Λειτουργός της θεατρική σκηνής

Μετά την πρεμιέρα του έργου «Πεγκ καρδούλα μου» τον Τ.Χ. Μάνερς, που παίχτηκε το 1950 στο θέατρο ΑΛΙΚΗ από το θίασο Κ. Μουσούρη. Στο μεγάλο τραπέζι, στο βάθος, ο Μ. Καραγάτσης. Κάτω από τον ανεμιστήρα ο περίφημος κριτικός Αχιλλέας Μαμάκης και δίπλα του προς τα δεξιά η Έλλη Λαμπέτη και ο Κώστας Μουσούρης. Απέναντι από τον Μουσούρη, με το βλέμμα στραμμένο στο φακό, ο Μάριος Πλωρίτης.
Η θερμή υποδοχή της έκδοσης των θεατρικών κριτικών του Καραγάτση τον περασμένο Νοέμβριο απέδειξε το ενδιαφέρον που υπάρχει ακόμη και σήμερα, 40 χρόνια μετά το θάνατο του, για τον ξεχωριστό συγγραφέα της γενιάς του '30 και μάλιστα για μια πλευρά του που μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά μόνο τους φίλους ή τους ανθρώπους του θεάτρου. Ο Καραγάτσης γράφει θεατρική κριτική στην εφημερίδα «Βραδυνή» στα χρόνια του Εμφυλίου και σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του '50 μέχρι το θάνατο του, το Σεπτέμβριο του 1960 και είναι μάρτυρας όλων των μετασχηματισμών που γίνονται σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο σε μια σπαραγμένη Ελλάδα που προσπαθεί να συνέλθει από τον πόλεμο και την αδελφοκτόνο διαμάχη. Στο θέατρο εκείνη την περίοδο οι παραστάσεις του Κουν (κυρίως μέσα από το Θέατρο Τέχνης) αλλά και ο θίασος του Κώστα Μουσούρη εξοικειώνουν τους Έλληνες με τα σύγχρονα δραματουργικά ρεύματα από την Ευρώπη και την Αμερική. Νέοι συγγραφείς δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους στη μεταπολεμική μας σκηνή με κορυφαίο τον Ιάκωβο Καμπανέλλη, τον οποίο ο Καραγάτσης υπερασπίζεται θερμά. Παράλληλα, οι δύσκολοι καιροί εδραιώνουν στο μεγάλο κοινό το λεγόμενο εμπορικό θέατρο με έργα ανάλαφρα κι εύπεπτα, κομμένα και ραμμένα για τους πρωταγωνιστές και θιασάρχες. Το αρχαίο δράμα με τις σκηνοθεσίες των Ροντήρη, Μινωτή, Σολομού, Κουν εισέρχεται δυναμικά στη νέα φάση της αναβίωσής του σε υπαίθρια αρχαία θέατρα. το Εθνικό Θέατρο με τον Άγγελο Τερζάκη στις δραματολογικές επιλογές στοχεύει να διαμορφώσει μια παιδευτική ταυτότητα αντάξια της αποστολής του. Στις συνθήκες αυτές της θεατρικής άνθισης του '50, ο υπεύθυνος για την παρουσίαση της θεατρικής κίνησης στον ημερήσιο ή περιοδικό Τύπο, εάν δεν ήταν κοσμικογράφος, έπρεπε να ενημερώσει και κυρίως να τοποθετήσει και να αποτιμήσει μια παράσταση. Τα πράγματα ίσως φαίνονται απλά όταν το έργο είναι κλασσικό ή γνωστό, όμως δυσκολεύουν αφάνταστα όταν πρωτοπαρουσιάζεται ένας συγγραφέας ή όταν δοκιμάζεται ένα θεατρικό σχήμα στην αγορά του θεάματος. Πώς αντιμετώπισε λοιπόν ο Καραγάτσης τους ξένους και ιδίως τους νεοεμφανιζόμενοι συγγραφείς;
ΕΝΘΟΥΣΙΩΔΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ Τ. ΟΥΙΛΙΑΜΣ
