ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΠΟΝΤΙΑΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΦΩΤΙΑΔΗΣ & ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ | Το τέλος των Βαλκανικών πολέμων, ο καθορισμός τ | ων συνόρων και η υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου από τις ενδιαφερόμενες χώρες, είχε ως αποτέλεσμα την εθνολογική ανακατάταξη των Βαλκανικών λαών και τη δημιουργία του προσφυγικού Ζητήματος. Η απελευθέρωση της Μακεδονίας από τους Νεότουρκους και τις επεκτατικές βλέψεις της Βουλγαρίας, προκάλεσε ισχυρό ρεύμα μετακίνησης των ελληνικών πληθυσμών από τα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και της Βουλγαρίας στα νεοαποκτηθέντα ελληνικά εδάφη. 34.112 Έλληνες από τη Βουλγαρία και τη βουλγαροκρατούμενη ακόμη Δυτική Θράκη, αναγκάστηκαν σύμφωνα με την επίσημη στατιστική της υπηρεσίας των προσφύγων να καταφύγουν στην Μακεδονία στα τέλη του 1913 και στις αρχές του 1914.
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ. ΑΠΙΝ ΡΩΣΙΑΣ. ΑΡΧΕΙΟ ΒΕΡΑΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ. ΠΕΡ. 1928

Εκτός από τη Βουλγαρία νέα κύματα προσφυγιάς, αυτή τη φορά από την οθωμανοκρατούμενη Ανατολική Θράκη και τα Δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας γέμισαν τους επαρχιακούς δρόμους και τα λιμάνια της Μακεδονίας, ζητώντας από τις ελληνικές αρχές προστασία, εξ αιτίας των άγριων διωγμών που εξαπέλυσαν εναντίον τους οι Νεότουρκοι. Πολλά ελληνικά χωριά της Ανατολικής Θράκης ερημώθηκαν: «'Αγρια στίφη εξ εντοπίων Τούρκων και μουατσίρηδων (μεταναστών) εκ Μακεδονίας υπό τη διεύθυνσιν των επιτόπιων κομιτάτων, περιεκύκλωναν τα χωριά, ημπόδιζον τους άνδρας να εξέρχονται προς καλλιέργειαν των αγρών και ούτω εξηνάγκαζον αυτούς να εκπατρισθούν. Πολλάκις αι αρχαί διέτασσον την εκκένωσιν ενός χωρίου εντός ολίγων ωρών…». 80.176 Έλληνες από την Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία εγκατέλειψαν ως το Σεπτέμβριο του 1914, τα σπίτια και τις περιουσίες τους και ήρθαν στην Μακεδονία. Στον αριθμό αυτό των προσφύγων δεν συμπεριλαμβάνονταν οι 30.000 περίπου εύποροι πρόσφυγες, των οποίων τα ονόματα δεν καταγράφτηκαν στους καταλόγους της Επιτροπής Περιθάλψεως, γιατί δε χρειάστηκαν την οικονομική ή υλική της βοήθεια. Την ίδια περίοδο τέλος πραγματοποιήθηκε και η πρώτη μετακίνηση Ελλήνων ποντιακής καταγωγής από τον Καύκασο στην Μακεδονία. Η επιδείνωση των σχέσεων Ρωσίας Οθωμανικής αυτοκρατορίας, πριν από την έναρξη του Α' παγκοσμίου πολέμου και τα ευχάριστα νέα που έφτασαν από την ελεύθερη ελληνική Μακεδονία, επηρέασαν αποφασιστικά τους Έλληνες του Καυκάσου να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα. Το χρονικό διάστημα 1912-1914 υπολογίζεται ότι μετακινήθηκαν ανάμεσα στα βαλκανικά κράτη και τη Μικρά Ασία περίπου 890.000 άτομα. Από την Ελλάδα μετακινήθηκαν προς τη Μικρά Ασία 115.000 μουσουλμάνοι, ενώ στη Μακεδονία ήρθαν περίπου 120.000 Έλληνες από τη Θράκη και τη Μικρά Ασία. Από τα 328 εγκαταλελειμένα χωριά και τσιφλίκια της Μακεδονίας όπου εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες, στα 202 κατοικούσαν μουσουλμάνοι, στα 92 Βούλγαροι και τα υπόλοιπα 34 ήταν μικτά χωριά. Η βίαιη αναγκαστική μετανάστευση των περισσοτέρων Ελλήνων προσφύγων μετέβαλε τον εθνικό χαρακτήρα ολόκληρων επαρχιών, γιατί: «η συνεπεία (των διωγμών) επελθούσα καταστροφή του Ελληνισμού της Θράκης και μέρους της Μικράς Ασίας παρουσιάζει ως μόνον αντιστάθμισμα την συμβολή εις τον εξελληνισμόν επαρχιών τινών της Μακεδονίας, όπου το ελληνικόν στοιχείον αντεπροσωπεύετο μέχρι τότε ανεπαρκώς, και όπου τα κενά τα οποία εδημιούργησαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι εις τον βουλγαρικόν πληθυσμόν της Μακεδονίας, επληρώθησαν από των εκ της Παλαιός και Νέας Βουλγαρίας εκδιωχθέντων Ελλήνων, δυστυχώς μετά δυσαναλόγων θυσιών εις βάρος του ανθούντος Ελληνισμού της Θράκης». Συνολικά με βάσει τα στοιχεία της Επιτροπής Προσφύγων το 1914 ήρθαν στη Μακεδονία 117.484 πρόσφυγες, τους οποίους η επιτροπή εγκατέστησε στις παρακάτω 25 περιφέρειες:
