ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ (1878) ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ 1ΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ (1919)

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΓΟΥΝΑΡΗΣ

Τα γεγονότα του 1878 και ιδιαίτερα το Συνέδριο του Βερολίνου οριοθετούν μια νέα φάση στο Ανατολικό Ζήτημα. Η επέμβαση των μεγάλων δυνάμεων το καλοκαίρι της χρονιάς εκείνης και η ριζική αναθεώρηση της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου κατέστησαν σαφές ότι οι ημέρες της Οθωμανικής κυριαρχίας στην Ευρώπη δεν είχαν τελειώσει ακόμη. Η εξέλιξη αυτή προσέδωσε νέες διαστάσεις στην εξωτερική πολιτική των νεοσύστατων, αλλά επιθετικών, βαλκανικών βασιλείων. Ιδιαίτερα για την Ελλάδα το σκηνικό άλλαξε εντελώς. Η ίδρυση της Ηγεμονίας της Βουλγαρίας σήμανε την οριστική απώλεια του μονοπωλίου της αλυτρωτικής ιδεολογίας στο χώρο της Μακεδονίας. Η κρατούσα αντίληψη, ότι δηλαδή οι χριστιανικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας, ως μέλη του ποιμνίου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, αποτελούσαν τμήμα του Ελληνισμού, είχε ήδη αρχίσει να δοκιμάζεται με την ίδρυση της Βουλγαρικής εξαρχικής εκκλησίας το 1870. Οκτώ χρόνια αργότερα η δημιουργία ενός βουλγαρικού κράτους, το οποίο θα λειτουργούσε πλέον ως εθνικό βουλγαρικό κέντρο και η δραστηριοποίηση της Αυστροουγγαρίας στο χώρο των Βαλκανίων δεν προοιώνιζαν αίσιες εξελίξεις. Το πρώτο μη ελληνικό επαναστατικό κίνημα στη περιοχή της Κρέσνας και του Ράζλογκ, το Σεπτέμβριο του 1878, ήταν σαφέστατη ένδειξη των προθέσεων της Βουλγαρίας. Βέβαια το επαναστατικό κίνημα του 1878 και η κινητοποίηση του Ελληνισμού της Μακεδονίας την επαύριο της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου έδειξαν ότι το ελληνικό κράτος διέθετε ισχυρά ερείσματα στο χώρο της Μακεδονίας, ακόμη και στις βορειοδυτικές σλαβόφωνες περιοχές. Παρ' όλα αυτά, η επαναθεώρηση των ελληνικών βλέψεων στα Βόρεια ήταν επιβεβλημένη. Η δραστηριοποίηση του Ελληνισμού είχε δρομολογηθεί ήδη από το 1870, όταν έγινε σαφές ότι η νεοσύστατη βουλγαρική εξαρχική εκκλησία θα αποτελούσε ίσως μια εναλλακτική λύση για όσους χωρικούς δυσανασχετούσαν για τις οικονομικές απαιτήσεις ορισμένων μητροπολιτών. Φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι και σχολικές εφορίες επιδόθηκαν με ζήλο στη μόρφωση και την εθνική καθοδήγηση του αστικού αλλά και του αγροτικού πληθυσμού και έφεραν ικανοποιητικά αποτελέσματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι το 1878 ο αριθμός των χωριών που είχαν προσχωρήσει στην Εξαρχία ήταν εξαιρετικά περιορισμένος. Όμως οι περιστάσεις απαιτούσαν σοβαρότερη αντιμετώπιση. Με δεδομένες τις βουλγαρικές βλέψεις οι ελληνικές διεκδικήσεις έγιναν πλέον περισσότερο ρεαλιστικές, αφού οριοθετήθηκαν προς Βορά με τη νοητή γραμμή Αχρίδα - Κρούσοβο - Στρώμνιτσα - Μελένικο. Περιλάμβαναν έτσι αποκλειστικά τα εδάφη της ιστορικής Μακεδονίας, που όμως σε μεγάλο ποσοστό κατοικούνταν από σλαβόφωνους πληθυσμούς. Από την άλλη πλευρά έγινε αντιληπτό ότι τα περιθώρια μιας διπλωματικής συνδιαλλαγής με τη Βουλγαρία και την Τουρκία ήταν περιορισμένα. Κάποιες ρωσικές πρωτοβουλίες για άρση του σχίσματος απέτυχαν, ενώ η βουλγαρική προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας (1885) έκανε το κενό ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ηγεμονία αγεφύρωτο. Εξάλλου οι συνεχείς κρίσεις του Κρητικού Ζητήματος καθιστούσαν σαφή την αδυναμία αποκατάστασης ομαλών σχέσεων και με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Έτσι, οι ενέργειες του ελληνικού κράτους στράφηκαν οριστικά προς την περιχαράκωση του πατριαρχικού στοιχείου της Μακεδονίας. Η συστηματική περιφρούρηση και διεύρυνση των εθνικών ερεισμάτων στη Μακεδονία προϋπέθετε τη γρήγορη και στέρεα σύνδεση των Μακεδόνων με το εθνικό κέντρο των Αθηνών και τη μύηση τους στην καλλιεργούμενη νεοελληνική εθνική συνείδηση και πολιτισμό. Για την ευόδωση των στόχων αυτών έπρεπε να αποκατασταθούν στέρεοι δεσμοί εκπαιδευτικοί, εκκλησιαστικοί, οικονομικοί και διπλωματικοί. Στο τομέα της εκπαίδευσης η προεργασία του «Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων» είχε ήδη φέρει ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Οι προσπάθειες αυτές συστηματοποιήθηκαν με τη σύσταση της Επιτροπής προς Ενίσχυση της Εκκλησίας και Παιδείας η οποία συνεργαζόμενη με το ελληνικό κράτος, πολλαπλασίασε τα ελληνικά εκπαιδευτήρια, ιδίως τα παρθεναγωγεία και τα νηπιαγωγεία, στις πόλεις και τα χωριά της σλαβόφωνης ζώνης. Η