Μια προσωπική ματιά στην Ιστορία

Πάνω η φωτογραφία που εικονίζει τον Καραγάτση στρατιώτη. Αριστερά το πορτρέτο που φιλοτέχνησε η γυναίκα του, Νίκη, με βάση αυτή τη φωτογραφία. (Λάδι σε ξύλο, 0,39x0,19)
Η σχέση του Μ. Καραγάτση με την Ιστορία που έμεινε αλώβητη σε όλη τη διάρκεια της συγγραφικής πορείας του και άνθησε ιδιαίτερα στη δεκαετία του '40, δεν ήταν το αποτέλεσμα εξαντλητικής αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας αλλά μόνο εκείνο της βαθιάς έλξης που ασκούσε η Ιστορία σ' έναν ευαίσθητο ψυχογράφο («ανατόμο της ανθρώπινης ψυχής» τον αποκάλεσαν), ο όποιος καλυμμένος πίσω από τη γοητεία της μυθοπλασίας, έταξε στόχο της ύπαρξής του να αποκαλύψει την ανθρώπινη αλήθεια όσο σκληρή, απατηλή ή και ευτράπελη φάνταζε στα μάτια του. Η σχέση του Καραγάτση με την Ιστορία ήταν καθαρά το αποτέλεσμα μιας έλξης περίπου ερωτικής. Δύο φάσεις της ζωής και του έργου του πιστοποιούν τη γενικότερη αυτή εκτίμηση. Η πρώτη τοποθετείται στην προσπάθεια του να αναχθεί στα κίνητρα της ανθρώπινης δράσης αναζητώντας τα αίτια των ιστορικών γεγονότων και απομυθοποιώντας με τη μυθοπλαστική του ευχέρεια πρόσωπα και καταστάσεις. Είναι η εποχή που ο Καραγάτσης γράφει τη μυθιστορηματική τριλογία του «Ο κόσμος που πεθαίνει» με κεντρικό ήρωα τον πληθωρικό Μίχαλο Ρούση, κοτζαμπάση του Καστρόπυργου και εξωμότη. Μέσα από τον πρωταγωνιστικό ήρωα του, που ανταποκρίνεται σε πραγματικό ιστορικό πρόσωπο, ο Καραγάτσης έχει την ευκαιρία να αντιμετωπίσει συνειδητά ερμηνευτικές αρχές της ζωής και να εκτιμήσει γεγονότα και πρόσωπα, πράξεις και καταστάσεις φέροντας ο ίδιος την ευθύνη μιας ετυμηγορίας που όμως αγγίζει περισσότερο την προσωπική και λιγότερο την ιστορική αλήθεια.
Ο Καραγάτσης πολεμικός ανταποκριτής της «Βραδυνής» στον Γράμμο, μαζί με στρατιωτικό της περιοχής.
Ο στόχος του είναι περισσότερο μυθοπλαστικός - η μυθοπλασία για τον Καραγάτση παραμένει η πρόκληση και υπερισχύει σαφώς των αξιολογικών κρίσεων που γίνονται προϋπόθεση για την αντικειμενική σπουδή της Ιστορίας. Δεν ήταν άλλωστε στις προθέσεις του συγγραφέα η ερμηνεία του «ιστορικού γίγνεσθαι» και για το λόγο αυτό συνειδητά δεν παραμερίζει τους παραμορφωτικούς φακούς της μυθοπλασίας. Συνειδητή ήταν άλλωστε και η απόφαση του να εγκαταλείψει το σχέδιο συγγραφείς ενός δεκάτομου ιστορικού μυθιστορήματος. Η δεύτερη «ιστορική φάση» στη ζωή του Μ. Καραγάτση τοποθετείται στην προσπάθεια του να δώσει ένα καθαρά «ιστορικό» έργο, αποτέλεσμα περισσότερο ερασιτεχνικής ενασχόλησης ενός ανθρώπου που γνωρίζοντας ότι «δεν έχει εφόδια υπεύθυνου εργάτη της ιστορικής μελέτης» επιδίδεται στο παράτολμο εγχείρημα συγγραφής της «Ιστορίας των Ελλήνων» που πραγματεύεται μέσα σε 524 σελίδες την αρχαία ελληνική ιστορία μέχρι την ελληνιστική περίοδο. Το έργο εκδόθηκε στα 1952 με υπότιτλο: «Ο αρχαίος κόσμος» και αγνοήθηκε σκόπιμα από την επίσημη κριτική.
Η ταυτότητα πολεμικού ανταποκριτή του Μ. Καραγάτση. Με την ιδιότητα αυτή βρέθηκε στο μέτωπο των επιχειρήσεων στο Γράμμο και το Βίτσι, Άνοιξη τον 1949.
Ίσως σε αυτό να οφείλεται και η έλλειψη της συνέχειας της προσπάθειας του μυθοπλάστη να αναχθεί σε «ιστορικό». Κάθε εποχή, ωστόσο, γράφει την ιστορία της και συνυπογράφει τη δική της «φιλοσοφία της ιστορίας». Αυτό είναι που καθιστά την ιστορία διακήρυξη μιας ιδεολογίας, στην οποία ανάγεται μέσα από τις κοινωνικές δομές και τις μεταβαλλόμενες συνθήκες ζωής. Οι φόβοι για το παρόν και οι ελπίδες για το μέλλον διοχετεύονται μέσα στον τρόπο που ερμηνεύεται το παρελθόν. Ο Καραγάτσης σε μια ώριμη φάση της ζωής του προσπαθώντας να συστηματοποιήσει τις μελέτες του πάνω στην ιστορία έχει υπόψη του ότι τα στοιχεία που τη συνθέτουν ως γνώση είναι μεταβλητά, έχουν «ιστορικότητα» και δένονται με τον τόπο, το χρόνο και τους ανθρώπους. Δεν είναι δυνατόν να μην του αναγνωριστεί η ειλικρίνεια των προθέσεων στην προσπάθεια του να εκλαϊκεύσει την επιστημονική γνώση «για τον Έλληνα που λαχταράει να διδαχτεί την ιστορία του λαού του (...) επειδή δεν υπάρχει ούτε ένα βιβλίο κατάλληλο στα χέρια του για να τον κατατοπίσει», όπως αναγράφεται στον πρόλογο του βιβλίου. Εντυπωσιάζουν, άλλωστε, οι ιστορικές λεπτομέρειες που έχει ο συγγραφέας αποκομίσει προκειμένου να αναπαραστήσει το πολύμορφο ιστορικό του υλικό, καρπό πολύχρονων μελετών. Ο τρόπος όμως που χρησιμοποιούνται ως διεύρυνση περισσότερο του προσωπικού στοχασμού, παρά ως έλεγχος της ακρίβειας των πληροφοριών και της αντικειμενικότητας των αιτιολογικών κρίσεων, οδήγησε στον ισχυρισμό ότι τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν στη σύνθεση της «Ιστορίας των Ελλήνων» είναι περισσότερο εντυπωσιολογικά.