Ο Γενικός Γραμματέας της Επιτροπής Προσφύγων κ. Α.Α. Πάλλης σε συνοπτική έκθεσή του προς το Υπουργείο των Εξωτερικών στις 9 Μαρτίου 1916 τόνιζε την κρισιμότητα αυτής της εγκατάστασης λέγοντας ότι: «η εγκατάστασις των προσφύγων εν Μακεδονία είναι σπουδαία από διττής απόψεως, εθνικής και κοινωνικής. Πρώτον δια της εγκαταστάσεως σχεδόν 120 χιλιάδων ακραιφνούς Ελληνικού πληθυσμού μετεβλήθη ο εθνολογικός χαρακτήρ ωρισμένων Μακεδονικών επαρχιών όπου προηγουμένως επλεόναζε το αλλοεθνές στοιχείον. Ούτω η επαρχία Κιλκίς το προπύργιον τούτο της Θεσσαλονίκης, όπερ άλλοτε υπήρξεν η ακρόπολις του Βουλγαρισμού σήμερον δια της μεταναστεύσεως των πλείστων των πρώην σχισματικών κατοίκων αυτού και της εγκαταστάσεως 14 περίπου χιλιάδων προσφύγων μετεβλήθη εις ελληνικοτάτην επαρχίαν. Επίσης η επαρχία Λαγκαδά, που άλλοτε επλεόναζε το τουρκικόν στοιχείον, σήμερον ενισχύθει δια της εγκαταστάσεως 9 περίπου χιλιάδων προσφύγων. Αύτη είναι η εθνική άπσψις του ζητήματος ήτις δεν διέφυγε το Γενικόν μας Επιτελείον, ζήτησαν επιμόνως την εις τα χωρία της μεθορίου εγκατάστασιν προσφύγων, ήτις όμως δεν δύναται να συντελεσθή επιτυχώς εφόσον το Υπουργείον των Οικονομικών δεν αποφασίζει να επιληφθή συστηματικής της καταλήψεως των αδέσποτων γαιών και να θέση επί την διάθεσιν των Εφόρων το αναγκαίον έκτακτον προσωπικόν. Κοινωνικήν μεταβολήν επέφερεν η εγκατάστασις προσφύγων εις τα εγκαταλελειμένα τσιφλίκια, διότι ούτω πολλά τσιφλίκια μετετράπησαν εις κεφαλοχώρια, εκεί δε όπου πριν υπήρχον Βούλγαροι κολίγοι σήμερον υπάρχουν Έλληνες χωρικοί. Η μεταβολή αυτή εις το καθεστώς της ιδιοκτησίας είναι φαινόμενον κοινωνικόν μεγάλης σημασίας». Δε χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια, για να φανεί ότι ο ερχομός των προσφύγων του 1914 ήταν «θείο δώρο» για το Ελλαδικό κράτος. Τα χρήματα που ξόδεψε η ελληνική κυβέρνηση για την αποκατάστασή τους, οι πρόσφυγες τα επέστρεψαν στο Δημόσιο μέσα σε μία πενταετία «υπό τύπον φόρου». Τα στοιχεία αυτά αντλούμε από την έκθεση του Διευθυντή Εποικισμού Μακεδονίας κ. Δ. Αβράσογλου, την οποία υπέβαλε στην κυβέρνηση το 1923. Σύμφωνα με την έκθεση αυτή το ελληνικό κράτος: «από του 1914 μέχρι του 1919 συμπεριλαμβανομένου , εδαπάνησεν δια την εγκατάστασιν των προσφύγων εν Μακεδονία συνολικώς 6.954.681 δρχ. Έναντι των ποσών τούτων εισεπράχθησαν υπό του Κράτους υπό των Εποίκων μόνον της Κεντρικής Μακεδονίας. Εκ δεκάτως 5.670.984,40. Προσέτι δε εκ δόσεων χρέων 302.493, εκ στρεμματικού φόρου του 1919 573,3.845 δρχ, σύνολον 6.546.861,4ο». Πριν προφτάσει όμως το ελληνικό κράτος να επουλώσει τις προσφυγικές πληγές του 1914, νέο κύμα προσφυγιάς άρχισε να καταφθάνει στην Ελλάδα αυτή την φορά από τον Πόντο, τον Καύκασο και την εμφυλιοκρατούμενη Ρωσία. Από τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες μεταφέρθηκαν τελικά στη Θεσσαλονίκη με τα ελληνικά πλοία κατά το διάστημα 1919-1920, 17.000 γεωργικές και 6.000 αστικές οικογένειες αφού πρώτα πέρασαν από τα φοβερά λοιμοκαθαρτήρια της Καλαμαριάς και της Μακρονήσου12. Τραγική ήταν η κατάσταση των πρώτων προσφύγων που έφτασαν στην Καλαμαριά.
ΜΙΑ ΑΠΟΨΙΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΗΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ
ΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟΝ ΤΗΣ ΔΥΣΤΥΧΙΑΣ
ΞΕΡΙΖΩΜΟΣ. ΑΡΧΕΙΟ ΚΩΣΤΑ ΦΩΤΙΑΔΗ
ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ. ΑΡΧΕΙΟ ΚΩΣΤΑ ΦΩΤΙΑΔΗ

Οι ταλαιπωρίες, η ασφυκτική συμβίωση - βδομάδες ολόκληρες, πολλές φορές - ανθρώπων και ζώων μέσα σε ακατάλληλα από πλευράς υγιεινής πλοία, οδήγησαν στο θάνατο τους πιο αδύναμους σωματικά, πριν προφτάσουν να χαρούν την ποθητή τους πατρίδα13. Όμως εκτός από τα φυσικά αίτια του θανάτου, δεν μπορεί κανείς να μη συγκαταριθμήσει και τους πολλούς θανάτους από καθαρά ψυχολογικά και ηθικά αίτια από αλλεπάλληλες και συνεχείς θλίψεις, αλλά και καταθλίψεις που δοκίμαζαν καθ’ όλη τη διάρκεια του ξεσηκωμού τους από τη γενέτειρά τους ως τον απροσδιόριστο ακόμη τόπο της νέας πατρίδας. Η ρεαλιστική πρόταση που είχε κάνει ο Νίκος Καζαντζάκης στις 25 Ιουνίου 1920 προς το Υπουργείο Περιθάλψεως, για την επίλυση του Μακεδονικού Ζητήματος, τονίζοντας στην έκθεσή του με αποκαλυπτικά ντοκουμέντα ότι: «Μία μόνο σωτηρία υπάρχει: Να φέρωμεν περισσοτέρας χιλιάδας Έλληνας γεωργούς εκ του Καυκάσου εις την Ελλάδα» ενίσχυε την απόφαση της Κυβέρνησης να εποικίσει την Μακεδονία με ελληνικό πληθυσμό από τη Ρωσία. Από την Κομοτηνή ως τη Φλώρινα τα ερειπωμένα χωριά ξαναζωντάνεψαν. Οι πρόσφυγες μ’ όλες τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν, χάρη στο δικό τους κουράγιό και στις φιλότιμες προσπάθειες της νεοσύστατης υπηρεσίας του Εποικισμού, μπόρεσαν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να ξεπεράσουν τα βασικά προβλήματα επιβίωσης και προσαρμογής. Αυτό όμως που αξίζει να μνημονευθεί ιδιαίτερα είναι το υψηλό εθνικό φρόνημα που τους διέκρινε, γιατί παράλληλα με τα προβλήματα που τους βασάνιζαν και τις απαιτήσεις που είχαν από τις αρμόδιες κρατικές αρχές, δεν ξέχασαν τις υποχρεώσεις που είχαν απέναντι στην πατρίδα. Δεν ήσαν λίγοι οι νέοι πρόσφυγες, που μετά την απολύμανση και τις ταλαιπωρίες, κατετάγησαν αμέσως εθελοντές στον ελληνικό στρατό και πήγαν και πολέμησαν στην πρώτη γραμμή της Μικράς Ασίας.0 συνταγματάρχης Καθενιώτης αναφέρει στον Ε. Βενιζέλο ότι ως την 1 Οκτωβρίου 1919 υπηρετούσαν 