Ανάδυση του Μοντερνισμού

Η δεύτερη εικοσαετία του 20ού αιώνα, ο λεγόμενος Μεσοπόλεμος, για την Ελλάδα αρχίζει ουσιαστικά το 1922 με τη Μικρασιατική Καταστροφή και τελειώνει το 1941 με την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στη χώρα. Η Μικρασιατική Καταστροφή, ως ιστορικό γεγονός, δεν δημιούργησε στη χώρα απλώς μεγάλα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά προβλήματα, την υποχρέωσε να μεταβάλει τον τρόπο αντιμετώπισης τους. Το τελευταίο έγινε εφικτό μέσα από την εισαγωγή ριζοσπαστικών μεθόδων στην οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας με την κεντρική θέση που απέκτησε η παράμετρος της οικονομικότητας του παραγόμενου προϊόντος. Ο όρος Μοντερνισμός εισήχθη ακριβώς για να εκφράσει τη νεωτερική οπτική γωνία στην αντιμετώπιση της παραγωγικής διαδικασίας του δομημένου χώρου και κατ' επέκταση των αισθητικών

πραγμάτων. Οι καινούργιες ιδέες αντικατέστησαν σταδιακά τις προϋπάρχουσες αντιλήψεις του Ιστορισμόν και συνέβαλαν αποφασιστικά στη συγκρότηση του πολεοδομικού περιβάλλοντος στα αστικά κέντρα της χώρας. Η έλευση των προσφυγικών πληθυσμών οδήγησε την πολιτεία στη λήψη άμεσων μέτρων για τη στεγαστική τους αποκατάσταση. Πρώτη ενέργεια ήταν η ίδρυση του Ταμείου Περιθάλψεως Προσφύγων, που συστάθηκε στις 3.11.1922. Όμως, η οδυνηρή οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η χώρα περιόρισε σε πρώτη φάση την αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος με την προσωρινή τακτοποίηση τους σε επιταγμένα σχολεία, ναούς, σιδηροδρομικούς σταθμούς, θέατρα, έως και αρχαιολογικούς χώρους. Τον Φεβρουάριο του 1923, η κυβέρνηση ζήτησε την ηθική υποστήριξη και τεχνική βοήθεια της Κοινωνίας των Εθνών (ΚτΕ). Η τελευταία συνέβαλε αφενός στο να συνάψει η χώρα δάνεια με διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς, αφετέρου στην ίδρυση της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ) το 1924 που κατέστη ο διαχειριστής των δανείων. Η ΕΑΠ από το 1924 έως το 1930, οπότε διαλύθηκε, κατασκεύασε συνολικά 27.450 αστικές κατοικίες σε 118 πόλεις και οικισμούς της χώρας. Η ανοικοδόμηση των κατοικιών γινόταν σε προσφυγικούς συνοικισμούς, που τοποθετούνταν σε μικρή απόσταση από τους υπάρχοντες αστικούς σχηματισμούς. Σύμφωνα με τις προδιαγραφές της ΚτΕ, το στεγαστικό σταθερότυπο (standard) για μια μέσου τύπου προσφυγική κατοικία καθορίστηκε στα 40 τετρ. μέτρα.
Συγκρότημα προσφυγικών κατοικιών στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας με συνολικό δυναμικό 228 διαμερίσματα.

