Επιρροές του πεζογράφου στους νεότερους

Εξώφυλλο του μυθιστορήματος «Γιούγκερμαν», ζωγραφισμένο από τη σύζυγο του συγγραφέα, Νίκη.
Η διαμορφωτική επίδραση που άσκησε το έργο του Μ. Καραγάτση στους Έλληνες πεζογράφους και η ανίχνευση της έκτασης της εμφανίζεται σήμερα ως μια απονενοημένη γραμματολογική προσπάθεια που θα λειτουργούσε τελικά ως μία ακόμη πειστική μαρτυρία του αφηγηματικού ταλέντου ενός συγγραφέα, του οποίου το έργο γνωρίζει, σαράντα χρόνια σχεδόν μετά το θάνατο του, μια ασυνήθιστη διάδοση. Η συστηματική μελέτη της πρόσληψης ενός έργου τόσο εκτενούς και πολύμορφου θα αποτελούσε πραγματική ερευνητική πρόκληση για όποιον επιχειρούσε να αναδιφήσει σε αυτό, με στόχο να αλιεύει και να καταγράψει τις επιδράσεις που άσκησε σε άλλους ομότεχνους. Πολύ περισσότερο που το έργο του Καραγάτση, χωρίς να δημιουργήσει σχολή, συνεξέθρεψε τις γενιές των νεότερων Ελλήνων πεζογράφων που κολακεύονται όταν το έργο τους αντιπαραβάλλεται με αυτό αποκαλύπτοντας άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο την επίδραση που τους ασκήθηκε από τη μυθοπλαστική γοητεία των καραγατσικών σελίδων. Ο Καραγάτσης όσο ζούσε γνώρισε στα ταπεινά εντυπωσιογραφικά κείμενα των κριτικών του, που έβλεπαν μέσα στα μυθιστορήματα του την οξεία και ανηλεή κριτική ενός ολόκληρου κόσμου, είτε την καλυμμένη συγκατάβαση, είτε την προκατειλημμένη επίθεση. Οι κριτικοί του υπερτονίζοντας τον «αμοραλισμό» των «ερωτομανών» ηρώων του και επιμένοντας στην «προχειρογραφία», με την οποία εκφραζόταν η πλούσια δημιουργική φαντασία του, φαίνονται σήμερα το λιγότερο εξωπραγματικοί. Επόμενες αναγνώσεις του έργου του δίνοντας έμφαση στην εμπειρία ενός λόγου που πραγματώνει τη συνάντηση του ανθρώπου με τον εαυτό του επιτρέπουν, σήμερα, διαφορετικά αναγνωστικά πορίσματα: μέσα στο διάχυτο ερωτισμό αναγνωρίζεται η γνησιότητα και η ανενδοίαστη εντιμότητα του συγγραφέα που αποκηρύσσοντας τις ενοχές του συντηρητισμού αναζητεί και επιλέγει την αλήθεια του ανθρώπου.
ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΟΙ ΗΡΩΕΣ
Σπάνια ή καθόλου διδακτικός ο Καραγάτσης δημιούργησε πρόσωπα ζωντανά, πρωταγωνιστικά ακόμα και σε δευτερεύοντες ρόλους, ήρωες που συναρπάζουν τον αναγνώστη και τον προκαλούν να ταυτιστεί μαζί τους συναισθηματικά, γιατί ο «κυνισμός» τους δεν προβάλλεται ως «συνισταμένη επιδιώξεων», όπως ίσως θα ήθελε η άσπονδη κριτική, αλλά αποτελεί την κρυμμένη απελπισία του ανικανοποίητου που ταιριάζει σε ευάλωτες μα στο βάθος τρυφερές ανθρώπινες φύσεις. Ο Λιάπκιν, ο Γιούγκερμαν, ο Μίχαλος Ρούσσης του Καστρόπυργου ή ο αδίστακτος Μάνος Τασάκος του «Κίτρινου φακέλλου» έχοντας διανύσει μια πορεία που τους οδηγεί στην αυτοσυνείδηση φτάνουν τελικά στη φρικτή διαπίστωση: «Μοίρα του ανθρώπου ο θάνατος». Μπροστά