640 εθελοντές Πόντιοι στρατιώτες και ότι: «μέχρι τέλους μηνός υπολογίζω ότι κατάταξις Ποντίων λοιπής Μακεδονίας (τάγμα) εθελοντών συμπληρώσει τρία τάγματα στρατηγείου παρέχοντας όλα τα μέσα». Δεν πρόφτασε η Ελλάδα να λύσει το προσφυγικό πρόβλημα της περιόδου 1913-1920 και δυό χρόνια αργότερα δέχτηκε το τελειωτικό χτύπημα με την τραγική εξέλιξη που είχε η συμμετοχή της στη Μικρασιατική περιπέτεια. Η εθνική συμφορά του 1922 είχε ως συνέπεια το ξερίζωμα του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας. Πάνω από 1.300.000 Έλληνες αναγκάστηκαν να εκπατρισθούν βίαια, εγκαταλείποντας μαζί με τις περιουσίες τους τον πολιτισμό τους και τα ιερά τους, τερματίζοντας έτσι άδοξα εκεί την τρισχιλιόχρονη δημιουργική παρουσία τους. Ο Ελληνισμός της καθ’ ημάς Ανατολής με τους ευρείς ορίζοντες, μέσα σε λίγες μέρες συρρικνώθηκε εδαφικά στον περιορισμένο ελλαδικό χώρο. Στην παγκόσμια Ιστορία η Σύμβαση της υποχρεωτικής ανταλλαγής των πληθυσμών της Ελλάδας και Τουρκίας είναι το μοναδικό παράδειγμα. Οι πολύπλευρες αρνητικές της προεκτάσεις και για τους δύο λαούς, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν ως οπωροκηπευτικά που μεταφυτεύονται, καθώς επίσης και οι τραυματικές εμπειρίες των νοσταλγών προσφύγων, επηρέασαν αλλά και επηρεάζουν θετικά ως τις μέρες μας τους ειδικούς εκπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων ώστε να μη ξαναπροτείνουν την απάνθρωπη αυτή Σύμβαση σ’ ανάλογες περιπτώσεις διακρατικών διαφορών. Η εξαντλημένη ηθικά, πολιτικοκοινωνικά, δημογραφικά και οικονομικά Ελλάδα από το συνεχή δεκαετή πόλεμο, αναγκάστηκε να δεχτεί στους κόλπους της τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο υποδοχής. Η Μικρασιατική καταστροφή, ξανάφερε στο προσκήνιο την ταραγμένη εσωτερική πολιτική κατάσταση. Η ανικανότητα των βασιλικών κυβερνήσεων, ανάγκασε το στρατηγό Πλαστήρα, να πάρει στα χέρια του την εξουσία και να εκθρονίσει το Βασιλιά Κωνσταντίνο. Πρώτη του φροντίδα ήταν η κινητοποίηση όλων των κρατικών υπηρεσιών για την επίλυση των προσφυγικών προβλημάτων. Στις δύσκολες εκείνες μέρες μεγάλη ήταν η προσφορά των υπηρεσιών Περίθαλψης του Υπουργείου Προνοίας που λειτούργησαν πρώτη φορά το 1914 για τους πρόσφυγες της περιόδου 1914-1919 και συνέχισαν τη λειτουργία τους και μετά το 1922. Οι υπάλληλοι των υπηρεσιών με την πείρα τους βοήθησαν ουσιαστικά τους άστεγους πρόσφυγες να ξεπεράσουν κυρίως τα προβλήματα προσαρμογής που αντιμετώπισαν στις εφιαλτικές καραντίνες και στους άλλους χώρους υποδοχής. Ο δικαιολογημένος φόβος της Πολιτείας για μεταδοτικές αρρώστιες, που μπορεί να κουβαλούσαν μαζί τους οι πρόσφυγες, την ανάγκασε να πάρει προληπτικά μέτρα. Έτσι τα λιμοκαθαρτήρια της Καλαμαριάς, της Μακρονήσου και άλλων πόλεων ξαναλειτούργησαν, κάτω όμως από απάνθρωπες και αχαρακτήριστες ψυχολογικά συνθήκες, μ’ αποτέλεσμα πολλοί πρόσφυγες να τις ταυτίσουν με την κόλαση του Δάντη. Μετά το ψυχικό σοκ των λιμοκαθαρτηρίων οι τοπικές αρχές τους εγκατέστησαν προσωρινά σε σχολεία, εκκλησίες, αποθήκες, ξύλινα παραπήγματα, στρατόπεδα, υπόγεια, μοναστήρια, εργοστάσια και όποιους άλλους χώρους έβρισκαν, για να μη πεθάνουν από ίο κρύο και τις κακουχίες. Το πρώτο διάστημα μοίρασαν τρόφιμα, ρούχα, κλινοσκεπάσματα, τέντες, φάρμακα σ’ όλους τους άστεγους πρόσφυγες. Η Μικρασιατική τραγωδία δημιούργησε κλίμα πολιτικής αστάθειας. Η αγανακτισμένη κοινή γνώμη ζητούσε εξιλαστήρια θύματα για να ηρεμήσει. Έτσι μέσα σε δύο μήνες εντοπίσθηκαν οι έξι πρωταίτιοι της εθνικής συμφοράς, λες και μόνο αυτοί φταίγανε, οι οποίοι δικάστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες σε θάνατο και λίγες μέρες αργότερα εκτελέστηκαν. Έτσι έκλεισε το κεφάλαιο που κάλυπτε το πολιτικό μέρος της Μικρασιατικής καταστροφής. Το κοινωνικό μέρος όμως άρχιζε από τη στιγμή εκείνη και μετά. Για το σκοπό αυτό η κυβέρνηση ίδρυσε το «Ταμείον Περιθάλψεως Προσφύγων», που ήταν ο πρώτος φορέας αποκατάστασης των προσφύγων με πρόεδρο, τον μεγαλοβιομήχανο Εμμανουήλ Χαρίλαο. Σημαντική ήταν και η συμπαράσταση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και των φιλανθρωπικών εταιριών, ο μεγαλύτερος αριθμός των οποίων είχε ξένη προέλευση, όπως ο Αμερικανικός Ερυθρός Σταυρός, ο Σουηδικός Ερυθρός Σταυρός, η AMERICAN NEAR EAST RELIEF, η AMERICAN WOMEN’S HOSPITALS, η αγγλική εταιρία SAVE THE CHILDREN’S FOUNDS, η ALL BRITISH APPEAL, η IMPERIAL WAR RELIEF FOUNDATION, η SECOURS FRANCAIS AUX VICTIMES DU PROCHE ORIENT και άλλες. Όμως ο Μικρασιατικός Ελληνισμός υπερήφανος και στις τραγικές του στιγμές, δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια, δεν αρκέστηκε στα ψίχουλα της Πολιτείας, δεν εκμεταλλεύθηκε την εσωτερική και εξωτερική φιλανθρωπία. Η σκληρή πραγματικότητα