Ευρηματικός και αθυρόστομος

«Είναι δέκα χρόνια τώρα που καταπιάστηκα με τη φιλολογία. Διάβασα πολύ, έγραψα λίγο. Ομολογώ ότι δεν έχω το γνώθι σ’ αυτόν, ή μάλλον δεν έχω καμμιάν γνώμη για τον εαυτό μου. Πλέω σε μια φοβερή αβεβαιότητα. Τα χειρόγραφα μου (δεν είναι και πολλά) τάχω στοργικά κλεισμένα σ' ένα συρτάρι. Τους ρίχνω ταχτικά ναφθαλίνη, γιατί δεν έχω το θάρρος να τα εξαφανίσω από το πρόσωπο της γης. Ποτέ όμως δεν τα πήρα υπό μάλης, για να τριγυρίσω τα γραφεία των διαφόρων περιοδικών. Αυτό το κουράγιο δεν το είχα. Με δισταγμό ανίχνευσα το έδαφος στο διαγωνισμό της Νέας Εστίας. Έστειλα κάτι παληό και μισόχρωμο. Επαινέθηκε, και πήρα το θάρρος. Μα αυτός ο έπαινος δεν ήταν σίγουρη απάντηση στην απορία μου. Κάνω τίποτα μουτζουρώνοντας χαρτί ή όχι; Κάθε υπομονή έχει και τα όρια της. Σας στέλνω μερικά δημιουργήματα μου, και σας παρακαλώ να με κρίνετε. Σας υπόσχομαι να δεχτώ την κρίση σας με βουδική γαλήνη. Οπωσδήποτε, όμως, κρίνοντάς με, θα κάνετε ένα ψυχικό, που αναμφίβολα, θα επηρεάσει την τύχη σας από ημέρα της Κρίσεως! Φιλόλογος ή Δικαστικός κλητήρας; That is the question. Σ' αυτό απαντήστε μου». Απόσπασμα επιστολής του Μ. Καραγάτση προς τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, λίγο καιρό μετά τον πρώτο έπαινο που απέσπασε το 1927 στον Α' Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Νέας Εστίας. Συμμετείχε με το διήγημα «Η κυρία Νίτσα» που εκτός από τον έπαινο είχε αποσπάσει και τις ευμενείς κρίσεις του ίδιου του Ξενόπουλου. Εικοσιεννιάχρονος τότε ο Καραγάτσης, γεμάτος ανασφάλεια για το μέλλον του, σχεδόν αυθάδης ταυτόχρονα, διεκδικεί μια έγκυρη απάντηση από τον έμπειρο Ξενόπουλο. Δεν ξέρουμε αν την πήρε. Ωστόσο, φαίνεται, ότι παρ' όλη την ανασφάλεια του συνέχισε να γράφει. Πολύ σύντομα κατάφερε να δημοσιεύσει κι άλλα δύο διηγήματα και πέντε χρόνια αργότερα την πρώτη του νουβέλα «Συνταγματάρχη Λιάπκιν». Από εκεί και πέρα ο δρόμος ήταν ανοιχτός. Διηγήματα, μυθιστορήματα, ιστοριογραφίες, θεατρικές κριτικές. Πολυγραφότατος -έγραψε πάνω από είκοσι βιβλία- αλλά και διανοούμενος με ανορθόδοξες πολύ συχνά απόψεις, θα χαρακτηριστεί έπειτα από χρόνια ο αντιπροσωπευτικότερος αλλά και ο επιφανέστερος συγγραφέας της γενιάς του '30. Είναι αυτός που θα δώσει σάρκα και οστά στο αστικό μυθιστόρημα. Εκείνος που κατέγραψε, έκρινε, αλλά και κατέκρινε τα πάθη των αστών. Θεωρείται από πολλούς ο πιο διεισδυτικός παρατηρητής της νεοελληνικής, κυρίως, αστικής κοινωνίας. Συχνά τοποθετεί τους μύθους του σε μια λούμπεν κοινωνία που στα συστατικά της περιλαμβάνει αστούς, κραταιούς αλλά και αποτυχημένους, μικροαστούς, περιθωριακούς. Συνθέτει το δικό του κοινωνικό συνονθύλευμα, το οποίο χρησιμοποιεί κατά το δοκούν. Δημιουργεί έργο με προσωπική σφραγίδα. Πληθωρικός στη γραφή αλλά και τη ζωή του, αθυρόστομος, ερωτικός, κοσμοπολίτης, με εύστοχες περιγραφές, αρχετυπικούς ήρωες που φτάνουν σε ακρότητες, γοητευτικός αφηγητής, αλλά και προικισμένος μυθοπλάστης. Παρατηρητικός, με οξύτατη αντίληψη αλλά και μνήμη, φτάνουν πολλές φορές οι περιγραφές του να έχουν την αξία ντοκουμέντου. Μοναδικός στην απόδοση της κοινωνικής τυπολογίας της εποχής του ή εκείνης που πλαισιώνει τους ήρωές του, διαπιστώνουμε πως ήξερε καλά την κοινωνία που ζούσε, γι' αυτό, άλλωστε, κατάφερνε να τη μεταφέρει τόσο καλά στα μυθιστορήματα του.
Σήμερα, σαράντα χρόνια ακριβώς μετά τον θάνατό του (Σεπτέμβριος 1960), αν ξανασκύψουμε στα κείμενα του θα δούμε ότι ανάλογα με τις περιστάσεις γίνεται επικός, λυρικός, ηθογράφος και ψυχογράφος, κοινωνικός αναλυτής, ιστορικός, αλλά και ψυχαναλυτής. Του άρεσε να σατιρίζει και να σαρκάζει τα πάντα, ακόμη και τον εαυτό του. Προπάντων αυτόν. Με επιδεξιότητα παντρεύει τον ρεαλισμό με τη λυρική διάθεση, την πραγματικότητα με την αχαλίνωτη φαντασία. Εισάγει νέους κανόνες στην τέχνη της μυθιστοριογραφίας που τη γνωρίζει πολύ καλά. Χαρακτηριστική είναι η φράση του Γ. Π. Σαββίδη: «Από ιδιοσυγκρασία φιλόκαινος και θαυμαστής κάθε προόδου, από πεποίθηση αντικομφορμιστής και πολέμιος κάθε συμβιβασμού, δέχτηκε με ενθουσιασμό κάθε νέα ιδέα -πλην του μαρξισμού, μολονότι υιοθέτησε πολλά διδάγματα του ιστορικού υλισμού- και έδωσε συχνά οξύτατες μάχες για θέματα κοινωνικού είτε πνευματικού ήθους...». Αν και στην εποχή του κατηγορήθηκε ως προχειρογράφος που έριχνε έτσι και ως έτυχε το υλικό του στο χαρτί- η Αριστερά άλλωστε της εποχής έμοιαζε μάλλον αμήχανη απέναντι στο έργο του, κάποιοι το απέρριψαν κιόλας- ως σημαντικός πεζογράφος αναγνωρίστηκε μάλλον από τους νεότερους κριτικούς.

ΠΕΓΚΥ ΚΟΥΝΕΚΑΚΗ
« Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ »
ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
2000


from ανεμουριον https://ift.tt/2GVvJyb
via IFTTT
Από το Blogger.