βελτίωση των συγκοινωνιών την περίοδο αυτή, και ιδιαίτερα η λειτουργία σιδηροδρομικών γραμμών που συνέδεσαν την ενδοχώρα με τη Θεσσαλονίκη και το Μοναστήρι, εκπαιδευτικά κέντρα με σημαντική ακτινοβολία, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διεύρυνση του ελληνικού εκπαιδευτικού δικτύου. Λιγότερο εντυπωσιακά, τουλάχιστον ως τις αρχές του 20ού αιώνα, ήταν τα αποτελέσματα στους τομείς της εκκλησιαστικής προπαρασκευής και της οικονομικής συνεργασίας. Παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν για την επιμόρφωση και την εθνική διαπαιδαγώγηση των ιερέων, την απομάκρυνση ορισμένων ακατάλληλων αρχιερέων και την οικονομική ενίσχυση των μακεδόνικων μητροπόλεων, πολλή εργασία υπολειπόταν. Χωρίς αμφιβολία η βαθύτερη αιτία της βραδυπορίας στον τομέα αυτό ήταν η αδυναμία συντονισμού ανάμεσα στα δύο εθνικά κέντρα, το παλαιό, δηλαδή το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και το νέο, την Αθήνα. Η αδυναμία αυτή αντικατοπτριζόταν καθαρά στις όχι ιδιαίτερα ομαλές σχέσεις των μητροπολιτών και των προξένων στη Μακεδονία. Η αντιπαράθεση αυτή αποκτά ιδιαίτερο νόημα, αν ληφθεί υπόψη η διεύρυνση των προξενικών δραστηριοτήτων του ελληνικού κράτους κατά τη δεκαετία του 1880 με σκοπό τη συστηματική παρακολούθηση των εξελίξεων στη μακεδόνικη ενδοχώρα μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας το 1881. Μια χαρακτηριστική εικόνα της εργασίας που πραγματοποιήθηκε τα χρόνια αυτά μας δίνουν τα απομνημονεύματα του Αναστασίου Πηχιών, εκπαιδευτικού στη Δυτική Μακεδονία και στενού συνεργάτη των προξενείων, ο οποίος εργάστηκε συστηματικά, μέχρι την ημέρα της σύλληψης του από τους Τούρκους το 1887, όχι μόνο για την εκπαιδευτική, αλλά και για την επαναστατική προετοιμασία του Ελληνισμού. Όσον αφορά την οικονομική συνεργασία του ελληνικού κράτους και των ελληνικών κοινοτήτων της Μακεδονίας τα σχέδια έμειναν σε μεγάλο βαθμό απραγματοποίητα. Οι εκκλήσεις των Ελλήνων προξένων για τραπεζικές δραστηριότητες στο μακεδόνικο χώρο, οι οποίες αναμενόταν ότι θα βελτίωναν την κατάσταση των χριστιανών αγροτών, δεν βρήκαν δυστυχώς ανταπόκριση, σε μια εποχή που η προβληματική εμπορευματοποίηση των μακεδόνικων σιτηρών καθιστούσε ολοένα πιο ευάλωτη τη θέση των καλλιεργητών. Εξάλλου, και οι συνεχείς διπλωματικές προσπάθειες της Ελλάδας για σιδηροδρομική σύνδεση με τη Θεσσαλονίκη ή το Μοναστήρι προσέκρουαν στη σταθερή αντίθεση της Πύλης. Αντίθετα η τακτική επικοινωνία της Βουλγαρίας με τη Μακεδονία, μέσω Νις από το 1888, διόγκωσε το ρεύμα των εποχιακών μεταναστών προς την Ηγεμονία με τεράστιες συνέπειες στην εθνική τους διαπαιδαγώγηση. Ενώ το ελληνικό κράτος αγωνιζόταν να ελέγξει την κατάσταση στη Μακεδονία, παρακάμπτοντας τους σκοπέλους που παρουσιάζονταν στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, η νεοσύστατη βουλγαρική ηγεμονία, εκμεταλλευόμενη τη διεθνή συγκυρία, επέδειξε φοβερό δυναμισμό στην εξωτερική της πολιτική. Η πραξικοπηματική προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας το Σεπτέμβριο του 1885, η συνακόλουθη συντριβή της Σερβίας, η αποτυχημένη και επιζήμια ελληνική επιστράτευση και η ευνοϊκή προς τη Βουλγαρία στάση των δυνάμεων οριοθέτησαν τις εξελίξεις στον μακεδόνικο χώρο τα επόμενα χρόνια. Τόσο οι Σέρβοι όσο και οι Έλληνες βρίσκονταν εμφανώς σε μειονεκτική θέση και ανέτοιμοι να αναλάβουν την πρωτοβουλία των κινήσεων στη Μακεδονία. Αντίθετα οι Βούλγαροι, με τη συστηματική υποστήριξη των Ρώσων, τη διακριτική κάλυψη των Βρετανών και την ευμενή ουδετερότητα των Τούρκων προχώρησαν συστηματικά τη θρησκευτική - και κατ' επέκταση την εθνική - τους προπαγάνδα με μεθόδους παρόμοιες με τις ελληνικές. Η σύσταση εξαρχικών εκκλησιών ήταν το ένα μέρος της εργασίας, το οποίο απέβλεπε στην παραγωγή στατιστικών στοιχείων, ώστε σε δεδομένη στιγμή να μπορεί να στοιχειοθετηθούν επαρκώς οι Βουλγαρικές βλέψεις. Η απόσπαση μέρους των κοινοτήτων από το Πατριαρχείο βασίστηκε όχι μόνο στο χρηματισμό και στην παρουσίαση των οικονομικών ελαφρύνσεων που συνεπάγονταν η μεταστροφή στην Εξαρχία, αλλά και στη συστηματική εκμετάλλευση κάθε είδους κοινωνικών και προσωπικών διαφορών. Το άλλο μέρος της εργασίας, μακροπρόθεσμα το πιο σημαντικό, περιλάμβανε την προετοιμασία στελεχών. Με υποτροφίες για ακαδημαϊκές και στρατιωτικές σπουδές οδηγήθηκε στη Σόφια σημαντικός αριθμός σλαβόφωνων νέων και έτσι προετοιμάστηκε σταδιακά η βουλγαρική ηγεσία των χρόνων του Μακεδόνικου Αγώνα. Αλλά οι ημέρες των ειρηνικών αντιπαραθέσεων δεν κράτησαν για πολύ. Ήδη από το 1885 αναφέρονται