του πολιτικού κλίματος της μεταμικρασιατικής καταστροφής τον έριξε αμέσως στη δουλειά, στη δράση: «Έχοντας τις αρετές του Ελληνισμού στην καλύτερη μορφή τους, την αντοχή στα δεινά και τους κόπους, τη δύναμη της προσαρμογής σε κάθε κατάσταση, την αγάπη στην εργασία και την πρόοδο, την τιμιότητα και την εξυπνάδα βάλθηκε από τον πρώτο καιρό κιόλας της προσφυγιάς του να κρατηθεί στα πόδια του και να σταθεί με το κεφάλι ψηλά με αξιοπρέπεια και ευγένεια». Η συντριπτική πλειονότητα του προσφυγικού πληθυσμού, δηλαδή 638.253 άτομα, ποσοστό 53% εγκαταστάθηκε στη Μακεδονία, αρχικά κυρίως στις περιοχές που εγκατέλειψαν οι ανταλλάξιμοι μουσουλμάνοι. Τα κύρια προβλήματα που αντιμετώπισε το κράτος την πρώτη περίοδο ήταν η επισκευή των εγκαταλειφθέντων οικισμών από τους τουρκικούς και βουλγαρικούς πληθυσμούς, η ανέγερση νέων οικιών και οικισμών, η κατασκευή συγκοινωνιακών έργων, η διανομή γεωργικών κλήρων στους γεωργούς πρόσφυγες και ο εφοδιασμός τους με τα στοιχειώδη εργαλεία και τους γεωργικούς σπόρους για την καλλιέργεια των κτημάτων. Τα έξοδα αυτά της πρώτης περιόδου αντιμετωπίσθηκαν με χρήματα του ελληνικού κράτους, τα οποία εξοικονομήθηκαν κυρίως από την έκδοση εσωτερικών δανείων. Όμως η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορούσε οικονομικά πια να συνεχίσει το έργο της αποκατάστασης των προσφυγικών αναγκών, χωρίς οικονομικά κεφάλαια από το εξωτερικό: Για το σκοπό αυτό η Ελλάδα ζήτησε τη μεσολάβηση της Κοινωνίας των Εθνών προκειμένου να εξασφαλίσει χρήματα για την αποκατάσταση των προσφύγων. Η Κοινωνία των Εθνών έκανε δεκτή την πρόταση της Ελλάδας, αφού πρώτα γνωμοδότησαν για την αναγκαιότητα του δανείου οι δύο επιτροπές που συγκρότησε για το σκοπό αυτό. Θετικό ρόλο έπαιξε και η περίφημη έκθεση του NANSEN για την ανάγκη αποκαταστάσεως των προσφύγων. Στα τέλη του 1924, μετά από επίπονες διαπραγματεύσεις και αυστηρές δεσμεύσεις υπογράφτηκε το δάνειο με ονομαστικό κεφάλαιο 12.300.000 λίρες Αγγλίας ανάμεσα στην Ελληνική Κυβέρνηση και την HAMBROS BANK LTD του Λονδίνου, την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και την SPEYERS AND Co, της Νέας Υόρκης, με τόκο 7%. Η διαχείρηση του δανείου, ύστερα από πρόταση της Κοινωνίας των Εθνών, που έγινε αποδεκτή από την ελληνική κυβέρνηση ανατέθηκε στον αυτόνομο και ανεξάρτητο οργανισμό, που συστήθηκε βάσει του πρωτοκόλλου της 28ης Σεπτεμβρίου 1923 της Γενεύης με τον τίτλο: Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ). Την διοίκηση της ΕΑΠ αποτελούμενη από τέσσερα μέλη ανέλαβαν δύο Έλληνες και δυό ξένοι, ο ένας υποχρεωτικά Αμερικανός, ως Πρόεδρος και ο άλλος Άγγλος ως αντιπρόεδρος. Πρώτος πρόεδρος της ΕΑΠ διορίστηκε ο Αμερικανός διπλωμάτης H.MORGENTHAU, ο οποίος πραγματικά αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του για την τύχη του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας. Τα πρώτα μέλη της Ελληνικής Επιτροπής ήταν ο Σ. Δέλτα και ο Αργυρόπουλος. Το Ελληνικό δημόσιο παραχώρησε αρχικά στην ΕΑΠ έκταση 5.000.000 στρεμμάτων για την πραγματοποίηση του έργου της αποκαταστάσεως. Οι εκτάσεις αυτές προέρχονταν από τα δημόσια κτήματα, από την απαλλοτρίωση και την επίταξη ιδιωτικών κτημάτων βάσει της αγροτικής μεταρρύθμισης και από τις ιδιοκτησίες των μουσουλμάνων οι οποίοι μετακινήθηκαν στη Μικρά Ασία. Η ΕΑΠ με την άρτια διοικητική, οικονομική και τεχνική της οργάνωση, μπόρεσε να προχωρήσει στην εφαρμογή του προγράμματος της αποκατάστασης των προσφύγων. Στην επιτυχία του προγράμματος
ΣΙΔΗΡΟΚΑΣΤΡΟ
OΙ ΚΑΡΑΝΤΙΝΕΣ ΤΗΣ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΥ ΦΙΛΟΞΕΝΟΥΝ 6.000 ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑ. ΑΡΧΕΙΟ ΚΩΣΤΑ ΦΩΤΙΑΔΗ.
ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΧΑΜΕΝΟΥΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ. ΑΡΧΕΙΟ ΚΩΣΤΑ ΦΩΤΙΑΔΗ.
1922. ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΡΟΣΦΥΓΟΠΑΤΕΡΑ ΛΕΩΝΙΔΑ ΙΑΣΟΝΙΔΗ. ΑΡΧΕΙΟ ΑΝΝΑΣ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ.
ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΣ ΧΑΡΜΑΝΚΙΟΪ - ΝΕΟ ΚΟΡΔΕΛΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 1925. ΑΡΧΕΙΟ ΑΝΝΑΣ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ.
ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΟΠΟΥΛΩΝ ΣΤΗ ΛΥΣΗ ΤΟΥ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ. ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΠΛΙΝΘΩΝ. ΑΡΧΕΙΟ ΚΩΣΤΑ ΦΩΤΙΑΔΗ.
ΤΟ ΜΟΙΡΑΣΜΑ ΤΟΝ ΨΩΜΙΟΥ. ΑΡΧΕΙΟ ΚΩΣΤΑ ΦΩΤΙΑΔΗ.
ΤΥΠΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ. ΑΡΧΕΙΟ ΚΩΣΤΑ ΦΩΤΙΑΔΗ.
ΑΥΤΟΣΤΕΓΑΣΗ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ. ΑΡΧΕΙΟ ΚΩΣΤΑ ΦΩΤΙΑΔΗ.
ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ. ΑΡΧΕΙΟ ΚΩΣΤΑ ΦΩΤΙΑΔΗ.

