα αποσπάσματα προτάσεις εισαγωγή και σε μερικά σύντομο βιβλιογραφικό σημείωμα. Η αξία αυτού του έργου είναι μεγάλη, γιατί έχει διασώσει αποσπάσματα συγγραμμάτων που έχουν χαθεί και για τα οποία δεν έχομε από πουθενά αλλού πληροφορίες, γ) Επιτομή εκ των Εκκλησιαστικών ιστοριών Φιλοστοργίου. Δ) Θεολογικά έργα: α) Δογματικά β) Εμηνευτικά γ) Παραινετικά και δ) Αμφιλοχία. Ε) Νομοκανικά. Από το έτος 847 μ.Χ. ήταν Πατριάρχης ο Ιγνάτιος, γιος του Μιχαήλ Ραγκαβές, άνθρωπος ευσεβής και συντηρητικός. Ο Ιγνάτιος έρχεται σε αντίθεση με τον πανίσχυρο Βάρδα (858 μ.Χ.) στον οποίο αρνείται τη θεία μετάληψη εξαιτίας της ανηθικότητάς του (συζούσε με την νύφη του, τη γυναίκα του γιου του). Ο Βάρδας οργισμένος απομακρύνει από το θρόνο τον Ιγνάτιο και τον εξορίζει (23 Νοεμβρίου 858 μ.Χ.) στη νήσο Τερέβινθο της Προποντίδας και έπειτα στη Μυτιλήνη. Έπειτα καλεί τον «πρωτοασηκρητί» του Παλατιού Φώτιο να καταλάβει τον Πατριαρχικό θρόνο, αλλά αυτός αρνείται επιμόνως. Τελικά υποχωρεί και μέσα σε 6 μέρες διανύει όλους τους βαθμούς της ιερωσύνης: 20 Δεκεμβρίου εκάρη μοναχός, στις 21 χειροτονήθηκε αναγνώστης, στις 22 χειροτονήθηκε υποδιάκονος, στις 23 διάκονος, στις 24 πρεσβύτερος και στις 25 (ημέρα των Χριστουγέννων του 858) χειροτονήθηκε επίσκοπος και κατέλαβε τον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Λίγο μετά την ανάρρηση του Φωτίου οι πιο ένθερμοι οπαδοί του Ιγνάτιου «εκήρυξαν τον πόλεμο» κατ του νέου Πατριάρχη. Τότε η Εκκλησία χωρίστηκε σε δύο στρατόπεδα: στους οπαδούς του Φωτίου και στους οπαδούς του Ιγνατίου. Οι Ιγνατιανοί κατηγορούσαν τον Φώτιο για την αντικανονική εκλογή του. Την εκλογή του Φωτίου αναγνώρισε η λεγόμενη «πρωτοδευτέρα» Σύνοδος του 861 μ.Χ. στην οποία πήραν μέρος και παπικοί αντιπρόσωποι. Η Σύνοδος αυτή καταδίκασε τον Ιγνάτιο. Οι αποφάσεις της έγιναν δεκτές και από τους παπικούς αντιπροσώπους οι οποίοι υποχώρησαν μπροστά στην «υπέρμετρη διπλωματική δεξιοτεχνία του Φωτίου» (Ostrogorsky). Όμως ο Πάπας Νικόλαος ο Α' παράτολμος και δραστήριος πολιτικός δεν δέχτηκε τις αποφάσεις της Συνόδου του 861, αποκήρυξε τους απεσταλμένους του και συγκάλεσε μια Σύνοδο στο Λατερανό, η οποία αθώωνε τον Ιγνάτιο, καταδίκαζε τον Φώτιο και ζητούσε την απομάκρυνση του Φωτίου (863 μ.Χ.). Δημιουργήθηκε τότε ψυχρότητα στις σχέσεις Ρώμης και Κωνσταντινούπολης, που έγινε πιο έντονη και οδήγησε σε ρήξη επειδή η Ρώμη αναμείχτηκε στα βουλγαρικά εκκλησιαστικά πράγματα. Ο ηγεμόνας των Βουγλάρων Βόγορης βαφτίστηκε Χριστιανός (το 864 μ.