κρούσματα βουλγαρικών επιθέσεων στην Ανατολική Μακεδονία, αλλά η ιδέα της ένοπλης εξέγερσης ωρίμασε λίγο αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του 1890. Κυοφορήθηκε τότε στους βουλγαρικούς κύκλους της Μακεδονίας -και μάλιστα στους διανοούμενους - η ιδέα της ένοπλης οργάνωσης. Βραχυπρόθεσμος στόχος των σχεδίων αυτών ήταν η πρόκληση επεισοδίων σε βάρος του χριστιανικού πληθυσμού της Μακεδονίας, ώστε μακροπρόθεσμα να δημιουργηθεί το κατάλληλο κλίμα για μια εξέγερση η οποία θα διεθνοποιούσε τη βουλγαρική άποψη για το Μακεδόνικο ζήτημα. Τις ιδέες αυτές προώθησε κυρίως η «Μυστική Μακεδονο-Αδριανοπολιτική Επαναστατική Οργάνωση» που ιδρύθηκε το 1893 και έγινε γνωστή, κατόπιν της μετονομασίας της, ως «Εσωτερική Μακεδονο-Αδριανουπολιτική Επαναστατική Οργάνωση» (ΕΜΕΟ). Η ΕΜΕΟ μετά τη συστηματοποίηση της δράσης της στη Ρέσνα, ένα χρόνο αργότερα λειτούργησε ως ο δούρειος ίππος της βουλγαρικής εξωτερικής πολιτικής στο Μακεδόνικο. Βασική της γραμμή ήταν η προώθηση του συνθήματος «η Μακεδονία στους Μακεδόνες» προς όλες τις εθνικές ομάδες του μακεδόνικου πληθυσμού, σε μια προσπάθεια δημιουργίας ενός πολυεθνικού απελευθερωτικού κινήματος. Ουσιαστικά βέβαια, η ιδέα της αυτόνομης Μακεδονίας δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα βουλγαρικό σχέδιο, το οποίο θα συγκάλυπτε προσωρινά τα επιθετικά σχέδια της Ηγεμονίας και θα της επέτρεπε να ελίσσεται ευκολότερα στη διεθνή σκηνή, αποφεύγοντας τις σερβικές, ελληνικές, τουρκικές, αλλά και τις αυστριακές κατηγορίες για επεκτατισμό. Την ίδια περίοδο στη Βουλγαρία οι πολυάριθμες βουλγαρομακεδονικές οργανώσεις των μεταναστών συνέστησαν την «Ανώτατη Επιτροπή» (Βερχόβεν Κομιτέτ ) που ανέλαβε το βουλγαρικό αγώνα σε Μακεδονία και Θράκη. Η «Επιτροπή» αυτή, λόγω του σημαντικότατου όγκου των βουλγαρομακεδόνων μεταναστών, αλλά και των προσβάσεων που διέθετε στο δημόσιο μηχανισμό, τον κλήρο και το στρατό, κατάφερε σύντομα να οργανώσει ένοπλα σώματα, τα οποία έστειλε το 1895 στη Βόρεια και Κεντρική Μακεδονία. Όμως αυτές οι πρώιμες ενέργειες - και οι συνακόλουθες βιαιοπραγίες σε βάρος Ελλήνων - δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα παρά μόνο κατέστησαν σαφείς τους ιδιοτελείς σκοπούς του βουλγαρικού αλυτρωτισμού. Όμως οι Βούλγαροι δεν ήταν οι μοναδικοί ανταγωνιστές των Ελλήνων για τη Μακεδονία. Ιδέες και σενάρια για επέκταση προς το Νότο είχαν αρχίσει να καλλιεργούνται και στη Σερβία όπου εσπευσμένα αναβίωσαν οι μνήμες των μεσαιωνικών κατακτήσεων, ενώ ιστορικοί και λαογράφοι επιστρατεύτηκαν για τις ανάγκες της σερβικής προπαγάνδας. Το πρακτικό μέρος ανατέθηκε στην «Εταιρεία του Αγίου Σάββα» που από το 1886 ανέλαβε να προωθήσει τη σερβική εκπαίδευση στη Μακεδονία. Βέβαια οι Σέρβοι, ως μη αναγνωρισμένο μιλέτ από την Πύλη, είχαν περιορισμένες δυνατότητες διείσδυσης, γι' αυτό άλλωστε η δράση τους περιορίστηκε ουσιαστικά στη Βόρεια Μακεδονία. Όμως αν και την περίοδο αυτή η σερβική απειλή δεν ήταν ορατή για την Ελλάδα και οι Σέρβοι εμφανίζονταν μάλλον διαλλακτικοί, η ελληνική κυβέρνηση δεν ενδιαφέρθηκε σοβαρά για μια προσέγγιση που θα προϋπέθετε ορισμό σφαιρών επιρροής. Αν όμως οι Σέρβοι αντιπροσώπευαν μια μακροπρόθεσμη - όπως αποδείχθηκε - απειλή για τα ελληνικά συμφέροντα στη Μακεδονία, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα οι Ρουμάνοι αποτελούσαν μια πολύ πιο ορατή πηγή κινδύνων. Ήδη από τη δεκαετία του 1860 άρχισε τη δράση του το Μακεδονορουμανικό Κομιτάτο με στόχο την προσέλκυση των Βλάχων στη ρουμανική εθνική ιδεολογία. Βασικό επιχείρημα ήταν η γλωσσική συγγένεια της ρουμανικής γλώσσας με τη λατινίζουσα βλάχικη διάλεκτο. Όμως η ρουμανική προπαγάνδα ουσιαστικά είναι ταυτισμένη με τη δράση του Απόστολου Μαργαρίτη από την Αβδέλλα, δάσκαλου στην Κλεισούρα Φλωρίνης. Διαθέτοντας άφθονα οικονομικά μέσα, διεθνή κάλυψη και κυρίως την ανοχή της Πύλης,
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΣΤΟ ΠΙΣΟΔΕΡΙ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΕΜΕΙΝΕ ΘΑΜΜΕΝΟ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ ΓΙΑ ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ (1904-1907).
ΑΠΟΨΗ ΤΟΝ ΚΡΟΥΣΟΒΟΥ ΤΟ 1907
ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΤΟΝ ΓΕΝΙΚΟΥ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΟΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ. ΑΝΑΜΕΣΑ ΤΟΥΣ ΟΙ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ Κ. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ - ΑΙΝΙΑΝ, Κ. ΤΑΒΟΥΛΑΡΗΣ, ΣΠ. ΚΟΝΡΕΒΕΛΗΣ, ΑΝΔΡ. ΚΟΥΡΟΥΚΛΗΣ, Α. ΕΞΑΔΑΚΤΥΛΟΣ Κ.Α. 