πάνω απ’ όλα συνετέλεσαν οι ίδιοι οι πρόσφυγες, οι οποίοι με την εργατικότητα, την ικανότητα, την τιμιότητα και την εμπειρία που διέθεταν, γίνανε, μέσα σε λίγα χρόνια, οι συντελεστές της αναγέννησης, της προόδου και της ευημερίας της Ελλάδας. Τα 2/3 των εξόδων της ΕΑΠ δαπανήθηκαν στη Μακεδονία μ5 αποτέλεσμα ν’ αλλάξει ριζικά η περιοχή σε τέτοιο βαθμό, ώστε, σύμφωνα με τις δηλώσεις του αντιπροέδρου της ΕΑΠ, Τζων Κάμπελ το 1930 δυσκολευόταν κανείς να αναγνωρίσει τον έρημο τόπο του 1923. Η Επιτροπή της ΕΑΠ εργάστηκε επτά ολόκληρα χρόνια ως τις 31 Δεκεμβρίου 1930. Στο διάστημα αυτό μ5 όλες τις αδυναμίες της κατόρθωσε ν’ αποκαταστήσει 650.000 περίπου πρόσφυγες, παρά τις συγκρούσεις που είχε πολλές φορές με κυβερνητικά και κομματικά στελέχη. Μόνο στη Μακεδονία αποκαταστάθηκαν αγροτικά ως την 1η Ιανουάριου 1929 330.810 από τους 446.094 πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν σε διάφορες περιοχές της. Συγκεκριμένα αποκαταστάθηκαν:

1) Στην Αξιούπολη σε 36 συνοικισμούς 4.073 οικογένειες. Σύνολ. ατόμ. 15.315
2) Στην Βέροια 71 συνοικισμούς 3.926 οικογένειες. Σύνολ. ατόμ. 15.132
3) Στα Γιαννιτσά σε 44 συνοικισμούς 6.854 οικογένειες. Συνολ. ατόμ. 24.574
4) Στην Έδεσσα σε 72 συνοικισμούς 5.939 οικογένειες. Σύνολ. ατόμ. 23.498
5) Στην Εορδαία σε 29 συνοικισμούς 5.270 οικογένειες. Σύνολ. ατόμ. 21.543
6) Στην Θεσσαλονίκη σε 76 συνοικισμούς 9.721 οικογένειες. Σύνολ. ατόμ. 36.855
7) Στην Καστοριά σε 36 συνοικισμούς 1.947 οικογένειες. Σύνολ. ατόμ. 7.638
8) Στην Κατερίνη σε 25 συνοικισμούς 3.205 οικογένειες. Σύνολ. ατόμ. 12.846
9) Στο Κιλκίς σε 142 συνοικισμούς 10.114 οικογένειες. Σύνολ. ατόμ. 36.129
10) Στην Κοζάνη σε 133 συνοικισμούς 8.018 οικογένειες. Σύνολ. ατόμ. 30.213
11) Στον Λαγκαδά σε 118 συνοικισμούς 6.843 οικογένειες. Σύνολ. ατόμ. 26.209
12) Στις Σέρρες σε 82 συνοικισμούς 7.398 οικογένειες. Σύνολ. ατόμ. 29.697
13) Στο Σιδηρόκαστρο σε 104 συνοικισμούς 7.286 οικογένειες. Σύνολ. ατόμ. 27.187
14) Στην Φλώρινα σε 42 συνοικισμούς 3.144 οικογένειες. Σύνολ. ατόμ. 12.353
15) Στην Χαλκιδική σε 37 συνοικισμούς 3.346 οικογένειες. Σύνολ. ατόμ. 11.621

Σύνολο 30 σε 1.047 συνοικισμούς 87.084 οικογένειες. Σύνολ. ατόμ. 330.810. Σύμφωνα με το πρωτόκολλο της Γενεύης οι αγροτικές προσφυγικές οικογένειες δικαιούνταν βιώσιμο γεωργικό κλήρο, αγροτική κατοικία και τα ανάλογα εφόδια για την κάλυψη των αγροτικών και κτηνοτροφικών τους αναγκών, δηλαδή τους απαιτούμενους σπόρους, μεγάλα ζώα για όργωμα, οπωροφόρα δέντρα για δενδροφύτευση, μουριές για σηροτροφία, λιπάσματα, γεωργικά και μελισσοκομικά εργαλεία και άλλα χρήσιμα αντικείμενα για να φέρουν σε πέρας το δύσκολο ξεκίνημα της νέας τους ζωής. Όλες οι παραπάνω διευκολύνσεις παραχωρήθηκαν υπό τύπον δανείων στους πρόσφυγες, οι οποίοι και τις εξόφλησαν στο ακέραιο, με μικρές τοκοχρεωλυτικές δόσεις προς 13% (8% τόκος και 5% για έξοδα διαχείρησης). Κι όμως παρά τα ελάχιστα τεχνικά μέσα που διέθεταν οι πρόσφυγες, χάρις στην εργατικότητα και την επιμονή τους κατόρθωσαν μέσα σε λίγα χρόνια να μεταμορφώσουν τις βραχώδεις και άνυδρες εκτάσεις σε γη της επαγγελίας. Παντού όπου εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες, οι καλλιέργειες διαφοροποιήθηκαν. Η εκτατική καλλιέργεια αντικαταστάθηκε από την εντατική, η μονοκαλλιέργεια από την ποικίλη καλλιέργεια. Το ησιόδειο άροτρο αντικαταστάθηκε με σύγχρονα γεωργικά εργαλεία, τρακτέρ που διέθεταν ένα υνί για βαθειά οργώματα και εκχερσώματα. Η αλλαγή μεθόδων και μέσων, για την καλύτερη αξιοποίηση της γης, έδωσε τρομακτική ώθηση στην επέκταση των καλλιεργούμενων εκτάσεων και στην αύξηση της αγροτικής παραγωγής32. Το 1921 στη Μακεδονία υπήρχαν 2.683.840 στρέμματα καλλιεργούμενες εκτάσεις. Το 1931 υπερδιπλασιάστηκαν. Οι καλλιεργούμενες εκτάσεις έφτασαν 5.504.622 στρέμματα33, σύμφωνα με τις ετήσιες στατιστικές των Γεωργικών Παραγωγών του 1920 και 1931. Η Ελλάδα πέρασε από την πρωτόγονη γεωργία, στη δυναμικά αναπτυσσόμενη. Ο ερχομός των προσφύγων ξανάφερε στην επικαιρότητα την βαμβακοκαλλιέργεια34. Πάνω από δέκα εκκοκιστήρια βάμβακος άνοιξαν μέσα σε λίγα χρόνια σε διάφορες πόλεις της Μακεδονίας. Το 1924 ξανάρχισε να ζωντανεύει και η αμπελοκαλλιέργεια, που ήκμαζε παλιά και στη Μακεδονία, αλλά καταστράφηκε εξ αιτίας της φυλλοξήρας. 