Ο επιφανέστερος της γενιάς του

Σκίτσο του Καραγάτση καμωμένο από έναν φίλο τον Αιγυπτιώτη. Μάιος 1950, επιστροφή από την Ύδρα.
Σαράντα χρόνια μετά τον θάνατο του Καραγάτση είμαστε σε καλύτερη θέση από τους κριτικούς της εποχής του να τον εκτιμήσουμε. Ο χρόνος που πέρασε, εξελίξεις γενικές και ειδικότερες (στην κοινωνία, στα ήθη, στην αισθητική, στην τέχνη του μυθιστορήματος, στις κριτικές σπουδές) μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε πληρέστερη εικόνα για το έργο του, απηλλαγμένη από τις προκαταλήψεις των συγχρόνων του, αναγνωστών είτε κριτικών. Μπορούμε λοιπόν σήμερα με σιγουριά να πούμε ότι ο Καραγάτσης είναι ο επιφανέστερος πεζογράφος της γενιάς του '30 και από τους σημαντικότερους μυθιστοριογράφους της νέας ελληνικής γλώσσας. Οι κριτικοί και ομότεχνοι της γενιάς του, όπως και μεταγενέστεροι κριτικοί της Αριστεράς, αντιμετώπισαν με επιφύλαξη ή και απέρριψαν το έργο του, ελέγχοντας τον 
«σκανδαλώδη» ρεαλισμό του, την «προχειρότητα» της γραφής του, την «απιθανότητα» των μυθοπλασιών του, τον «λαϊκισμό» των ψυχολογικών, κοινωνικών και ιστορικών του ερμηνειών, την «άβαθη» φιλοσοφία του. Ωστόσο, οι τοποθετήσει τους υπήρξαν αντιφατικές και την κριτική τους στάση χαρακτήριζε η αμηχανία μάλλον παρά η βεβαιότητα. Έλκονταν και απωθούνταν ταυτόχρονα από ένα έργο που, παρά τις αδυναμίες του, είχε σαφή τα γνωρίσματα της πεζογραφικής ιδιοφυΐας - έργο πληθωρικό, μεγάλα εμβέλειας, εικονοκλαστικό, απροσδόκητα συχνά βιαιότητας, και ως εκ τούτου ανοικονόμητο, γιατί δεν χωρούσε και δεν ερμηνευόταν στο πλαίσιο τα οικείας για την εποχή του, στενόχωρα, αναιμικής και καθησυχαστικής ηθοπλασίας.
ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ
Στο σύνολο έργο του Καραγάτση, με τους εκατοντάδες χαρακτήρες και τα αναρίθμητα συμβάντα, όχι μόνο αντικατοπτρίζεται ο κόσμος τα εποχής του και γενικότερα ο πραγματικός κόσμος που γνωρίζουμε, αλλά και αναγνωρίζεται, όπως στο έργο κάθε μεγάλου μυθιστοριογράφου, ένας αυθύπαρκτος ετερόκοσμος, μεγάλος και πλούσιος, πλάσμα της δημιουργικής φαντασίας του συγγραφέα. Ισορροπώντας ανάμεσα στην αναπαράσταση και την επινόηση, το δεδομένο και το ευρηματικό, το αληθές και το αληθοφανές, το οικείο και το αλλότριο, το ρεαλιστικό και το λυρικό, ο Καραγάτσης διακρίνεται ως χρονικογράφος και κριτικός της εποχής του, αναθεώρησης της νεοελληνικής ιστορίας, ανατόμος των ανθρωπίνων και, ταυτόχρονα, ποιητής άλλου κόσμου - της άλλης, «δεύτερης φύσης» την οποία δημιουργεί και δωρίζει η λογοτεχνία. Την ίδια δυναμική ισορροπία κρατεί ο Καραγάτσης στη χαρακτηριστική τάση του να εμπλέκεται ο ίδιος στις μυθοπλαστικές του κατασκευές. Το αυτοβιογραφικό στοιχείο είναι έντονο αλλά δεν αμβλύνει την επιτηδειότητα του συγγραφέα να πλάθει αυτόνομους χαρακτήρες και να δημιουργεί καταστάσεις εκ του μηδενός. Στο τελευταίο και πιο ώριμο έργο του, το «10», ο Καραγάτσης για πρώτη φορά αποστασιοποιείται πλήρως από τους ήρωές του και πλάθει τη μυθιστορηματική του ύλη με χέρι άφοβο έμπειρου τεχνίτη. Δεν υπάρχει εδώ προσωπική εμπλοκή του συγγραφέα και συμμετοχή του στα δρώμενα μεσ' από προσωπεία, αυτοβιογραφικές προβολές, ταυτίσεις, ευνοημένους χαρακτήρες.