ο Μαργαρίτης κατάφερε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1890 να διευρύνει σημαντικά τη ρουμανική εκπαίδευση στη Μακεδονία, αλλά μακροπρόθεσμα απέτυχε να αποσπάσει τους βλαχόφωνους από τη παραδοσιακή προσήλωση τους στην ελληνική εθνική ιδέα. Οι στρατιωτικές προετοιμασίες των Βαλκανίων γειτόνων δεν πέρασαν απαρατήρητες στην Ελλάδα που κατρακυλούσε σταθερά στο δρόμο της οικονομικής χρεοκοπίας. Εμπρός στην αδυναμία του κράτους να αντιδράσει, την πρωτοβουλία πήρε μια ομάδα αξιωματικών που το 1894 ίδρυσαν την Εθνική Εταιρεία με σκοπό να προωθήσουν τις αλυτρωτικές βλέψεις της Ελλάδας. Ο μακεδόνικος χώρος δεν έμεινε έξω από τα σχέδια της Εταιρείας. Μάλιστα δύο χρόνια αργότερα στάλθηκαν στη Μακεδονία ένοπλα σώματα, στελεχωμένα με Μακεδόνες εγκατεστημένους στην Αθήνα, υπαξιωματικούς του στρατού και Μακεδόνες οπλαρχηγούς. Πιο γνωστό από όλα ήταν το σώμα του Αθανασίου Μπρούφα, οπλαρχηγού της περιοχής Γρεβενών, που κατάφερε να διεισδύσει από τις ακτές της Πιερίας μέχρι τα χωριά του Μοριχόβου. Εκεί ο ίδιος ο Μπρούφας σκοτώθηκε σε συμπλοκή με τους Τούρκους και το σώμα του, αναπόφευκτα, διαλύθηκε. Όμως ούτε τα άλλα σώματα είχαν καλύτερη τύχη. Η έλλειψη επαρκούς προετοιμασίας και υποδομής περιόριζε τις δυνατότητες εξάπλωσης επαναστατικής δράσης. Έτσι τα οφέλη της επιχείρησης περιορίστηκαν στον ψυχολογικό τομέα, που ωστόσο δεν πρέπει να υποτιμώνται ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η ανοδική πορεία του βουλγαρικού κινήματος έδινε την εντύπωση ότι η υπόθεση της Μακεδονίας ήταν χαμένη για την Ελλάδα. Η ελληνική ήττα του 1897 αποτέλεσε ορόσημο στην εξέλιξη του Μακεδόνικου ζητήματος. Η ελληνική συντριβή, τα τεράστια οικονομικά προβλήματα, η επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου και τέλος ο ηθικός κλονισμός του έθνους οδήγησαν σε μια βαθύτατη κρίση. Ο αντίκτυπος των γεγονότων αυτών φυσικά έγινε σύντομα αισθητός και στους κύκλους των ομογενών, ιδιαίτερα στην Μακεδονία. Η αποχώρηση των σωμάτων της Εθνικής Εταιρείας, άφησε τον ελληνισμό και πάλι μετέωρο, ενώ η ευνοϊκή για την Ελλάδα ρύθμιση του Κρητικού Ζητήματος, δημιούργησε στη Βουλγαρία την εντύπωση ότι η Μακεδονία θα αποτελούσε ένα λογικό αντιστάθμισμα. Μάλιστα η ΕΜΕΟ, με υπόμνημα της προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, το 1899, ζήτησε τη ρύθμιση του Μακεδόνικου σύμφωνα με το Κρητικό Ζήτημα. Ίσως όμως η σημαντικότερη ζημιά ήταν ότι οι Βούλγαροι αφέθησαν πλέον ελεύθεροι να μονοπωλήσουν, σε μια κρίσιμη περίοδο, την επαναστατική και απελευθερωτική ιδεολογία. Έτσι, ενώ στην Ελλάδα τα σώματα διαλύονταν και η Εθνική Εταιρεία βάδιζε προς την οριστική διάλυση της, η Βουλγαρία προχωρούσε απροκάλυπτα στη προώθηση ενόπλων ομάδων στη Μακεδονία που τις περισσότερες φορές ανήκαν στη δύναμη της ΕΜΕΟ. Οι ομάδες αυτές σκοπό είχαν την οργάνωση τοπικών επαναστατικών πυρήνων ώστε να προετοιμασθεί το έδαφος για μια μελλοντική επανάσταση. Όμως η κατάσταση δεν ήταν τόσο εύκολη. Η αρχική ιδέα των ιδρυτών της ΕΜΕΟ να συμπεριλάβουν κάθε εθνικό στοιχείο στην ημισοσιαλιστικού χαρακτήρα εξέγερση που σχεδίαζαν, αποδείχτηκε στη πράξη ανεφάρμοστη. Η επιθετική συμπεριφορά των βουλγαρικών σωμάτων προς τους ελληνίζοντες το 1895 είχε καταστήσει τους εντόπιους χριστιανικούς πληθυσμούς καχύποπτους. Η απειλή των τουρκικών αντιποίνων, από τα οποία οι εντόπιοι είχαν πολλαπλές κακές αναμνήσεις, αύξανε τους ενδοιασμούς. Τέλος, η αδυναμία των εντόπιων να υποστηρίξουν υλικά τα σώματα, σε μια μεταβατική οικονομική περίοδο, μείωνε σημαντικά τις πιθανότητες αποδοχής της σοσιαλίζουσας ΕΜΕΟ. Αναπόφευκτα λοιπόν ο αγώνας της ΕΜΕΟ υπέθαλψε την παραδοσιακή πλέον διαμάχη Πατριαρχικών - Εξαρχικών και αναζήτησε συστηματικά καταφύγιο στις τάξεις των δευτέρων. Η περαιτέρω ενδυνάμωση του βουλγαρικού κινήματος μεθοδεύτηκε με τρομακτικές ενέργειες σε βάρος ηγετικών φυσιογνωμιών των Πατριαρχικών, τη συστηματική φορολογία, τον προσηλυτισμό εντόπιων παραδοσιακών κλεφτών και τη διεύρυνση των εκπαιδευτικών και εκκλησιαστικών ερεισμάτων που είχαν δημιουργηθεί στη Μακεδονία τη περίοδο 1860-1890. Παρά τις αντιδράσεις που εκδηλώθηκαν, η ΕΜΕΟ θα μπορούσε δικαιολογημένα να καυχηθεί ότι ο απολογισμός του έργου της την περίοδο 1897-1900 ήταν θετικότατος. Ικανά στελέχη, όπως ο Ποπτράικοφ, ο Πάβελ Χρίστωφ κα., κατάφεραν να ισχυροποιήσουν τη θέση της και να εξοπλίσουν σημαντικό αριθμό χωριών. Μάλιστα, το έργο τους θα ήταν ίσως ακόμη μεγαλύτερο, αν έλειπαν οι διενέξεις με τους βερχοβιστές και οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις. Τα προβλήματα αυτά, που μερικές φορές πήραν τη μορφή προσωπικών συγκρούσεων φαίνεται ότι διευκόλυναν τελικά τη μεταπήδηση του Κώτα, τοπικού οπλαρχηγού των Κορεστίων, και άλλων συνεργατών του στη πατριαρχική παράταξη. Στις αρχές του 20ού αι. ελάχιστες μεταβολές σημειώθηκαν αναφορικά με την ισορροπία δυνάμεων. Η πίεση των βουλγαρικών ενόπλων ομάδων συνεχίστηκε αυξανόμενη, οι βιαιοπραγίες εις βάρος όσων αντιδρούσαν έγιναν μέρος της καθημερινής ζωής των πατριαρχικών και όλοι, Μουσουλμάνοι και Χριστιανοί συμμερίζονταν την άποψη ότι μια γενική εξέγερση ήταν επικείμενη.
Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ
ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΧΩΡΙΚΩΝ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟ ΠΕΛΛΑΣ. ΑΝΑΜΕΣΑ ΤΟΥΣ, ΜΕ ΠΟΛΙΤΙΚΑ Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΕΜΕΣΤΙΧΑΣ.
ΣΩΜΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ/ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΩΝ ΣΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥΣ. ΜΕΤΑΞΥ ΑΛΛΩΝ Ο Κ. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ-ΑΙΝΙΑΝ, Ο Β. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Ο Β. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ ΚΑΙ Ο Μ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΟΣ.
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΚΑΡΑΒΑΓΓΕΛΗΣ.
Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΣΤΕΦΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΝ ΚΑΠΕΤΑΝ ΜΑΤΑΠΑ (Μ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΟΣ) ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΤΡΕΜΠΗΝΑ ΣΤΟΝ ΟΛΥΜΠΟ.
Ο ΤΕΛΟΣ ΑΓΑΠΗΤΟΣ (ΚΑΠΕΤΑΝ ΑΓΡΑΣ) ΚΑΙ Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΕΜΕΣΤΙΧΑΣ (ΚΑΠΕΤΑΝ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ) ΜΕ ΑΝΔΡΕΣ ΤΟΝ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΓΙΑΝΝΙΤΣΩΝ.

Την κατάσταση προσπάθησαν να εξισορροπήσουν τόσο ο Ίων Δραγούμης από το Προξενείο Μοναστηρίου όσο και ο Γερμανός Καραβαγγέλης, Μητροπολίτης της Καστοριάς, προωθώντας την ιδέα των πατριαρχικών πολιτοφυλακών και την εσπευσμένη στρατολογία εντόπιων οπλαρχηγών. Όμως τα αποτελέσματα των ελληνικών πρωτοβουλιών τη περίοδο αυτή, παρά την αποφασιστικότητα του Βαγγέλη Στρεμπενιώτη, του Κώτα, του Νταλίπη, κ.α. συνεργατών του Καραβαγγέλη ήταν περιορισμένα. Στην καλύτερη περίπτωση εντοπίζονταν στη στήριξη του ηθικού των χειμαζόμενων πατριαρχικών πληθυσμών. Τις ευνοϊκές αυτές περιστάσεις προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν το Σεπτέμβριο του 1902 οι Βερχοβιστές ξεκινώντας εσπευσμένα, εξέγερση, χωρίς την υποστήριξη των στελεχών της ΕΜΕΟ, σε περιοχές της Ανατολικής και Κεντρικής Μακεδονίας. Φυσικά το εγχείρημα κατέληξε σε αποτυχία, αφού ελάχιστα χωριά, και αυτά κάτω από πίεση, έλαβαν μέρος. Όμως η έκταση και η βιαιότητα των τουρκικών αντιποίνων, τελικά εξασφάλισαν τη διεθνή προβολή των βουλγαρικών πρωτοβουλιών στη Μακεδονία. Χάρη στις εξελίξεις αυτές η ηγεμονία της Βουλγαρίας μπορούσε πλέον να ισχυριστεί, όπως και έπραξε, ότι η επίλυση του μακεδόνικου ζητήματος ήταν πλέον επιτακτική ανάγκη, όχι μόνο για λόγους ανθρωπιστικούς, αλλά και για τη διατήρηση της ισορροπίας στα Βαλκάνια. Η αδιαφορία της Πύλης, σύμφωνα με τους βουλγαρικούς ισχυρισμούς, οδηγούσε στη διόγκωση του μεταναστευτικού ρεύματος από τη Μακεδονία, στη Βουλγαρία, γεγονός που υπονόμευε την κοινωνική ομαλότητα στη χώρα αυτή και οδηγούσε τον πληθυσμό σε ανεξέλεγκτες αλυτρωτικές εξάρσεις. Οι απόψεις αυτές οδήγησαν το Δεκέμβριο του 1902 το Ρώσο Υπουργό των Εξωτερικών Κόμητα Lamsdorff και τον Αυστριακό ομόλογο του Goluchowski να προχωρήσουν στο σχεδιασμό ενός μεταρρυθμιστικού προγράμματος, οικονομικής και διοικητικής υφής, το οποίο, αν εφαρμοζόταν από την Πύλη, θα εξασφάλιζε την εκτόνωση της αναταραχής των Χριστιανών της Μακεδονίας. Αν και το σχέδιο αυτό, γνωστό και ως «Πρόγραμμα της Βιέννης», έγινε αποδεκτό από την Πύλη, ωστόσο η άμεση εφαρμογή του αποδείχτηκε ανέφικτη εξαιτίας των ραγδαίων εξελίξεων. Η απομάκρυνση των οθωμανικών «κατασταλτικών» δυνάμεων οδήγησε στην επανεμφάνιση βουλγαρικών ενόπλων ομάδων που την άνοιξη του 1903 εντατικοποίησαν τις δραστηριότητες τους αυξάνοντας τις τουρκικές υποψίες. Οι βομβιστικές ενέργειες μιας αναρχικής ομάδας, χαλαρά συνδεδεμένης με την ΕΜΕΟ, μέσα στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Μαρτίου, επέτειναν τη σύγχυση. Την ίδια ώρα στη Δυτική Μακεδονία, τα στελέχη της ΕΜΕΟ, φοβούμενα την αποκάλυψη της οργανωτικής υποδομής, βρέθηκαν υποχρεωμένα να αποδεχτούν τις απόψεις των Βερχοβιστών για την άμεση εκδήλωση επαναστατικού κινήματος. Η εντατικοποίηση των βουλγαρικών επαναστατικών προετοιμασιών έκανε τις τουρκικές υποψίες βεβαιότητα. Μολονότι οι αρχές εξαπέλυσαν ένα νέο κύμα εκκαθαριστικών