στην αλήθεια του θανάτου, βιολογικού ή και πνευματικού, για να θυμηθούμε το θάνατο της πραγματικότητας (την τρέλα του Καραμάνου στον Γιούγκερμαν) ακόμα και ο τυχοδιώκτης συνειδητοποιεί την τραγική ανθρώπινη ματαιότητα. Τα πρόσωπα του Καραγάτση έχουν τη γεύση της πραγματικότητας και δικαιώνονται μυθιστορηματικά όπως εκείνα του Ντοστογιέφσκι. Ο συγγραφέας τους χωρίς να παραιτείται από τις ατομικές πεποιθήσεις του πετυχαίνει όχι απλώς να διασώσει αλλά και να επιβάλει τους ήρωές του στη μνήμη των αναγνωστών. Οπαδός της θέσης ότι η τέχνη του μυθιστορήματος είναι πάνω από όλα τέχνη δημιουργίας φανταστικών προσώπων, που είχε στα χρόνια του εισηγηθεί ο Γ. Θεοτοκάς, ο Καραγάτσης εξαρτά τη διάρκεια του έργου του από τη ζωντανή και καθόλου σκιώδη προβολή μυθιστορηματικών χαρακτήρων, των οποίων η αλήθεια προβάλλεται σε χειμαρρώδεις σελίδες. Η ερωτική επιθυμία, βασικό μέρος της αλήθειας αυτής, απροκάλυπτη και αμεταμφίεστη κυριαρχεί είτε με τη μορφή της ανθρώπινης φιλοδοξίας είτε και ως λανθάνουσα σύγκρουση ανάμεσα σε αυτό που επιθυμούμε και σε αυτό που επιβάλλεται από την κοινωνική αναγκαιότητα.
To «10» ήταν το τελευταίο μυθιστόρημα του Καραγάτση. Δεν κατάφερε να το τελειώσει, τον πρόλαβε ο θάνατος. Στη φωτογραφία οι ήρωες τον «10» όπως τους σκιαγράφησε στο χαρτί ο συγγραφέας τους. Ονόματα, σχέσεις, χώροι όπου τους φαντάστηκε. Το μυθιστόρημα εκδόθηκε τελικά το 1964.
Απεχθανόμενος κάθε σύμβαση ο Καραγάτσης (ακόμα και τη γλωσσική που εκφραζόταν από τους συγγραφείς της γενιάς του με την ομοιογένεια της λογοτεχνικής καλλιέργειας και συνδέθηκε με την ομοιότητα της ιδεολογικής τοποθέτησης) μπορεί, μεταμορφώνοντας ακόμα και τη γλώσσα του για τις ανάγκες της αφήγησης, να λειτουργεί μέσα στο γενναιόδωρο χώρο του μυθιστορήματος ως ο αιώνιος άνθρωπος που ανταποκρίνεται σε μια μόνιμη ανάγκη του: την αφηγηματική. Η αφήγηση, μοναδικός στόχος της γραφής, γίνεται στον Καραγάτση απόλαυση και σε καμιά περίπτωση σύμβαση που θα καθόριζαν κοινωνικές, ιδεολογικές ή πιθανόν γλωσσικές αναγκαιότητες. Είναι προφανές ότι οι σημερινοί συγγραφείς ζώντας σε μια εποχή τεχνολογικής υπερτελειοποίησει που συγχέει τη φαντασία με την πραγματικότητα και καθιστά το μέλλον του ανθρώπου σχετικά προβλέψιμο δύσκολα αφηγούνται με μόνο στόχο τη διήγηση. Οι λίγοι όμως που μπορούν να επιμείνουν στην εσωτερική αυτή ανάγκη τους είναι τελικά εκείνοι που διασώζουν το είδος του μυθιστορήματος, παραβιάζοντας τα όρια των αφηγηματικών συμβάσεων και καθιστώντας απαραίτητη τη συμμετοχή του αναγνώστη.
ΤΩΡΙΝΕΣ ΑΠΗΧΗΣΕΙΣ
Ανάμεσα τους -καθαρά υποκειμενικές οι επιλογές- θα ξεχωρίζαμε την αφήγηση της Ζυράννας Ζατέλλη που γράφει μαγεμένη, εκστασιασμένη περίπου από την ίδια της τη γραφή («Και με το φως του λύκου επανέρχονται» 1994).