Χ.) από ιεραποστόλους του Φωτίου και ονομάστηκε Μιχαήλ. Ανάδοχος του έγινε ο ίδιος, ο βυζαντινός αυτοκράτορας Μιχαήλ Γ' ο οποίος έστειλε εκπρόσωπο του στη βάφτιση. Ύστερα από λίγο όμως ο Βόγορης επειδή ήθελε να απαλλαγεί από την επιρροή του Βυζαντίου, ζήτησε από τον Πάπα επισκόπους για να δώσουν «εκκλησιαστική κατεύθυνση». Οι παπικοί απεσταλμένοι εισήγαγαν (για μικρό βέβαια διάστημα) τη λατινική γλώσσα στη λειτουργία και γενικά προσπάθησαν να επιβάλλουν την παπική εξουσία σε όλη τη Βουλγαρία. Η ανάμειξη αυτή του πάπα περιέπληξε ακόμα περισσότερο τις μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινούπολης σχέσεις. Ο φιλόδοξος Πάπας Νικόλαος Α' προσπάθησε να εκμεταλλευθεί την ευκαιρία που του δινόταν για να αποκαταστήσει την δικαιοδοσία της δυτικής εκκλησίας στις περιοχές που οι βυζαντινοί αυτοκράτορες (κυρίως ο Λέων Γ') παλαιότερα είχαν αποσπάσει από την εκκλησία της Ρώμης και είχαν υπαγάγει στο πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Ζητούσε με λίγα λόγια ολόκληρη την Βαλκανική Χερσόνησο (το Ιλλυρικό όπως λεγόταν τότε). Ο Φώτιος ο οποίος μέχρι τότε (άνοιξη του 867 μ.Χ.) είχε αντιμετωπίσει τα γεγονότα με μετριοπάθεια, τώρα εξοργίστηκε και αναγκάστηκε να πάρει δραστικά μέτρα. Συνεκάλεσε τοπική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη στην οποία καταδίκασε τις αντικανονικές ενέργειες του παπικού κλήρου και προπάντων το περίφημο δόγμα του «fllioque = και εκ του υιού» (άνοιξη του 867), αναθεμάτισε τον Πάπα Νικόλαο και απέκρουσε κάθε επέμβαση της Ρώμης στα πράγματα της Ανατολικής Εκκλησίας. Συγχρόνως συνέταξε και εξαπέστειλε στα τρία πατριαρχεία της Ανατολής την περίφημη εγκύκλιο επιστολή του. Σ' αυτήν αναπτύσσει τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στις δύο εκκλησίες, στο τελετουργικό μέρος και στο θέμα της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος (το filioque). Καταγγέλλει ακόμη τις αξιώσεις του πάπα στο Ιλλυρικό, δηλαδή σε περιοχές του βυζαντινού κράτους και τις επεμβάσεις του στη Βουλγαρία, που είχε εκχριστιανιστεί με Ορθόδοξους ιεραποστόλους, και τέλος καλεί τους πατριάρχες σε γενική σύνοδο που θα λύσει οριστικά το ζήτημα. Η εγκύκλιος επιστολή του Φωτίου υπήρξε το σύνθημα της εθνικής ανεξαρτησίας της ελληνικής εκκλησίας από τη Ρώμη. Εδώ αξίζει να δώσουμε το λόγο σε έναν ξένο ο οποίος επιγραμματικά τονίζει ακριβώς την εθνική πλευρά του ζητήματος: «Ο Φώτιος ηγέρθη με σθένος υπέρμαχος του Ελληνικού έθνους και της πνευματικής αυτού ελευθερίας απέναντι των αξιώσεων της Ρώμης». Αυτή είναι η κοσμοϊστορική σημασία της εγκυκλίου επιστολής του έτους 867. Προ πολλού το Έθνος είχε απελευθερωθεί πολιτικώς από τη Ρώμη, ήδη απελευθερώνεται και εκκλησιαστικώς. Αυτή υπήρξε η αλησμόνητος υπηρεσία του μεγάλου Φωτίου (Η. Gelzer). Η σύνοδος για την οποία μιλάει ο Φώτιος στην εγκύκλιο επιστολή του συνεκλήθη το θέρος του 867 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη υπό την προεδρία του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ', κατεδίκασε τις αιρετικές ενέργειες της λατινικής εκκλησίας και αναθεμάτισε τον πάπα Νικόλαο Α, ενώ εκείνος πάλι με τοπική σύνοδο καθαίρεσε τον Φώτιο. Έτσι το σχίσμα μεταξύ των δύο Εκκλησιών είχε συντελεστεί.
ΕΚΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΛΑΒΩΝ ΤΗΣ ΜΟΡΑΒΙΑΣ (ΣΗΜΕΡΑ ΤΣΕΧΟΣΛΟΒΑΚΙΑ ΚΑΙ ΟΥΓΓΑΡΙΑ)
Η ρωσική επίθεση κατά της Κωνσταντινούπολης το 860 μ.Χ. έδωσε την ευκαιρία στους Βυζαντινούς να ανανεώσουν τις σχέσεις τους με τους Χαζάρους Τούρκους της Κριμαίας. Πράγματι, έστειλαν εκεί μια πρεσβεία επικεφαλής της οποίας ήταν οι δύο αδελφοί από τη Θεσσαλονίκη ο Κύριλλος (το κοσμικό του όνομα ήταν Κωνστάντιος) και ο Μεθόδιος. Στους Χαζάρους είχε διαδοθεί τελευταία ο Ιουδαϊσμός και η αποστολή του Κυρίλλου και του Μεθοδίου εκτός από τον πολιτικό είχε και ιεραποστολικό χαρακτήρα, δηλαδή τη διάδοση του Χριστιανισμού. Στην αποστολή αυτή οφείλεται η δημιουργία ακόμα πιο στενών σχέσεων ανάμεσα στους Χαζάρους και στο Βυζάντιο. Τα δυο αδέλφια, οι μετέπειτα «Απόστολοι των Σλάβων», ήταν Έλληνες από τη Θεσσαλονίκη τέκνα του Λέοντος του δρουγγαρίου. Σπούδασαν στην Κωνσταντινούπολη κοντά στο Λέοντα το Φιλόσοφο ή Μαθηματικό και στον Φώτιο και ενωρίς διακρίθηκαν και κατέλαβαν διάφορες σπουδαίες θέσεις. Ο Μεθόδιος ήταν πιο πρακτικός και είχε διακριθεί ως διοικητής βυζαντινής επαρχίας σε περιοχή που κατοικούσαν Σλάβοι και αργότερα ως ηγούμενος μοναστηρίου στον Βιθυνικό Όλυμπο. Η επαφή του με τους Σλάβους της Σλοβενίας του έδωσε την ευκαιρία να μάθει τη σλοβένικη γλώσσα. Ο Κύριλλος ήταν πραγματικά σοφός, άξιος μαθητής του μεγάλου Φωτίου, σπάνιο φιλολογικό ταλέντο, νους πολυμερής. Εκλέχτηκε Καθηγητής της Φιλοσοφίας και της Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινουπόλεως και λαμπρός κληρικός όπως και ο αδελφός του. Το 863 ο ηγεμόνας της Μοραβίας Ρατισλάβος στέλνει επιστολή στον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ' στην οποία μεταξύ των άλλων έγραψε και τα εξής: «Ήλθον προς ημάς πολλοί Χριστιανοί διδάσκαλοι εξ Ιταλίας, εξ Ελλάδος και εκ Γερμανίας, οι οποίοι μας εδίδαξαν διαφόρως. Αλλ' ημείς οι Σλάβοι είμεθα απλούς λαός και ουδένα έχομεν δυνάμενον να κατηχήσει ημάς εις την αλήθειαν και να εξηγήσει εις ημάς, την έννοιαν της Γραφής. Διά τούτο κύριε, απόστειλον προς ημάς τοιούτον άνθρωπον, όστις θα οικοδομήσει ημάς εις πάσαν την αλήθειαν». Το Βυζάντιο ανταποκρίνεται θετικά και σύντομα στην παράκληση του Ρατισλάβου. Η κοσμοϊστορική αποστολή του εκχριστανισμού των Σλάβων Μοραβών ανατίθεται στον Κύριλλο και στον Μεθόδιο, οι οποίοι μεταβαίνουν στη μακρινή Μοράβια και Παννονία (σημερινή Τσεχοσλοβακία και Ουγγαρία) παίρνοντας μαζί τους σλαβικές μεταφράσεις των