επιχειρήσεων, οι βουλγαρικές ομάδες συνέχισαν να αυξάνονται και να πιέζουν αφόρητα τους εντόπιους όχι μόνο για τυπική προσχώρηση στην Εξαρχία αλλά και για υλική στήριξη του κινήματος. Η τελική έκρηξη του κινήματος, τη μέρα του Προφήτη Ηλία το καλοκαίρι του 1903, φυσικά καμία έκπληξη δεν προκάλεσε. Οι στρατιωτικοί στόχοι του κινήματος του Ίλιντεν, όπως έγινε γνωστό, δεν ήταν ιδιαίτερα φιλόδοξοι. Γνωρίζοντας εκ προοιμίου την τελική έκβαση οι Βούλγαροι προσπάθησαν να αποτρέψουν την έγκαιρη άφιξη του τουρκικού στρατού στις επαναστατικές εστίες, να καταλάβουν ορισμένα δευτερεύοντα διοικητικά κέντρα και να προσβάλλουν ορισμένους επιλεγμένους τουρκικούς στόχους. Βασικό μέλημα των διοργανωτών ήταν η κινητοποίηση με κάθε μέσο, πειθώ ή βία, όσο το δυνατόν μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού, ώστε να προβληθεί διεθνώς η εικόνα μιας παλλαϊκής χριστιανικής εξέγερσης εναντίον του Οθωμανού δυνάστη. Μετά την τουρκική αντεπίθεση, που δεν άργησε να εκδηλωθεί δριμύτατη, η εικόνα αυτή συμπληρώθηκε με εκτεταμένες σφαγές, πυρπολήσεις χωριών και πάσης φύσεως βιαιοπραγίες κατάλληλες για να προσελκύσουν το ενδιαφέρον της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης. Ανάμεσα στις κωμοπόλεις που καταστράφηκαν ήταν οι ελληνικότατες Νυμφαίο, Κρούσεβο και Κλεισούρα. Μολονότι ο βουλγαρικός επαναστατικός μηχανισμός ποτέ δεν μπόρεσε να ξαναπετύχει παρόμοια κινητοποίηση και αναπόφευκτα οδηγήθηκε σε παρακμή, ωστόσο η διπλωματική επιτυχία της Βουλγαρίας ήταν αναμφισβήτητη. Η κινητοποίηση της Μ. Βρετανίας και η συνάντηση των αυτοκρατόρων Ρωσίας και Αυστροουγγαρίας το Σεπτέμβριο του 1903 οδήγησαν σε ένα ακόμα μεταρρυθμιστικό σχέδιο «το πρόγραμμα του Murzsteg» που αναμενόταν να βελτιώσει τη θέση των χριστιανικών πληθυσμών. Οι οικονομικές και διοικητικές μεταβολές που προτείνονταν - υπό την εποπτεία των μεγάλων δυνάμεων αυτή τη φορά - δεν ισοδυναμούσαν βέβαια με την άμεση αυτονόμηση της Μακεδονίας, ωστόσο ήταν γεγονός ότι το Μακεδόνικο είχε πλέον συνδεθεί διεθνώς με τη βουλγαρική εξωτερική πολιτική. Την ίδια ώρα που οι δυνάμεις απεργάζονταν ειρηνευτικά και μεταρρυθμιστικά σχέδια, η ελληνική κυβέρνηση, καταθορυβημένη από τα γεγονότα του Ίλιντεν, εξέταζε σοβαρά το ενδεχόμενο της δυναμικής επέμβασης στη Μακεδονία. Οι σκέψεις αυτές οδήγησαν σε ορισμένες διερευνητικές της κατάστασης αποστολές, που πραγματοποιήθηκαν την άνοιξη του 1904, ενώ παράλληλα το υπουργείο των Εξωτερικών προχώρησε στην αναδιοργάνωση των προξενικών υπηρεσιών στη Θεσσαλονίκη και το Μοναστήρι. Ταυτόχρονα το Μάιο του 1904, ιδρύθηκε στην Αθήνα το Μακεδόνικο Κομιτάτο, το οποίο ανέλαβε ευρύτατες στρατιωτικές και προπαγανδιστικές δραστηριότητες κυρίως στο βιλαέτι του Μοναστηρίου. Η αποφασιστική ανάμιξη των ιδιωτών, υπό την προεδρεία του Δημητρίου Καλαποθάκη, πρόσφερε στο κράτος σημαντικό άλλοθι για τη διατήρηση ομαλών, κατά το δυνατόν, σχέσεων με την Τουρκία. Όμως η παράλληλη δράση του Κομιτάτου στην περιοχή Μοναστηρίου και του Γενικού Προξένου Λάμπρου Κορομηλά στο βιλαέτι Θεσσαλονίκης, έμελλε να δημιουργήσει ένα καθεστώς δυαρχίας, το οποίο προξένησε σημαντικά προβλήματα στην πορεία του Μακεδόνικου Αγώνα. Φυσικά οι Βούλγαροι δεν άφησαν τον χρόνο ανεκμετάλλευτο. Ιδιαίτερα μετά τη βουλγαροτουρκική προσέγγιση, τον Απρίλιο του 1904, τη γενική αμνήστευση όσων είχαν συμμετάσχει στο Ίλιντεν και τον επαναπατρισμό των προσφύγων στα χωριά τους. Ο σημαντικότατος καρπός των δραστηριοτήτων τους την περίοδο αυτή ήταν η δολοφονία του Βαγγέλη Στρεμπενιώτη, το Μάιο του 1904. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τη σύλληψη του Κώτα από τον τουρκικό στρατό επέσπευσαν την αποστολή σωμάτων από την Ελλάδα. Ο Παύλος Μελάς και ο Ευθύμιος Καούδης, που είχαν επισκεφτεί τη μακεδόνικη ενδοχώρα στο παρελθόν, ήταν οι πρωτοπόροι. Ο Καούδης εξελίχθηκε σε εμπειρότατο οπλαρχηγό και είχε πολυετή δράση, όμως ο Μελάς γρήγορα, σε λίγες εβδομάδες, αναδείχθηκε σε τραγικό ήρωα του αγώνα για τη Μακεδονία, πέφτοντας νεκρός στη Σιάτιστα (Μελά) από τουρκικές σφαίρες στις 13 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς. Το παράδειγμα του ανθυπολοχαγού Μελά ακολούθησαν σύντομα αρκετοί συνάδελφοι του αξιωματικοί ηγούμενοι πολλών εθελοντών, Μακεδόνων, Κρητών, Μανιατών, κ.