Η τυπική κατοικία, κατά κανόνα, περιείχε μια μικρή είσοδο-χολ, δύο κύρια δωμάτια, W.C., μικρή πρασιά προς την οδό προσπέλασης και μικρή αυλή προς το εσωτερικό του οικοδομικού τετραγώνου. Σε μια τέτοια κατοικία στεγαζόταν συνήθως πενταμελής ή εξαμελής προσφυγική οικογένεια. Ειδικότερα, η δραστηριότητα της ΕΑΠ έως το 1926 έφθασε στην ανοικοδόμηση 16.700 κατοικιών. Η χωροθέτηση των τελευταίων έγινε ως ακολούθως: στην Αθήνα και τον Πειραιά κτίστηκαν 9.347 κατοικίες, στην Κεντρική Ελλάδα και τα Νησιά 1.518 κατοικίες, στη Μακεδονία 1.426 κατοικίες και στη Θράκη 4.409 κατοικίες. Κατά την περίοδο 1931-1941, την πρωτοβουλία της στεγαστικής αποκατάστασης των προσφύγων ανέλαβε το υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, το οποίο ακολούθησε μια τριπλή στεγαστική πολιτική. Κατασκεύαζε νέους συνοικισμούς από μονώροφα ή διώροφα κτίρια κατοικιών, όπως γινόταν και στην προηγούμενη χρονική περίοδο, χορηγούσε στους πρόσφυγες οικόπεδο με ή χωρίς στεγαστικό δάνειο και, τέλος, ίδρυε οικοδομικούς συνεταιρισμούς, στους οποίους παραχωρούσε οικόπεδα και έδινε στεγαστικό δάνειο στους πρόσφυγες. Την περίοδο αυτή ιδρύθηκαν προάστια για τους ευπορότερους πρόσφυγες στο Λεκανοπέδιο της Αθήνας, όπως της Νέας Φιλαδέλφειας, της Νέας Σμύρνης και της Καλλίπολης. Στο πλαίσιο της τελευταίας δραστηριότητας, πρέπει να γίνει ειδική μνεία στην οργανωμένη κατασκευή πολυκατοικιών σε σχετικά κεντρικότερες περιοχές του πολεοδομικού συστήματος της πρωτεύουσας από το 1934 έως την έκρηξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Όπως, για παράδειγμα στο πολεοδομικό συγκρότημα της πρωτεύουσας, αυτών στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας με συνολικό δυναμικό 228 διαμερισμάτων, στον Ερυθρό Σταυρό με 140 διαμερίσματα, στη Στέγη Πατρίδος με 120 διαμερίσματα και στη Νέα Κοκκινιά με 216 διαμερίσματα. Όπως γίνεται φανερό, την περίοδο 1922-1941 προτεραιότητα στην οικιστική πολιτική της χώρας είχε η στεγαστική αποκατάσταση των προσφύγων. Επακόλουθο ήταν να εγκαταλειφθεί η διαδικασία του συστηματικού πολεοδομικού σχεδιασμού.
ΤΟ κτίριο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού.

Παράδειγμα αποτελεί η Αθήνα, για την οποία στη διάρκεια του Μεσοπολέμου συντάχθηκαν μόνο δύο πολεοδομικές προτάσεις. Η μία το 1924 από τον Πέτρο Καλλιγά και η άλλη το 1935 από τη Γενική Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Αθηναίων. Παράλληλα με τη στεγαστική αποκατάσταση των προσφυγών σε νέους συνοικισμούς, εφαρμόστηκε μια νέα πολιτική που αποσκοπούσε στην πύκνωση του υπάρχοντος πολεοδομικού ιστού. Το επιχείρημα που χρησιμοποιήθηκε ήταν οι μικρές πολεοδομικές πυκνότητες που υπήρχαν στην Αθήνα και οι οποίες συνεπάγονταν τη μεγάλη έκταση του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης και, κατά συνέπεια, αυξημένο κόστος για τα έργα αστικών υποδομών. Η υλοποίηση της νέας πολιτικής έγινε μέσα από την προώθηση νομοθετημάτων, που εισήγαγαν καινούργιους ιδιοκτησιακούς θεσμούς και διαταγμάτων, που ευνοούσαν την ανοικοδόμηση πολυώροφων κτιρίων στις κεντρικές περιοχές των πόλεων. Ο συνδυασμός των δύο αυτών ενεργειών, με τη μεγάλη ζήτηση για κατοικία που υπήρχε, είχε ως αποτέλεσμα τη γένεση του κτιριακού μοντέλου της πολυκατοικίας και την εμφάνιση ενός νέου τρόπου διαβίωσης στην πόλη, αυτή στο διαμέρισμα κατοικίας. Το νέο ιδιοκτησιακό νομοθέτημα ήταν αυτό που εισήγαγε την οριζόντιο ιδιοκτησία ή ιδιοκτησία κατ' ορόφους ή οροφοκτησία. Η τελευταία επέτρεπε την ύπαρξη χωριστής ιδιοκτησίας σε όροφο ή διαμέρισμα μιας