Ευαγγελίων διαφόρων λειτουργικών κειμένων και άλλων θρησκευτικών έργων που είχαν μεταφράσει από πριν. Οι μεταφράσεις έγιναν με ένα νέο αλφάβητο, το οποίο είχαν επινοήσει οι δυο αδελφοί, το λεγόμενο ζλαγολιτικκό αλφάβητο, μετασχηματίζοντας την ελληνική μικρογράμματη γραφή της εποχής εκείνης. Το αλφάβητο αυτό αντικαταστάθηκε το δέκατο αιώνα στον ορθόδοξο σλαβικό κόσμο από το Κυρίλλειο αλφάβητο που ήταν βασισμένο στη μεγαλογράμματη ελληνική γραφή. Οι δύο Θεσσαλονικείς αδελφοί τελούσαν τη θεία λειτουργία και κήρυτταν το θείο λόγο στη λατινική γλώσσα, πράγμα πολύ σημαντικό για τον απλό λαό ο οποίος δεν γνώριζε τη λατινική, την οποία χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί ιεραπόστολοι. Έτσι η επιτυχία του ιεραποστολικού τους έργου ήταν εξασφαλισμένη. Το έργο των δύο Ελλήνων ιεραποστόλων υπήρξε κοσμοϊστορικό όχι μόνο από θρησκευτικής πλευράς αλλά και από πνευματικής και πολιτιστικής, γιατί με τις μεταφράσεις τους οι δύο μεγαλοφυείς Έλληνες δεν διέδωσαν μόνο το Χριστιανισμό αλλά έθεσαν τις βάσεις της σλαβικής φιλολογίας και του σλαβικού πολιτισμού, ο οποίος πήρε πολλά στοιχεία από τον βυζαντινό πολιτισμό. Επίσης οι δύο ιεραπόστολοι μόρφωσαν και πολλούς μαθητές τους, οι οποίοι συνέχισαν το έργο των δασκάλων τους στη Βουλγαρία και στη Σερβία. Το τριετές έργο των δύο αδελφών (864 - 867 μ.Χ.) εκτιμήθηκε και από την παπική Εκκλησία η οποία τους προσκάλεσε στη Ρώμη, όπου τους αποδόθηκαν μεγάλες τιμές από τον Πάπα Αδριανό Β' και το διάδοχο του Νικόλαο Α'. Εκεί υπήρχαν πολλά ελληνικά μοναστήρια σ' ένα από τα οποία διέμειναν οι απόστολοι των Σλάβων. Εκεί πέθανε στις 14 Φεβρουαρίου του 869 μ.Χ. ο Κύριλλος. Μετά το θάνατο του Κυρίλλου, ο Μεθόδιος αναγνωρίστηκε από τον Πάπα αρχιεπίσκοπος Παννονίας με έδρα το Σίρμιο, και εκεί εργάστηκε με ζήλο υπέρ του χριστιανισμού μέχρι το θάνατο του (885 μ.Χ.). Φυσικά, η Εκκλησία της Μοραβίας εξαρτήθηκε από τον Πάπα, γιατί η υποστήριξη των μακρινών εκείνων περιοχών από το Βυζάντιο δεν μπορούσε να είναι αποτελεσματική. Παλιότερα είχε υποστηριχθεί η γνώμη ότι οι δύο Θεσσαλονικείς ιεραπόστολοι δεν ήταν Έλληνες, αλλά Σλάβοι. Νεότερες όμως έρευνες του Dvornik απέδειξαν ότι οι δυο αδελφοί Κύριλλος και Μεθόδιος ήταν Έλληνες. Χωρίς να θέλουμε να μειώσουμε το σημαντικό έργο των δύο Θεσσαλονικέων αδελφών, θα πρέπει, αν θέλουμε να είμαστε ιστορικά δίκαιοι, να τονίσουμε και τη συμβολή του πατριάρχη Φωτίου και του καίσαρα Βάρδα στον εκχριστιανισμό των Σλάβων.
ΕΚΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΒΟΥΛΓΑΡΩΝ
Ενώ ο ηγεμόνας της Μοραβίας Ρατισλάβος είχε στραφεί στο Βυζάντιο για τον εκχριστιανισμό των υπηκόων του, αντίθετα πονηρός Βούλγαρος ηγεμόνας Βόγορης ή Βόρης έστειλε πρέσβεις στους Φράγκους ζητώντας από αυτούς ιεραποστόλους. Οι Βυζαντινοί δεν ήταν δυνατό να ανεχθούν την πνευματική προσάρτηση της γειτονικής χώρας στο κράτος των Φράγκων και ουσιαστικά στη Ρώμη. Γι' αυτό μετά τη νίκη τους κατά των Αράβων το 863 μ.Χ. ο Μιχαήλ Γ' και ο Βάρδας ετοιμάζονται για πόλεμο κατά των Βουλγάρων από ξηρά και θάλασσα. Τότε ο Βόγορης προτίμησε να αποφύγει τον πόλεμο και ήλθε σε συνεννοήσεις με το Βυζάντιο να δεχθεί το Χριστιανισμό. Πράγματι ο Βόγορης και η αδελφή του βαφτίζονται το 864 μ.Χ. και ο Βόγορης ονομάζεται Μιχαήλ. Ανάδοχος του έγινε ο ίδιος ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Γ' που έστειλε εκπρόσωπο του στη βάφτιση. Ύστερα από λίγο ο Βόγορης επειδή δεν είχε μείνει ευχαριστημένος από το Βυζάντιο, ζήτησε από τον πάπα επισκόπους που εισήγαγαν τη λατινική γλώσσα στη λειτουργία και προσπάθησαν να επιβάλουν την παπική κυριαρχία σε όλη τη Βουλγαρία (866 μ.Χ.). Σύντομα όμως οι Βούλγαροι απογοητεύτηκαν από τη Ρώμη και στράφηκαν πάλι στην Κωνσταντινούπολη (869 μ.Χ.)• Ο Πατριάρχης Φώτιος τότε προέτρεψε τον Βόγορη-Μιχαήλ να ιδρύσει αυτοκέφαλη Βουλγαρική Εκκλησία, εξαρτημένη από το πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Αντίθετα με τη Ρώμη, που αντιπαθούσε τα τοπικά γλωσσικά ιδιώματα στη λειτουργία, το Βυζάντιο όχι μόνο επέτρεπε, αλλά και διευκόλυνε τους λαούς που προσηλύτιζε να χρησιμοποιούν τη γλώσσα τους και στη λειτουργία και στις άλλες λατρευτικές εκδηλώσεις. Η ίδρυση της ορθόδοξης Βουλγαρικής Εκκλησίας έδωσε την αφορμή να διεισδύσουν στη Βουλγαρία άφθονα στοιχεία του βυζαντινού πολιτισμού. Κατά τη διάρκεια των επομένων ετών η Βουλγαρική Εκκλησία βρήκε το δρόμο της με το να γίνει σλαβονική εκκλησία δηλαδή με το να ολοκληρώσει τη διαδικασία του εκσλαβισμού της και συνάμα την πολιτική και φυλετική ενοποίηση του νέου αυτού κράτους. Ο εκχριστιανισμός της Βουλγαρίας συνετέλεσε στην πολιτιστική της ανάπτυξη αλλά και στην ολοκλήρωση του εκσλαβισμού της. Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Βόγορης έγινε μοναχός αφού άφησε στο θρόνο το γιο του Βλαδίμηρο. Ως μοναχός πέθανε ο Βόγορης γύρω στα 907 μ.Χ. και είναι ο πρώτος εθνικός άγιος των Βουλγάρων.
ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ Γ'
Ο Μιχαήλ Γ' υπήρξε γενικά ένας μέτριος αυτοκράτορας, ο οποίος όμως έζησε σε μια μεγάλη εποχή. Στα μεγάλα γεγονότα της βασιλείας του πολύ μικρό μέρος πήρε ο ίδιος. Στις 21 Απριλίου του 866 μ.Χ. ο παρακοιμώμενος Βασίλειος σε συνεννόηση με τον Μιχαήλ Γ' δολοφόνησαν τον καίσαρα Βάρδα, τον οποίο κατηγορούσαν ως συνωμότη. Στις 26 Μαΐου του 866 μ.Χ. ο Βασίλειος πέτυχε αυτό που επιθυμούσε, δηλαδή την ανάδειξη του σε συμβασιλέα. Έπειτα, ο Βασίλειος άρχισε να προετοιμάζει το έδαφος για τον παραμερισμό του Μιχαήλ Γ'. Πράγματι κατά τη νύχτα της 23ης προς 24η Σεπτεμβρίου του 867 μ.Χ. ύστερα από το δείπνο, ο Βασίλειος και οι συνεργοί του μπήκαν στο βασιλικό κοιτώνα και δολοφόνησαν εκεί τον μεθυσμένο αυτοκράτορα, ο οποίος ήταν τότε 28 ετών. Με το θάνατο του Μιχαήλ εκλείπει η Φρυγική δυναστεία και ιδρύεται από τον Βασίλειο Α' τον Μακεδόνα ή πιο ένδοξη δυναστεία της Βυζαντινής Ιστορίας.

ΗΛΙΑΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ
ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΕΣ
ΑΘΗΝΑ
ΒΥΖΑΝΤΙΣ
1995


from ανεμουριον https://ift.tt/2OywQrT
via IFTTT
Από το Blogger.