57.000 στρέμματα αμπελώθηκαν στους προσφυγικούς συνοικισμούς της Θεσσαλονίκης, της Βέροιας, της Νάουσας, της Φλώρινας, του Κιλκίς και της Χαλκιδικής. Σε πολλά διαμερίσματα της Μακεδονίας η καλλιέργεια του καπνού ήταν η μοναδική πηγή της ζωής των προσφύγων. Παράλληλα με τα πατροπαράδοτα αγροτικά προϊόντα που καλλιεργούσαν οι γηγενείς με απαρχαιωμένες μεθόδους, οι πρόσφυγες με την δανειοδότηση της ΕΑΠ, έφεραν νέα αγροτικά προϊόντα, άγνωστα πολλές φορές στους γηγενείς. Εκτός από τη γεωργία, η κτηνοτροφία, η σηροτροφία και η αλιεία παίξανε επίσης καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας. Στη Μακεδονία η ανάπτυξη της κτηνοτροφίας μεγάλων ζώων (βόδια - αγελάδες) αυξήθηκε κατά 42%. Η καλλιέργεια κτηνοτροφικών προϊόντων (τριφύλλι-βίκος), άγνωστη ως τότε στη Μακεδονία, αυξήθηκε επίσης ραγδαία. Χάρη στους πρόσφυγες της Βιθυνίας μεταφυτεύθηκε η σηροτροφία στην Ελλάδα και διευκόλυνε την πρόοδο της ελληνικής μεταξουργίας. Μεγάλη επίσης ήταν η συμβολή των αλιέων προσφύγων στην αύξηση της αλιευτικής παραγωγής. Χρηματικά, το ελληνικό κράτος διέθεσε 11 δισεκατομμύρια περίπου για καταναλωτικά και παραγωγικά έργα την δεκαετία 1922-1932. Όλες όμως οι δαπάνες επέστρεψαν στα ταμεία του ελληνικού δημοσίου από τους πρόσφυγες την πρώτη κιόλας δεκαετία της μετεγκατάστασης, σύμφωνα με τη μελέτη του καθηγητή Αντ. Δαμασκηνίδη. Συγκεκριμένα το ποσό των 11 δισεκατ. αποσβέστηκε από τις εισπράξεις των αγροτικών χρεών, και την καταβολή των φόρων και των πάσης φύσεως δασμών, που πλήρωσαν στο χρονικό αυτό διάστημα. Ήδη στο τέλος της πρώτης δεκαετίας οι καλλιεργούμενες εκτάσεις αυξήθηκαν κατά 55% και η γεωργική παραγωγή, με βάσει τις επίσημες στατιστικές του Υπουργείου Γεωργίας τετραπλασιάστηκε. Είχε πράγματι απόλυτο δίκαιο ο πρώτος πρόεδρος της ΕΑΠ, αμερικανός Η. MORGENTHAU όταν μετά την προσωρινή αποκατάσταση των προσφύγων τόνιζε συνέχεια πως: «οι πρόσφυγες αποδεικνύουν ότι είναι ευλογία για την Ελλάδα». Την ίδια γνώμη εξέφρασε λίγο αργότερα και ο Ε. Βενιζέλος, όταν σε προεκλογική ομιλία του παραδέχτηκε ότι: «Η άφιξη των 120 μυριάδων προσφύγων υπήρξε ευλογία για το Ελληνικόν Κράτος». Ωστόσο το συγκεκριμένο Ελληνικό θαύμα δε θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα, αν δε συνέπραττε ουσιαστικά και η Επαναστατική Κυβέρνηση του Πλαστήρα με την δυναμική απόφαση που πήρε στις 14 Φεβρουάριου του 1923 (αρ. πρωτ. 3473) να αποκαταστήσει τους πρόσφυγες και γηγενείς ακτήμονες, απαλλοτριώνοντας τα μεγάλα τσιφλίκια: «Επί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτων προς γεωργικήν αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών, ή προς εγκατάστασιν προσφύγων, ομογενών και μή επιτρέπεται η κατάληψις των ακινήτων τούτων και προ της καταβολής αποζημιώσεως». Ο λακωνικός νόμος, που ισοδυναμεί με κοινωνική επανάσταση, αναμόρφωσε τις απέραντες εκτάσεις της υπαίθρου, μετατρέποντάς τες σε πράσινη παραγωγική γη. Το επαναστατικό αγροτικό πρόγραμμα, το είχε ξεκινήσει ο Ελευθέριος Βενιζέλος, την περίοδο 1910-1920, αλλά δεν μπόρεσε να το εφαρμόσει. Οι δυναμικές αντιδράσεις των μεγαλοκτηματιών και η σκόπιμη γραφειοκρατία του κρατικού μηχανισμού, καθυστερούσαν συνειδητά την εφαρμογή του νόμου, παρεμβάλλοντας διάφορες τροποποιήσεις. Αυτό όμως που δε μπόρεσε να πετύχει ο Ε. Βενιζέλος, γιατί ίσως δεν ήταν ακόμη η κατάλληλη πολιτική στιγμή, το πέτυχε ο Πλαστήρας χάρη στους πρόσφυγες. Ο ερχομός τους έδωσε την ευκαιρία στο ελληνικό κράτος «να εκριζώσει τα υπολλείματα της ελληνικής φεουδαρχικής μορφής της αγροτικής γης και του κοτζαμπασιδισμού», που έμειναν κληρονομιά από την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Η διανομή της αγροτικής γης δεν οφέλησε μόνο τους πρόσφυγες αλλά και τους γηγενείς κατοίκους των περιοχών. 147.306 οικογένειες ακτημόνων γηγενών και 25.000 οικογένειες με μικρό κλήρο αποκαταστάθηκαν μαζί με τους πρόσφυγες στις εκτάσεις που απαλλοτριώθηκαν. Κυρίως οφελήθηκαν οι κολλήγοι της Θεσσαλίας, της Εύβοιας και της Ηπείρου. Ένα άλλο επαναστατικό μέτρο που πήρε η κυβέρνηση του Ε. Βενιζέλου την περίοδο 1928-1932, ήταν η πραγματοποίηση των αποξηραντικών έργων στη Μακεδονία. Μέσα σε μια τριετία (1928-1931) άλλαξε ριζικά η εδαφική μορφολογία της Μακεδονίας. Οι ελώδεις εκτάσεις της λίμνης των Γιαννιτσών, των Σερρών και της Δράμας, που ήταν ως τότε μόνο πηγή ελονοσίας, εξαιτίας των δισεκατομμυρίων κουνουπιών, μετατράπηκαν, χάρη στον ερχομό των προσφύγων, σε γη της επαγγελίας. 2.204.975 στρέμματα γόνιμης γης παραχωρήθηκαν στους αγρότες της Θεσσαλονίκης, των Σερρών, της'Βέροιας, των Γιαννιτσών, της Φλώρινας, της Δράμας και της Κοζάνης. Σήμερα ο κάμπος των Γιαννιτσών είναι απ’ τις πλουσιότερες αγροτικές περιφέρειες της Ελλάδας. Στην περιοχή των Σερρών, που πλημμύριζε από τα νερά του Στρυμόνα, με τα αντιπλημμυρικά έργα που έγιναν, οι γεωργοί απόκτησαν νέα και πλούσια γη. Ολόκληρος ο παραγωγικός χάρτης της Ελλάδας και ιδιαίτερα της Μακεδονίας, μεταμορφώθηκε χάρη στον ερχομό των προσφύγων. Η κοινωνική πολιτική του Ε. Βενιζέλου βοήθησε οριστικά τη μόνιμη εγκατάσταση των αγροτικών πληθυσμών, που ως τότε μετακινούνταν από περιοχή σε περιοχή εξαιτίας κυρίως των δυσμενών τοπικών και κλιματολογικών συνθηκών. Επίσης διάφορα προνομιακά μέτρα που πάρθηκαν προσωρινά για τους πρόσφυγες των παραμεθορίων περιοχών λειτούργησαν αποφασιστικά ώστε να ριζώσουν οι πληθυσμοί τα πρώτα χρόνια στα ακριτικά χωριά και να γίνουν, για μία ακόμη φορά άγρυπνοι φρουροί των συνόρων. Παράλληλα με τη μερική αποκατάσταση των αγροτικών πληθυσμών, ρι ελληγικές κυβερνήσεις προσπάθησαν να λύσουν, έστω και προσωρινά, τα
ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ. ΑΡΧΕΙΟ ΚΩΣΤΑ ΦΩΤΙΑΔΗ.
Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΩΝ ΥΔΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑΣ. ΑΡΧΕΙΟ ΑΝΝΑΣ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ.
Η ΖΩΗ ΞΑΝΑΒΡΙΣΚΕΙ ΤΟ ΡΥΘΜΟ ΤΗΣ. ΑΡΧΕΙΟ ΑΝΝΑΣ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ.
ΕΝΘΥΜΙΟ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ. ΑΡΧΕΙΟ ΑΝΝΑΣ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ.

πολύπλοκα προβλήματα των αστικών προσφυγικών πληθυσμών. Τους πρώτους μήνες της Μικρασιατικής τραγωδίας, όταν εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες εκλιπαρούσαν απεγνωσμένα, στις μεγάλες πόλεις, για στοιχειώδη βοήθεια, χρησιμοποιήθηκαν από την Πολιτεία, όλοι οι διαθέσιμοι δημόσιοι και ιδιωτικοί χώροι ως καταφύγιο των προσφύγων. Το Κράτος έριξε το βάρος στη λύση του στεγαστικού προβλήματος, γι’ αυτό επίταξε όλα τα ακίνητα. Παράλληλα έδωσε εντολή στο Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων και στο Υπουργείο Υγιεινής, Πρόνοιας και Αντιλήψεως, να κατασκευάσουν πρόχειρα παραπήγματα. Συνολικά επιτάχθηκαν πάνω από οκτώ χιλιάδες άδεια ακίνητα. Στις ακραίες περιοχές της Αθήνας το κράτος κατασκεύασε 9000 πρόχειρες κατοικίες. Χρειάζονταν όμως άλλες 15000 για να βολευθούν οι άστεγοι πρόσφυγες της πόλης. Σ’ αυτούς δεν συμπεριλαμβάνονταν όσοι με δικά τους χρήματα μπόρεσαν να αυτοστεγασθούν. Στη Θεσσαλονίκη το στεγαστικό πρόβλημα ήταν οξύτερο, γιατί η πόλη είχε πληγεί το 1917 από την καταστροφική πυρκαγιά. Το 1924, παράλληλα με το κράτος, άρχισε να εργάζεται για τη λύση του στεγαστικού προβλήματος και η ΕΑΠ, η οποία ως τα τέλη του 1928 ίδρυσε 93 αστικούς συνοικισμούς σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Στη Μακεδονία είχαν ήδη χτισθεί 1274 κατοικίες στη Βέροια, την Έδεσσα, τη Θεσσαλονίκη, το Κιλκίς, το Λαγκαδά, τη Νάουσα, τις Σέρρες και τη Φλώρινα και άλλες 1212 ήσαν ετοιμοπαράδοτες μέσα στο 1929. Συνολικά δαπανήθηκαν από την ΕΑΠ 2.422.961 λίρες Αγγλίας για τη στέγαση 165.000 περίπου αστών προσφύγων49. Το 50% του αστικού πληθυσμού συγκεντρώθηκε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Σημαντικά αυξήθηκαν και άλλα αστικά κέντρα της Μακεδονίας, όπως η Καβάλα κατά 118%, οι Σέρρες κατά 104,6%, η Ξάνθη κατά 103%, η Δράμα κατά 92%, η Βέροια, τα Γιαννιτσά, η Πτολεμαΐδα, η Αριδαία και άλλες πόλεις. μως παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της Πολιτείας και της ΕΑΠ, χιλιάδες αστοί πρόσφυγες συνέχιζαν να ζουν κάτω από πανάθλιες συνθήκες μέσα σε τσίγκινες αυτοσχέδιες παράγκες. Το οξύ στεγαστικό πρόβλημα ανάγκασε την κυβέρνηση να επιτάξει και ευρύχωρα σπίτια, που κατοικούνταν από λίγα άτομα. «Έπρεπε όλοι να πειστούν να συμπεριφερθούν έτσι ώστε όλος ο κόσμος να μπορέσει να επιβιώσει, έστω κι αν μερικοί θα πρέπει να ζήσουν λιγότερο καλά απ’ ότι προηγουμένως». Η αποζημίωση που καθορίστηκε δεν ικανοποίησε τους ιδιοκτήτες και η δυσαρέσκεια των μέτρων έφερε αντιμέτωπους τους ιδιοκτήτες με τους πρόσφυγες συγκατοίκους. Η προβληματική συμβίωση πήρε μορφή εχθρότητας. Η εικόνα του πρόσφυγα, λέει η Βίκα Δ. Γκιζέλη, ήταν στη συνείδηση του ντόπιου εικόνα μισητή. Δεν άργησαν οι «απάτριδες» συμφεροντολόγοι να τραυματίζουν και τις ηθικές αξίες που περήφανα κουβάλησαν μαζί τους οι πρόσφυγες. «Στην κοινή συνείδηση οι προσφυγικές μάζες γίνονται επικίνδυνες, αν όχι ύποπτες: διευκολύνουν τη διάβρωση των ηθών». Η κυβέρνηση, στις έντονες διαμαρτυρίες των προσφύγων, για όσα ανεύθυνα τους κατηγορούσαν, αναγκάστηκε να στείλει την υπ’ αριθμ. 84495 της 2.11.1922 εγκύκλιο του Υπουργείου Υγιεινής, Πρόνοιας και Αντιλήψεως στους νομάρχες, με την οποία ζητούσε να προστατεύσουν τους πρόσφυγες από τους ντόπιους εκμεταλλευτές: «Ευαρεστηθήτε διατάξητε υφ’ υμάς Αστυνομικός Αρχάς ότι οφείλουσι επιβλέπωσι επί της ηθικής των Προσφύγων μεριμνώσαι όπως προλαμβάνωσι πάσαν πράξιν τείνουσαν εις εκμετάλλευσιν αυτών επί βλάβη των ηθών των». Καθόλου κολακευτική δεν ήταν η συμπεριφορά πολλών γηγενών κατοίκων απέναντι στους πρόσφυγες. «Με ασυμπάθεια τους δέχτηκε ο μισός ελληνισμός της χώρας» μας λέει ο Π.Παλαιολόγος και συνεχίζει στο ίδιο άρθρο: «...γιατί να μην πούμε με μίσος; Ο άλλος τους ανέχθηκε. Σα να επρόκειτο για ρυπαντικά που θα μίαιναν τον ελλαδικό χώρο. Σα νάφερναν στις αποσκευές τους την πανώλη και τη χολέρα. Υπήρξε αρθρογράφος που έγραψε ότι οι πρόσφυγες έπρεπε να υδρεύονται από ta ρείθρα των πεζοδρομίων και όχι από τις πηγές που πίνουν οι γηγενείς». Μια λογική ερμηνεία του αρνητικού κλίματος της εποχής εκείνης μας δίνει, ο πρώην πρωθυπουργός Π.