Στενή υπήρξε η φιλία του Ανδρέα Εμπειρίκου με το ζεύγος Καραγάτση. Ίσως συνέτεινε σε αυτό και η κοινή καταγωγή της Νίκης και του Εμπειρίκου που προέρχονταν κι οι δύο από την Άνδρο. Στη φωτογραφία οι τρεις τους στο Παρίσι.
Υπάρχει συγγραφική διαύγεια, σιγουριά, ψυχρότητα ή και σκληρότητα. Το μέγα πλήθος των προσώπων που κατοικεί στο «10», τη λαϊκή πολυκατοικία του Πειραιά, κινείται με εξαιρετική ακρίβεια και άσφαλτους υπολογισμούς από συγγραφέα που διεκδικεί την ιδιότητα του παντεπόπτη. Έργο ωριμότητας, αυστηρό, βαθύτατα πικρό και απαισιόδοξο, χαρτογραφεί και ανατέμνει τη νεοελληνική κοινωνία της δεκαετίας του '50 με προφητική (αν κρίνουμε από τις σημερινές εξελίξεις) οξυδέρκεια. Αλλά η συμπλοκή και διένεξη του Καραγάτση με την επίσημη νεοελληνική ιστορία είναι άμεση και εμπαθής. (Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Καραγάτσης, κατά κόσμον Δημήτρης Ροδόπουλος, επίγονος κοτζαμπάσηδων του Μοριά, άλλαξε με νομαρχιακή απόφαση το 1957 το οικογενειακό του επώνυμο, νομιμοποιώντας το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο ως επίσημο όνομα του. Συνεχείς και επίμονες είναι σε όλο του το έργο οι απόπειρες να επαναγράψει τη νεοελληνική ιστορία με μέσα λογοτεχνικά - προσπάθειες που κορυφώνονται με την ατυχή Ιστορία των Ελλήνων (1952) και το διασκεδαστικό, φλύαρο, αλλά χρήσιμο και διδακτικό (ως αντίπαλο δέος της σοβαροφάνειας) «Σέργιος και Βάκχος», που εκδόθηκε ένα χρόνο προ του θανάτου του. Η αναθεώρηση της ιστορίας από τον Καραγάτση μπορεί να μην έχει επιστημονική βαρύτητα, αλλά ο χαρακτήρας των διορθωτικών του παρεμβάσεων στην επίσημη και παραδομένη Ιστορία έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί εισηγείται τη δυνατότητα μιας άλλης, ενεργητικής ή και βίαιης ανάγνωσης του ιστορικού παρελθόντος. Εξάλλου οι πιθανές απώλειες σε επιστημονικό κύρος εξισορροπούνται από τα κέρδη που μπορεί να φέρει η επιτυχής χρησιμοποίηση λογοτεχνικών μέσων. Ο συνδυασμός επανερμηνείας ή παρερμηνείας της Ιστορίας και λογοτεχνικής χρήσης της γλώσσας παράγει, σε ευτυχείς στιγμές, ισχυρό και αποκαλυπτικό νόημα. Η εμμονή του Καραγάτση με την Ιστορία συνάπτεται με τη σταθερή αναζήτηση της ταυτότητας της νέας ελληνικής κοινωνίας, με παράλληλη οξεία κριτική των ηθών - προλήψεων, παρελκύσεων, ανασχέσεων. Η κριτική αυτή περιγραφή είναι διαχρονική, συγχρονική και πολυεπίπεδη, ανατρέχει στο παρελθόν, αφορά σε όλες τις κοινωνικές τάξεις, και απαντά σε όλα σχεδόν τα μυθοπλαστικά του έργα. Ορθά ο Γ.Π.. Σαββίδης έχει επισημάνει το μοραλιστικό στοιχείο στον Καραγάτση.