α. Μετά τον κρίσιμο χειμώνα του 1904-5 η κατάσταση στη Μακεδονία εξελίχθηκε πλέον σε ένα ιδιόρρυθμο ανορθόδοξο πόλεμο ελληνικών και βουλγαρικών ενόπλων ομάδων και πολιτοφυλακών υπό την ηγεσία εντόπιων οπλαρχηγών και αξιωματικών του τακτικού στρατού. Ο Γεώργιος Τσόντος (Βάρδας), ο Γεώργιος Κατεχάκης (Ρούβας), ο Νικόστρατος Καλομενόπουλος (Νίδας), ο Κωνσταντίνος Μαζαράκης (Ακρίτας), ο Τέλος Αγαπηνός (Άγρας) και άλλοι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί μαζί με τους εντοπίους Στέφο, Γκόνο, Δούκα, Κύρου, κ.α., αναδείχτηκαν σε πολέμαρχους. Ηγήθηκαν μιας παλλαϊκής προσπάθειας να κρατηθούν τα πατριαρχικά χωριά έξω από τη βουλγαρική στρατιωτική, εκκλησιαστική και εκπαιδευτική επιρροή. Η πολεμική αυτή προσπάθεια, που ακολούθησε πιστά τη μακραίωνη κλέφτικη παράδοση - άλλωστε πληθώρα κλεφτών πρόσφερε πολυτιμότατες υπηρεσίες, ιδιαίτερα τη χειμερινή περίοδο - συνοδεύτηκε από ταυτόχρονη κινητοποίηση του άμαχου πληθυσμού, σε πόλεις και χωριά. Ο μηχανισμός αυτός, με τη καθοδήγηση των προξενείων και σε συνεργασία με τους τοπικούς κοινωφελείς συλλόγους, πρόσφερε εφόδια, καταλύματα, περίθαλψη, και το κυριότερο τις απαραίτητες πληροφορίες για τη διεξαγωγή του Αγώνα. Παρά τις απώλειες σημαντικών στελεχών, τις προδοσίες των ρουμανιζόντων Βλάχων, τις καταστροφικές συγκρούσεις με τον τουρκικό στρατό, τις διχογνωμίες που αναπόφευκτα εκδηλώθηκαν ανάμεσα στα διαφορετικά κέντρα του Αγώνα, τη χαρακτηριστική έλλειψη συντονισμού και τις τρομακτικές ελλείψεις σε οπλισμό και κεφάλαια, μέχρι το 1907 οι συγκρούσεις είχαν εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη Μακεδονία. Μάλιστα η κατάσταση είχε ανατραπεί σε βάρος των Βουλγάρων που επίσης ταλανίζονταν από οξύτατα εσωτερικά προβλήματα. Πολυάριθμοι εντόπιοι εξαρχικοί οπλαρχηγοί άρχισαν να εγκαταλείπουν αποκαρδιωμένοι τη βουλγαρική παράταξη, ενώ, λόγω της κλιμακούμενης μετανάστευσης, παρατηρήθηκε και έλλειψη ανδρών. Η επικράτηση του νεοτουρκικού κινήματος (1908) άλλαξε προς στιγμήν την πορείαν των γεγονότων και ανακούφισε την ελληνική κυβέρνηση η οποία, χωρίς διεθνή διπλωματικά ερείσματα, πιεζόταν αφόρητα να αναστείλει τη δράση των ελληνικών σωμάτων στη Μακεδονία. Εξάλλου ένα ισχυρό συνταγματικό καθεστώς, σαν και αυτό των Νεότουρκων, ελπιζόταν ότι θα απέτρεπε την άωρη κατάρρευση της Τουρκίας και τις καταστροφικές συνέπειες για τα αλυτρωτικά σχέδια της Ελλάδος που δεν είχε ολοκληρώσει τις στρατιωτικές της προετοιμασίες. Οι υποσχέσεις των Νεότουρκων για ισονομία και ισοπολιτεία έπεισαν τους οπλαρχηγούς όλων των παρατάξεων να θέσουν τα όπλα παρά πόδα περιμένοντας τις εξελίξεις. Μάλιστα η προκήρυξη εκλογών σύντομα μετέβαλε τους παλαιούς αγωνιστές σε κομματάρχες σε μια ιδιόρρυθμη προσπάθεια να μετατραπούν τα εθνικά ερείσματα σε κομματική δύναμη. Όμως οι ειρηνικές ημέρες ήταν μετρημένες. Ενώ η Ελλάδα προχωρούσε στη σταδιακή απομάκρυνση των στελεχών της εθνικής δράσης από την Μακεδονία (1909), οι Νεότουρκοι, μετά το αποτυχημένο σουλτανικό πραξικόπημα (Μάρτιος 1909) άρχισαν να δείχνουν ότι η πολιτική τους θα ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη με τις περί ισονομίας διακηρύξεις τους.
ΟΙ ΚΡΗΤΕΣ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΙ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ, ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΚΡΗΣ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΟΛΑΝΗΣ.
ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. ΑΝΑΜΕΣΑ ΤΟΥΣ Ο Κ. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ-ΑΙΝΙΑΝ.
ΟΙ ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΣ ΚΑΠΕΤΑΝ - ΚΩΤΟΥΛΑΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΙΑΤΙΣΤΑ. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙ. (ΣΥΛΛΟΓΗ Ν. ΨΗΜΜΕΝΟΥ).
ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΣΤΕΡΓΙΟΥ ΒΛΑΧΜΠΕΗ ΠΟΥ ΕΔΡΑΣΕ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΤΖΟΥΜΑΓΙΑΣ.
Ο ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ.
Ο ΣΤΕΝΟΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ ΚΑΙ ΟΔΗΓΟΣ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ, ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΥΡΖΑΣ ΑΠΟ ΤΗ ΦΛΩΡΙΝΑ.