Αν και λάτρης του αστικού τοπίου, ο Καραγάτσης δεν έπαυε μόλις έβρισκε ευκαιρία να εκδράμει στην εξοχή. Εδώ σε ελληνικό νησί.
Χειμαρρώδης αφηγήτρια στην προσπάθεια της να δώσει μυθικές διαστάσεις ακόμα και στα αποτρόπαια πρόσωπα του έργου της εγκαταλείπει συχνά τη γλωσσική αφηγηματική σύμβαση. Μέτρο σύγκρισης με την καραγατσική γραφή θα μπορούσε να γίνει ο διάχυτος ερωτισμός, ωστόσο και σε αυτό οι δρόμοι των δύο συγγραφέων ξεχωρίζουν ευδιάκριτα. Στενή επαφή με το έργο του μεγάλου «παραμυθά», όπως καθιερώθηκε ο Καραγάτσης στη λογοτεχνία μας, θα βρίσκαμε στα μυθιστορήματα του Αντώνη Σουρούνη («Ο χορός των ρόδων», 1994, «Συμπαίχτες», 1977, «Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι», 1987), επίσης ανήσυχου, επίσης πρωτόγονου και ανατρεπτικού, έτοιμου ανά πάσα στιγμή να πειραματιστεί σε αφηγηματικούς τρόπους αλλά και σε γλώσσα που αν και χυδαία κάποτε, δεν ξαφνιάζει, αν και σαρκαστική, κλείνει άπειρη τρυφερότητα. Μέσα στο αφηγηματικό ρεύμα που πηγάζει από τον Καραγάτση και εξακτινώνεται στους τωρινούς Έλληνες λογοτέχνες (αφού οι σύγχρονοι του ούτε θα ήθελαν, ούτε θα μπορούσαν να ακολουθήσουν ένα συγγραφέα που τα κείμενα του έκαναν τους συνδρομητές της «Νέας Εστίας» να διακόπτουν τη συνδρομή τους στο περιοδικό όταν δημοσιευόταν σε συνέχειες ο Γιούγκερμαν για να μη φθαρούν τα «χρηστά ήθη» των κοριτσιών τους), θα μπορούσαμε να απαριθμήσουμε πολλούς φιλοδοξούντες να πάρουν τον τίτλο του «γεννημένου παραμυθά». Ο σκοπός του άρθρου αυτού δεν θα το επέτρεπε. Ιδιαίτερη, ωστόσο, μνεία πρέπει να γίνει στο συγγραφέα Κώστα Μουρσελά («Διά της ατόπου απαγωγής», «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά», 1989 και το πρόσφατο «Κλειστόν λόγω μελαγχολίας», 1999), γνωστού περισσότερο για τα θεατρικά του. Ο Μουρσελάς τόσο για την προβολή και τη δικαίωση ανθρώπινων τύπων καραγατσικής φύσης, όσο και για τη θεατρική φλέβα που διέπει την αφήγηση του και που τη συναντάμε ευρύτατα στον Καραγάτση, που δεν έπαψε να διοχετεύει στα έργα του διαλόγους και πολλά θεατρικά στοιχεία, επιβεβαιώνει με την αφοπλιστική μυθοπλαστική του ικανότητα την καραγατσική προέλευση.
Η οικογένεια του συγγραφέα Κώστα Σούκα, με την οποία ο Μ. Καραγάτσης (δεξιά) είχε στενές φιλικές σχέσεις. Ήταν τόσο αγαπημένοι, ώστε όταν καταστράφηκε το σπίτι τους στο Φάληρο τους φιλοξένησε στο δικό του.
Οι ισχυρότερες όμως απηχήσεις ενός συγγραφέα είναι αυτές που «ακούγονται» μέσα στην πολλαπλότητα των δυνατοτήτων της ίδιας της πράξης της ανάγνωσης, της μόνης που μπορεί να αποσπάσει από την τέχνη του λόγου τη βαθιά κρυμμένη αλήθεια της.

ΝΙΝΑ Ι. ΚΟΚΚΙΝΑΚΗ
« Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ »
ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
2000


from ανεμουριον https://ift.tt/2UpETuU
via IFTTT
Από το Blogger.