ΜΥΘΟΠΛΑΣΤΙΚΟΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ

Δύσκολα θα ανέτρεπε κανείς την άποψη ότι η αλήθεια της ιστορίας επηρεάζεται από τις παρορμήσεις των συγγραφέων της και ότι ο μόνος δρόμος υπέρβασης του πιθανού υποκειμενισμού είναι το επιστημονικό ήθος που εκφράζεται από τη μία στην απροκάλυπτη αναζήτηση της αλήθειας και από την άλλη στο αξίωμα ότι η επιστήμη ως δημιούργημα του ανθρώπου τίθεται αυστηρά στην υπηρεσία του. Διαλέγοντας ο Καραγάτσης την ερμηνευτική προσέγγιση μιας μεγάλης ιστορικής περιόδου και μάλιστα σε μια χρονική περίοδο, όπου ο κόσμος εισέδυε καθοριστικά σε μια νέα ιστορική εποχή πολυαρχίας πολιτισμών, όπου ο άνθρωπος αναρωτιέται με αισθήματα οίκτου αν η πολιτισμική κυριαρχία υπάρχει μόνο και μόνο για να καλύπτει το δίκαιο του ισχυρού, είχε την αίσθηση ότι πληρώνει το φόρο του στην Ιστορία και στον Έλληνα που στοχάζεται πάνω σε αυτή, δεν μπόρεσε όμως να ξεφύγει ούτε από τη μυθοπλαστική του ιδιαιτερότητα ούτε από την προσωπική εσωτερική του περιπέτεια που τον εμπόδισε να ανεξαρτητοποιηθεί απέναντι στα ιστορικά φαινόμενα. Το ερώτημα που θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε είναι γιατί ο Καραγάτσης με όλη την ευρύτητα πνεύματος που τον διέκρινε δεν υποψιάστηκε το κόστος του εγχειρήματός του.

ΝΕΝΑ Ι. ΚΟΚΚΙΝΑΚΗ
« Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ »
ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
2000


from ανεμουριον https://ift.tt/2Sk5kPZ
via IFTTT
Από το Blogger.