Η ΕΜΕΟ επανέλαβε τη δράση της εναντίον των Τούρκων θέλοντας αφενός να υπογραμμίσει ότι το Μακεδόνικο Ζήτημα παρέμενε ανοιχτό και αφετέρου να εκμεταλλευτεί την αποδιοργάνωση της ελληνικής παράταξης σε όφελος της. Αυτή την εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο την κατάσταση έσωσαν και πάλι τα εντόπια ελληνικά σώματα, τα οποία κατάφεραν να διατηρήσουν τα κεκτημένα του Μακεδόνικου Αγώνα. Οι συγκρούσεις του τουρκικού στρατού με την ΕΜΕΟ συνεχίστηκαν τόσο το 1911, όσο και το 1912. Μάλιστα στη διαμάχη φαίνεται ότι εμπλέχθηκε και η Αυστροουγγαρία υποστηρίζοντας τα βουλγαρικά συμφέροντα. Η κατάσταση επιδεινώθηκε ιδιαίτερα το 1912, με την αλβανική εξέγερση και τη συνεργασία των αλβανικών και βουλγαρικών σωμάτων στη περιοχή του Μοναστηρίου. Καθώς η γενίκευση της σύρραξης στα Βαλκάνια έμοιαζε αναπόφευκτη, τον Αύγουστο του 1912 επανεμφανίστηκαν και τα ελληνικά σώματα. Δύο μήνες αργότερα μετά την έκρηξη του Α' Βαλκανικού Πολέμου, οι Μακεδονομάχοι επανέλαβαν την ένοπλη δράση τους προλειαίνοντας, ώς πρόσκοποι, το έδαφος για τον ελληνικό στρατό. Η ελληνική απόφαση για συμμαχία με τη Βουλγαρία χωρίς καμία αναφορά στη μελλοντική τύχη της Μακεδονίας αποδείχτηκε σωτήρια. Η προέλαση του στρατού στη μακεδόνικη ενδοχώρα υπήρξε ταχύτατη. Όμως χάρη στις πιέσεις του Βενιζέλου και παρά την αντίθετη γνώμη του διαδόχου Κωνσταντίνου, τελικά προτεραιότητα δόθηκε στην κατάληψη της Θεσσαλονίκης, ενώ το Μοναστήρι πέρασε οριστικά στη σερβική σφαίρα επιρροής. Η εξέλιξη των επιχειρήσεων φυσικά ελάχιστα ευχαρίστησε τη Βουλγαρία η οποία, έχοντας αντιμετωπίσει σοβαρή αντίσταση από τον τουρκικό στρατό, είχε περιορισμένα εδαφικά οφέλη στη Μακεδονία. Η απόφαση των Βουλγάρων να μην αρκεστούν στην Καβάλα, την Αλεξανδρούπολη και στα θρακικά εδάφη τους οδήγησε σε αιφνιδιαστική επίθεση εναντίον των Σέρβων και των Ελλήνων, απόφαση που σύντομα αποδείχτηκε ολέθρια. Ο ελληνικός στρατός απελευθέρωσε την Ανατολική Μακεδονία μετά από σειρά φονικότατων μαχών, ενώ Σέρβοι και Τούρκοι περιόρισαν ακόμη περισσότερο τα βουλγαρικά εδαφικά κέρδη του Α' Βαλκανικού Πολέμου. Η συνθήκη του Βουκουρεστίου έδωσε τέλος στις εχθροπραξίες και οριστικοποίησε τα ελληνικά εδαφικά κέρδη που ανέρχονταν στο 51,57% του μακεδόνικου χώρου. Η Σερβία και η Βουλγαρία πήραν το 38, 32% και 10, 11% αντίστοιχα, γεγονός που ελάχιστα ευχαρίστησε τη Σόφια. Αν και οι Βούλγαροι είχαν επιτύχει την κατοχή της Δυτικής Θράκης και είχαν πλέον αποκτήσει την ποθητή διέξοδο στο Αιγαίο, ωστόσο η απώλεια της Θεσ/νίκης και της Ανατολικής Μακεδονίας και κυρίως των βορείων μακεδόνικων εδαφών, που βρίσκονταν υπό σερβική κατοχή, αντιμετωπίστηκε ως εθνική καταστροφή. Η ευκαιρία για την αναθεώρηση του εδαφικού καθεστώτος στα Βαλκάνια δεν άργησε να δοθεί. Ένα μόλις χρόνο μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, τόσο η Αντάντ όσο και οι Κεντρικές Δυνάμεις εμφανίστηκαν διατεθειμένες να προσφέρουν στη Βουλγαρία μεγάλο μέρος της Μακεδονίας προκειμένου να επιτύχουν την έξοδο της στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο η καθεμία παράταξη για λογαριασμό της. Μολονότι Βρετανοί και Γάλλοι ήταν πρόθυμοι να της προσφέρουν όχι μόνο την Καβάλα αλλά και το μεγαλύτερο μέρος της σερβικής Μακεδονίας, η Βουλγαρία προτίμησε τη Γερμανοαυστριακή συμμαχία. Βραχυπρόθεσμα η επιλογή της δικαιώθηκε, αφού κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου κράτησε υπό τη κατοχή της τόσο τη σερβική όσο και την ελληνική Ανατολική Μακεδονία. Μάλιστα για κάποιο διάστημα κατέλαβε εδάφη της Κεντρικής και της Δυτικής ελληνικής Μακεδονίας. Όμως η συστηματική εξόντωση του ελληνικού στοιχείου, με εκτελέσεις και ομηρείες, και η προσπάθεια για βίαιο εκβουλγαρισμό, με τη συνεργασία της ΕΜΕΟ, αντί να αυξήσουν τα βουλγαρικά ερείσματα οδήγησαν στη δημιουργία φοβερής ψυχρότητας ανάμεσα στις δύο χώρες που κράτησε για αρκετές δεκαετίες. Την ίδια ώρα που οι Βούλγαροι καταλάμβαναν την κοιλάδα του Στρυμόνα, εν γνώσει της ελληνικής κυβέρνησης Σκουλούδη, οι δυνάμεις της Αντάντ, με τη συνεργασία της κυβέρνησης Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη, είχαν προχωρήσει στην εγκατάσταση ενός ιδιόρρυθμου στρατιωτικού καθεστώτος, ουσιαστικά ενός προγεφυρώματος. Το προγεφύρωμα αυτό κάλυψε όχι μόνο τη Κεντρική αλλά και τη Δυτική Μακεδονία και εξελίχθηκε στο λεγόμενο μακεδόνικο μέτωπο. Με τη συμμετοχή των μονάδων της Εθνικής Αμύνης (και αργότερα, μετά τη φυγή του βασιλιά Κωνσταντίνου ) ολόκληρου του ελληνικού στρατού, οι δυνάμεις της Αντάντ απώθησαν το 1918 Αυστριακούς και Βουλγάρους. Η Συνθήκη του Νεϊγύ επικύρωσε, με ελάχιστες εξαιρέσεις, τους όρους τις Συνθήκης του Βουκουρεστίου. Η σημαντικότερη όμως εξέλιξη ήταν ότι, με πρωτοβουλία του Βενιζέλου, κατά τη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων, υπογράφτηκε ελληνοβουλγαρική σύμβαση για εθελοντική ανταλλαγή των πληθυσμών. Η ανταλλαγή αυτή, όπως και η φυγή από τη Μακεδονία κατά τη διάρκεια των πολέμων της περιόδου 1912-1919, δεκάδων χιλιάδων σλαβόφωνων με βουλγαρική εθνική συνείδηση, αλλοίωσε εντελώς την εθνολογική σύσταση της περιοχής. Μάλιστα, με τη σταδιακή εγκατάσταση, ήδη από το 1914, διαδοχικών κυμάτων προσφύγων από τη Μικρά Ασία ο εθνολογικός χαρακτήρας της Μακεδονίας ήταν πλέον αδιαφιλονίκητα ελληνικός.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ ΑΘΗΝΑ 1995


from ανεμουριον https://ift.tt/2EypFOg
via IFTTT
Από το Blogger.