Τα κριτήρια της αξιολόγησης ενός θεατρικού έργου, για τον Καραγάτση, είναι η πρωτοτυπία του θέματος και η θέση του συγγραφέα, ο τρόπος τεκμηρίωσης αυτής της θέσης, δηλαδή η πειστικότητα που βασίζεται στην αληθοφάνεια και την αυτοτέλεια των ηρώων, και, τέλος, τα τεχνικά λογοτεχνικά μέσα που υπηρετούν τα προηγούμενα. Στα κλασσικά έργα δεν διστάζει να εκτεθεί προκαλώντας και να σταθεί κριτικά ως προς την αξία τους, πράγμα που ενοχλεί και το γνωρίζει, βέβαια, ο ίδιος. Όμως, αυτό οφείλεται στην ιδιοσυγκρασία του Καραγάτση, ο όποιος διατύπωνε ελεύθερα κι αυθόρμητα ό,τι πιστεύει, όχι σαν Φιλόλογος αλλά, πρώτα απ' όλα, σαν καλλιτέχνης. Από την αμερικανική δραματουργία με αφετηρία τον Ο' Νηλ, ο Καραγάτσης τοποθετεί στην κορυφαία θέση τον Αρθουρ Μίλερ ενώ ο Ελμερ Ράις με τις «Σκηνές του δρόμου» (1957) κατατάσσεται στους συμβατικούς, επιφανειακούς και προχειρογράφους. Ξεχωριστή όμως θέση κατέχει στη συνείδηση του Καραγάτση ο Τένεσσι Ουίλιαμς. Οταν πρωτοβλέπει τον «Γυάλινο κόσμο» (1946) του νεαρού Ουίλιαμς ενθουσιάζεται από την ποίηση της καθημερινότητας και το ρεαλισμό του έργου. Στη «Λυσσασμένη γάτα» (1955) χαίρεται με τη χρήση των τεχνικών μέσων του συγγραφέα που κρατούν το ενδιαφέρον του θεατή αν και δεν πείθεται από τον τρόπο που ο Ουίλιαμς χειρίζεται τη θέση του, δηλαδή την εξάρτηση έρωτα και υλικού συμφέροντος. Στο «Τριαντάφυλλο στο στήθος» (1956) το ψυχολογικό βάθος της κεντρικής ηρωίδας, της Σεραφίνας, που παραμένει ερωτευμένη με το νεκρό άντρα της, πείθει τον Καραγάτση ότι ο Ουίλιαμς είναι και σπουδαίος ανατόμος αλλά και μάστορας του θεάτρου. Στο «Καλοκαίρι και καταχνιά» (1958) παρά τα ενδιαφέροντα στοιχεία του έργου διαπιστώνει μια «πλαδαρότητα» και κινηματογραφική παρά θεατρική τεχνική ενώ στην εκτενή κριτική του για το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» (1959) στέκεται στο «αιρετικό πάθος», στις ερωτικές επιλογές του συγγραφέα. το ενδιαφέρον στα σχόλια του Καραγάτση είναι ότι παρατηρεί μια εμμονή του Ουίλιαμς στην ομοφυλοφιλία του, χωρίς όμως να την αποδέχεται ειλικρινά, ώστε να συμφιλιωθεί τελικά με τον εαυτό του. Αντίθετα βασανίζεται από ενοχές που περνάνε στο έργο του: «Από όλη την όντως ιδιοφυή λογοτεχνία, αναδίνεται υπούλως κι εντόνως ο υποσυνείδητος πόθος του Ουίλιαμς να μην είναι αυτό που είναι». Μετά από μια ανάλυση του περιεχομένου «που ανάγεται σε πολύ ανώτερες ποιοτικές σφαίρες» τελικά καταλήγει ότι «παρά την εξαίρετη τεχνική του, δεν είναι μόνο έργο εκζητημένα νοσηρότατο, αλλά και λογικώς απαράδεκτο». Στο «Γλυκό πουλί της νιότης» (1960) στιγματίζει την προχειρότητα του συγγραφέα, που έχει ήδη γίνει διάσημος και μόδα διεθνώς.