οικοδομής. Η δυνατότητα αυτή δεν ήταν εφικτή στο πλαίσιο του υπάρχοντος έως τότε ιδιοκτησιακού καθεστώτος της αποκλειστικής κυριότητας επί ακινήτου. Ο νέος ιδιοκτησιακός θεσμός πρωτοεφαρμόστηκε στην Ελλάδα αρχικά το 1927 και είχε ισχύ μόνο για τα κτίρια που θα κτίζονταν για να στεγάσουν αποκλειστικά πρόσφυγες. Το 1929, ψηφίστηκε ο νόμος 3741 περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους και ο θεσμός της οριζοντίου ιδιοκτησίας επιβλήθηκε ως μορφή κυριότητας σε όλα τα ακίνητα της χώρας. Οι κτιριοδομικοί κανόνες, που ευνόησαν την ανοικοδόμηση πολυώροφων κτιρίων, είχαν κατά κανόνα το χαρακτήρα ρυθμίσεων του μέγιστου επιτρεπόμενου ύψους των οικοδομών. Τούτο θεωρήθηκε αναγκαίο μετά την ανοικοδόμηση το 1917 επταώροφου κτιρίου από οπλισμένο σκυρόδεμα στο κέντρο της Αθήνας. Συγκεκριμένα, πρόκειται για το κτίριο ιδιοκτησίας Γιάνναρου στη γωνία των οδών Φιλελλήνων και Όθωνος. Το ψηλό αυτό κτίριο θεωρήθηκε ότι ενοχλούσε το αθηναϊκό τοπίο και ειδικότερα τη θέα προς τον ιερό βράχο της Ακρόπολης από το κτίριο των τότε Ανακτόρων, σημερινής Βουλής των Ελλήνων. Τον ίδιο χρόνο εκδόθηκε ο νόμος 858 περί κανονισμού του μεγίστου ύψους των ανεγειρόμενων οικοδομών, που επέτρεπε πλέον τον καθορισμό ανώτατου ύψους στα κτίρια και αποτέλεσε την αφετηρία έκδοσης σειράς διαταγμάτων, που καθόριζαν τα κτιριακά ύψη στην πρωτεύουσα. Το πρώτο από αυτά τα διατάγματα εκδόθηκε το 1919 και όρισε ως μέγιστο ύψος οικοδομής τα 12/10 του οδικού πλάτους. Επιπλέον αυτού του ύψους επιτράπηκε η κατασκευή ενός ακόμη ορόφου σε εσοχή 4 μ. από την οικοδομική γραμμή, του λεγόμενου ρετιρέ και η κατασκευή προεξοχών στην κυρία όψη των κτιρίων και προς το μέρος του δρόμου έως 1,4 μ. των λεγόμενων έρκερ. Οι παραπάνω περιορισμοί δυσαρέστησαν τους ιδιοκτήτες των κεντρικών οικοπέδων και άσκησαν πιέσεις για την ανάκληση τους. Η ευκαιρία προσφέρθηκε με τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Αμέσως μετά εκδόθηκε νέο διάταγμα που διαμόρφωνε στην Αθήνα τρεις ζώνες κτιριακών υψών. Στην κεντρική ζώνη της πόλης ορίστηκε μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος στα 17,5/10 του οδικού πλάτους. Στη δεύτερη ζώνη, το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος έφθασε τα 15/10 του οδικού πλάτους. Στην τρίτη ζώνη επιβλήθηκαν ειδικά ύψη, επειδή υπήρχε γειτνίαση με αρχαιολογικούς χώρους. Η πολιτεία κατέβαλε νέα προσπάθεια περιορισμού των μέγιστων επιτρεπόμενων κτιριακών υψών με αφορμή την έκδοση του πρώτου Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού του κράτους το 1929. Πράγματι, το ύψος μειώθηκε στα 16,5/10 του οδικού πλάτους για τους κεντρικούς δρόμους και για τους υπόλοιπους στα 12/10. Νέες πιέσεις εξασκήθηκαν από τους ιδιοκτήτες των οικοπέδων, αλλά και τους κύκλους των τεχνικών, που κατάφεραν να εκδοθεί νέο διάταγμα, ειδικά για την Αθήνα, που επέτρεπε πολύ μεγαλύτερα κτιριακά ύψη. Τα τελευταία έφθαναν να αντιστοιχούν στα 20/10 του οδικού πλάτους στις κεντρικές περιοχές. Ύστερα και από την τελευταία ρύθμιση των κτιριακών υψών, η ανοικοδόμηση πολυκατοικιών στην Αθήνα έφθασε στο αποκορύφωμα της τα επόμενα χρόνια, δημιουργώντας στην πράξη τον οικοδομικό τομέα της πολυκατοικίας, που έμελλε να αποτελέσει το κεντρικό μοντέλο οικιστικής ανάπτυξης των αστικών περιοχών της χώρας. Ο Μεσοπόλεμος, αν και δεν έπαψε να αποτελεί προέκταση των μορφολογικών τάσεων της προηγούμενης εικοσαετίας, συνηθίζεται να σχετίζεται με καινοτόμες εξελίξεις στα αισθηματικά ζητήματα του τόπου και, κατ' επέκταση στην αρχιτεκτονική