Τα προσωπικά αντικείμενα του Καραγάτση, επάνω στο γραφείο του, την ημέρα του θάνατον του. Η τελευταία σελίδα του τετραδίου με το μυθιστόρημα «10» που έμεινε ατελείωτο…
Αποτελεί το βαθύτερο πυρήνα του έργου του χωρίς να αλλοιώνει τη λογοτεχνική του ισχύ. Πολλοί παλαιότεροι και νεότεροι κριτικοί (αλλά και αναγνώστες) υπερτόνισαν την ερωτική δραστηριότητα των ηρώων του Καραγάτση και την ανήγαγαν σε κύριο ή και αποκλειστικό γνώρισμα του έργου του. Η έμφαση που δόθηκε (και μια συνακόλουθη αποδοκιμασία) είναι αποκαλυπτική ψυχώσεων των κριτικών μάλλον παρά του μυθιστοριογράφου, και συνάπτεται με τη νοοτροπία μιας ολόκληρης εποχής που έχει υποστεί ανηλεή κριτική μέσα στο ίδιο το έργο του Καραγάτση. Το ερωτικό στοιχείο στον Καραγάτση είναι απολύτως θεμιτό θεματικό υλικό, η παρουσία του στο έργο δεν υπερβαίνει τα όρια που έχουν υπερβεί πολλά σημαντικά έργα της νεότερης και σύγχρονης πεζογραφίας, και ο χειρισμός τους δεν είναι σκανδαλώδης, όπως συχνά θεωρήθηκε, αλλά σοβαρός και μυθιστορηματικά προσφυής. Οι επισημάνσεις αυτές (που κινδυνεύουν σήμερα να θεωρηθούν αυτονόητες) στόχο έχουν να αποκλείσουν από μελλοντικές συζητήσεις για το έργο του Καραγάτση, σχόλια και χαρακτηρισμούς που διατυπώθηκαν κατά κόρον στο παρελθόν και δεν έχουν σχέση με την κριτική και την ερμηνεία των κειμένων.
ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ
Ακόμη, ο Καραγάτσης έχει επανειλημμένα κατηγορηθεί ως προχειρογράφος. Ο χαρακτηρισμός είναι όχι μόνο άδικος αλλά και άτονος, γιατί δεν προσιδιάζει στην κριτική κειμένων δημιουργικής φαντασίας, που πρέπει να κρίνονται όχι κατά την καλλιέπεια αλλά ως κείμενα γλωσσικά αδόκιμα, καινοτόμα και αναθεωρητικά. Η γλώσσα των λογοτεχνικών κειμένων θα κριθεί όχι κατά τον βαθμό που συμμορφούται προς πρότυπα αλλά κατά το ύφος - τον χαρακτηριστικό και μοναδικό τρόπο έκφρασης.
Ο Μ. Καραγάτσης το 1942 με το φακό του Τάκη Τλούπα.
Ο Καραγάτσης είναι ικανότατος χειριστής μιας προσωπικής γλώσσας, που φέρει ισχυρά και αλάνθαστα τα νοήματα του. Η αξία του Καραγάτση δεν προκύπτει από την επιμέρους εξέταση συγκεκριμένων βιβλίων του. Σχεδόν όλα τα έργα του έχουν αδυναμίες και υπάρχουν στοιχεία που πλήττουν τον σημερινό αναγνώστη και εξαντλούν κάποτε την υπομονή του. Τα στοιχεία αυτά είναι συνήθως στάσεις και συμπεριφορές των ηρώων του που δεν έχουν ακόμη κρυσταλλωθεί ως μορφώματα μιας άλλης εποχής και ως εκ τούτου απωθούνται από τη σύγχρονη ευαισθησία ως εκζητήσεις. τούτο όμως ισχύει, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, για το πλείστον της μυθιστορηματικής παραγωγής του μεσοπολέμου (ισχύει, π.χ., σε μεγαλύτερο βαθμό για τον Τερζάκη), όπως ισχύει και για αντίστοιχα παλαιότερα έργα ξένων λογοτεχνών, και όπως είναι σίγουρο ότι θα ισχύσει στο μέλλον για πολλά έργα της σύγχρονης μυθιστοριογραφίας. Ωστόσο, αυτές οι αδυναμίες και ατέλειες υποχωρούν τελικά στην επιβολή που ασκεί στον αναγνώστη το ογκώδες, πολύμορφο και πολυδύναμο έργο ενός συγγραφέα που διακρίνεται για την αφηγηματική του δεξιοτεχνία, την ασίγαστη φαντασία του, το ισχυρό συγγραφικό αυτοσυναίσθημα, τη δεινότητα της γραφής, το υψηλό λογοτεχνικό φρόνημα. Ιδιότητες που τοποθετούν τον Καραγάτση ως μυθιστοριογράφο στην κορυφή της γενιάς του.

ΑΡΗΣ ΜΠΕΡΛΗΣ
« Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ »
ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
2000


from ανεμουριον https://ift.tt/2SoPZNY
via IFTTT
Από το Blogger.