ΜΠΡΕΧΤ ΚΑ ΛΟΡΚΑ
Ο Καραγάτσης απεχθανόταν το διδακτισμό. Έτσι, η περίπτωση του Μπρεχτ, που έγινε γνωστός από το Θέατρο Τέχνης, ανήκει στην ομάδα των συγγραφέων-ιεροκηρύκων, οι οποίοι βασίζονται σε μια έτοιμη συνταγή για τη σωτηρία του κόσμου με την τυποποίηση των ηρώων σε καλούς και κακούς. Οταν κρίνει τον «Κύκλο με την κιμωλία» (1957), τον «Καλό άνθρωπο του Σε Τσουάν» (1958) την «Εβραία» και τον «Καταδότη» (1959), οι αντιρρήσεις του για τον Μπρεχτ στηρίζονται στην τεχνική επεξεργασία των θεμάτων αλλά και στην ιδεολογική του στράτευση, η οποία δεν του επιτρέπει, κατά τον Καραγάτση, να είναι πραγματικά πνευματικά ελεύθερος. Στον Τσέχωφ συμπυκνώνει τη θέση του στην ατμόσφαιρα και την απαισιοδοξία του συγγραφέα και ενοχλείται κυρίως από την ήττα και τη μελαγχολία των ηρώων. Αντίθετα, εκτιμά το σκηνικό «ευρετικό δαιμόνιο» του Πιραντέλο κι εκστασιάζεται με την ποιητική γραφή του Λόρκα στο «Ματωμένο γάμο»: «Ο Λόρκα είναι ποιητής και μόνον ποιητής. Οταν συνέλαβε με τη φαντασία του κι έγραψε τον "Ματωμένο γάμο", αντίκρισε κυρίως το θέμα του, δηλαδή την τραγωδία που γεννά στις ψυχές των ανθρώπων η σύγκρουση των αιωνίων και μεγάλων παθών: Έρωτας, Θάνατος, Τιμή, Μητρότης. Υπόθεση απλή, αλλά που αγκαλιάζει θέμα μεγάλο. Σκηνικός χειρισμός απλούστατος, αλλά μεγαλοφυώς απλούστατος. Λόγος υψηλός, αγνώς ποιητικός, αλλά ξεκαθαρισμένος από κάθε μεγαλόπνοο τάχα βερμπαλισμό. Έργο πρωτόγονο, που αναπλάθει το δράμα ανθρώπων πρωτόγονων.
Ο Νίκος Τζόγιας και η Έλλη Λαμπέτη σε μια σκηνή από την κωμωδία ΠΕΓΚ ΚΑΡΔΟΥΛΑ ΜΟΥ που ανέβηκε το 1950.
Αλλά μ' εκείνη τη συγκλονιστική μεγαλοπρέπεια που χαρακτήριζε κάποιους άλλους ανθρώπους, που ήσαν πολύ πιο άνθρωποι απ' όσο είμαστε εμείς. Ανθρώπους που νιώθουν μέσα στον πρωτογονισμό τους, τις μεγάλες ηθικές αξίες της ζωής. Αυτές που μας εχάρισε η φύσις. Και που χάνονται καθημερινώς, διωγμένες από την εκφυλιστικήν επίδρασιν του στενόκαρδου ματεριαλισμού» («Η Βραδυνή», 9-4-48). Από τη δραματική παραγωγή του Σο δέχεται περισσότερο την αγέραστη στο χρόνο «Αγία Ιωάννα». Όσον αφορά τον Ιψεν ο Καραγάτσης θεωρεί αριστούργημα τον «Γιάννη Γαβρίλ Μπόρκμαν», ενώ μας προσφέρει μια ψυχαναλυτικού τύπου ανάλυση για το χαρακτήρα στο «Εντα Γκάμπλερ» (1957): το μοναχοπαίδι, το οποίο μετά το θάνατο της μητέρας της προσκολλάται στο στρατηγό πατέρα της με αποτέλεσμα να παραμείνει ένα έρημο ανικανοποίητο πλάσμα. Η παραπάνω «άτακτη» ανθολόγηση, για τη στάση τού Καραγάτση προς τους ξένους συγγραφείς, είναι απλώς αντιπροσωπευτική. Μια πληρέστερη προσέγγιση των προτιμήσεων και των ενστάσεων του στην εισαγόμενη δραματουργία θα ξέφευγε από τα όρια του αφιερώματος.

ΙΩΣΗΦ ΒΙΒΙΛΑΚΗΣ
« Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ »
ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
2000


from ανεμουριον https://ift.tt/393C5aO
via IFTTT
Από το Blogger.