δημιουργία. Προς την κατεύθυνση αυτή συνέβαλαν, τόσο ol γενικότερες ιστορικές συγκυρίες που επέβαλαν πλέον τη συστηματική αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος μεγάλου πληθυσμού όσο και οι τεχνολογικές καινοτομίες της περιόδου. Οι εξελίξεις συνδυάστηκαν αφενός με την απόρριψη των ιστορικών τεχνοτροπιών του παρελθόντος, αν και δεν έπαψαν να εμφανίζονται και συναφείς τάσεις, όπως για παράδειγμα το Art Deco, αφετέρου με την υιοθέτηση των αρχών του λεγόμενου Μοντερνισμού. Οι τελευταίες πρέσβευαν την καθαρή οργάνωση του κτισμένου χώρου, την ορθολογική χρήση των υλικών, την απλή κυβιστική έκφραση του οικοδομήματος και τη μείωση ή ελαχιστοποίηση της χρήσης διακοσμητικών μοτίβων. Κεντρικός πυρήνας της νέας ιδεολογίας έγινε η περίφημη σχολή του Bauhaus, που ιδρύθηκε από τον Walter Gropius στη Βαϊμάρη της Γερμανίας το 1919. Παράλληλα, κεντρική θέση στο μοντερνιστικό πάνθεον κατέχει ο Ελβετός Le Corbusier, που έλαμψε με τη δράση του κυρίως στη Γαλλία, αλλά και με αφορμή τα διεθνή συνέδρια της Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής (CIAM). Η σχέση της Ελλάδας με το νέο κίνημα φαίνεται κυρίως από το γεγονός της διοργάνωσης του τέταρτου CIAM στον ελλαδικό χώρο το 1933. Ωστόσο, είχε προηγηθεί η δράση των νέων Ελλήνων αρχιτεκτόνων, οι οποίοι είτε στο πλαίσιο της μαζικής παραγωγής κατοικιών για τους πρόσφυγες είτε από δικό τους δημιουργικό ενδιαφέρον είχαν καταστεί προπομποί του νέου αισθητικού ρεύματος. Στο πλαίσιο αυτό, άλλωστε, είχε αναπτυχθεί και η τάση για επιστροφή στις ρίζες της παραδοσιακής μας αρχιτεκτονικής, ως αντίδραση στον αποικιακό χαρακτήρα που εμφάνιζε έως τότε η νεοελληνική αρχιτεκτονική. Ενδιαφέρουσα τέτοια εφαρμογή συνιστά η κατοικία της Αγγελικής Χατζημιχάλη στην οδό Υπερείδου της Πλάκας, που σχεδίασε ο αρχιτέκτων Αριστοτέλης Ζάχος το 1924. Εκτός των συγκροτημάτων προσφυγικής κατοικίας της δεκαετίας του 1920, τα οποία είναι οι αψευδείς μάρτυρες της αντίληψης της ελάχιστης και της οικονομικής κατοικίας, τα έργα των νέων Ελλήνων αρχιτεκτόνων στους τομείς της κατοικίας και των σχολικών κτιρίων θεωρείται ότι θεμελίωσαν τη μοντέρνα αντίληψη στη χώρα μας. Συγκεκριμένα στον τομέα της κατοικίας θεωρείται σπουδαία η συμβολή των αρχιτεκτόνων Γεωργίου Κοντολέοντα (πολυκατοικία Βασ. Σοφίας & Λαμψάκου, 1932, και μονοκατοικία στην Ομήρου 53, Αθήνα, 1934), Κυριάκου Παναγιωτάκου (πολυκατοικία Θεμιστοκλέους 80 και Αραχώβης 61, Αθήνα, 1933), Θουκυδίδη Βαλεντή & Πολύβιου Μιχαηλίδη (πολυκατοικία Στουρνάρη & Ζαΐμη, Αθήνα, 1934), Βασιλείου Δούρα (πολυκατοικία στη Σταυροπούλου 30, Αθήνα, 1935, και πολυκατοικία Μαυρομιχάλη & Ναυαρίνου, Αθήνα 1936) και Κωνσταντίνου Καψαμπέλη (πολυκατοικία στη συμβολή των οδών Π. Αραβαντινού 1, Ησιόδου & Βασ. Κωνσταντίνου, Αθήνα, 1936). ντίστοιχα στον τομέα των σχολικών κτιρίων, σπουδαίο θεωρείται το έργο των αρχιτεκτόνων Μητσάκη (Βιοτεχνική Σχολή στον Πειραιά, 1927, και Δημοτικό Σχολείο της οδού Κωλέττη, Αθήνα, 1932), Κυριάκου Παναγιωτάκου (Δημοτικά Σχολεία στις οδούς Λιοσίων και Μιχαήλ Βόδα, Αθήνα, 1931), Δημητρίου Πικιόνη (Δημοτικό Σχολείο στα Πευκάκια, Αθήνα, 1931) και Πατρόκλου Καραντινού (Δεύτερο Διδακτήριο στα Ταμπούρια, Πειραιάς. 1935).

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Β. ΜΑΡΜΑΡΑΣ «Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ 1930-1940» ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ εφημ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 1999


from ανεμουριον https://ift.tt/31rddYc
via IFTTT
Από το Blogger.