Κανελλόπουλος: «Το πολιτικό πάθος, οι κομματικοί φανατισμοί έκαναν μια μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού, που είχε από το 1915 διχασθεί, να μην αντικρύσει με συμπάθεια τους “πρόσφυγες”, όταν τα αδυσώπητα κύματα της Ιστορίας τους έριξαν επάνω στα βράχια της Ελλάδος. Το θυμάμαι και ανατριχιάζω. Αν και ήμουν τοποθετημένος οικογενειακά στη μερίδα εκείνη, δεν συμμερίσθηκα ούτε στιγμή και ξέρω πολύ καλά, ότι και πολλοί άλλοι της ίδιας “παρατάξεως” δεν συμμερίσθηκαν - την αθέλητη αυτή διαστροφή, που έχει ωστόσο, την ιστορική της εξήγηση». Σίγουρα μπορούμε να βρούμε ελαφρυντικά για την αχαρακτήριστη συμπεριφορά μερίδας του ελληνικού λαού, γιατί δεν υπόφερε και αυτός λίγο, τα τελευταία δέκα χρόνια, κατά τα οποία πολεμούσε συνέχεια. Εξαντλημένος οικονομικά, ψυχικά, σωματικά από τους Βαλκανικούς πολέμους, τον Α' παγκόσμιο πόλεμο, την εκστρατεία στην Ουκρανία και τη Μικρασιατική περιπέτεια, αναζητούσε εξιλαστήρια θύματα για τη μεγάλη ελληνική τραγωδία, ευθύνες για τον ξεπεσμό του. Και βρέθηκαν στις δύσκολες εκείνες στιγμές καλοθελητές που φόρτωσαν τα λάθη των ελληνικών κυβερνήσεων στο Μικρασιατικό Ελληνισμό. Κατηγόρησαν τους πρόσφυγες, για πολιτικούς λόγους, επειδή ήσαν Βενιζελικοί, ως υπεύθυνους για την συνολική συμφορά. Τους έδειχναν με το δάκτυλό τους και έτσι το μίσος των γηγενών, αποπροσανατολιζόταν και κατευθυνόταν λαθεμένα στους πρόσφυγες. Αχαρακτήριστη επίσης ήταν η συμπεριφορά της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, αλλά και του ίδιου του κράτους απέναντι στους πρόσφυγες και για τη στάση που κράτησαν στο θέμα της ανταλλάξιμης περιουσίας. Πολλά κτήματα και βοσκοτόπια, που ανήκαν στην ανταλλάξιμη περιουσία, τα οικειοποιήθηκαν διάφοροι επιτήδειοι μή πρόσφυγες. 'Ενα μικρό ποσοστό πήραν μονάχα οι ίδιοι. Το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας το σφετερίστηκε το ίδιο το κράτος. Πολύ παραστατικά περιγράφει τη συμπεριφορά των γηγενών απέναντι στους πρόσφυγες ο μεγάλος λογοτέχνης της Θεσσαλονίκης, Γιώργος Ιωάννου: «Οι εδώ πληθυσμοί, οι ντόπιοι, οι εντός των ορίων του ελεύθερου κράτους γεννημένοι και εγκαταστημένοι δε δέχτηκαν καθόλου μ’ ευχαρίστηση τους πρόσφυγες. Τους είδαν σαν ορδές, που ήρθαν να τους πάρουν, γη, σπίτια, και δουλειές. Αυτά τα αισθήματα αναπτύχθηκαν κυρίως στη Βόρειο Ελλάδα, Θεσσαλονίκη, ειδικότερα, όπου κατέφυγε το μεγαλύτερο μέρος της προσφυγιάς και όπου η πρόσφατη αποχώρηση των τουρκικών πληθυσμών είχε αφήσει αμύθητες ακίνητες περιουσίες. Τις περιουσίες αυτές, τις ροκάνιζαν ήδη και ετοιμάζονταν να τις αποχωνέψουν οι εντόπιοι, οι δυτικομακεδόνες, οι διάφοροι δήθεν μακεδονομάχοι και οι παλαιοελλαδίτες αξιωματικοί, χωροφύλακες, δημόσιοι υπάλληλοι - με ένα λόγο οι ελευθερωτές. Όλοι αυτοί λύσσαξαν με τους πρόσφυγες, τους φτωχούς και ελεεινούς κυρίως, τους απομάκρυναν, τους έκλεισαν κατάμουτρα τις πόρτες, τους γκετοποίησαν, τους απομάκρυναν κοινωνικά και προπαντός προσπάθησαν να τους συντρίψουν ψυχικά». Αυτό ήταν περίπου το πολιτικό κλίμα της εποχής εκείνης, το οποίο, όπως ήταν φυσικό, άφησε τραυματικές εμπειρίες σε πολλούς ανίσχυρους πρόσφυγες, οι οποίοι ήσαν διαφορετικά μαθημένοι και είχαν επίσης μια διαφορετική εικόνα για την Ελλάδα. Παρόλα αυτά στις δύσκολες εκείνες στιγμές, μ’ όλες τις πίκρες που καταπίνανε οι πρόσφυγες, δεν λιποψύχησαν. Επιστράτευσαν όλους τους μηχανισμούς επιβίωσης που απόκτησαν κατά τη διάρκεια της συμβίωσής τους με τους Οθωμανούς. Η αγάπη τους για την πρόοδο και το πνεύμα της αλληλεγγύης, τους όπλισε δυναμικά. «Ξύπνησε μέσα τους το δυναμισμό και την ενεργητικότητα» και οι πιο υπερήφανοι και τολμηροί ανέλαβαν μόνοι τους την ευθύνη της στέγασής τους, αξιοποιώντας την αντίληψη και την εφευρετικότητά τους. Στην κατηγορία αυτή δεν συμπεριλαμβάνονται οι δεκάδες χιλιάδες πλούσιοι μικρασιάτες πρόσφυγες, που λύσανε όλα τους τα προβλήματα μόνοι τους, χωρίς την κρατική βοήθεια, χάρη στις επενδύσεις που είχαν κάνει νωρίτερα στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το στεγαστικό πρόβλημα των αστών προσφύγων, που είναι ένα μελανό κεφάλαιο της συμπεριφοράς όλων των ελληνικών κυβερνήσεων απέναντι στα τραγικά θύματα της Μικρασιατικής καταστροφής, δυστυχώς δε λύθηκε ως σήμερα, κι ας πέρασαν 70 ολόκληρα χρόνια. Οι παράγκες του 1922 σε διάφορους αστικούς συνοικισμούς θυμίζουν ακόμη τη μεγάλη αδικία της Πολιτείας απέναντι στους πρόσφυγες. Το ελληνικό κράτος χωρίς να έχει κάποιο δικαίωμα από τη Συνθήκη Λωζάνης, μεταβλήθηκε από διαχειριστή σε κύριο και δέχτηκε να ανταλλάξει τα 100 Ελληνικά δισεκατομμύρια με τα 12.5 δισεκατομμύρια της Τουρκίας. Το Ελληνικό Δημόσιο, που οικειοποιήθηκε την ανταλλάξιμη τουρκική περιουσία, μεταβίβασε ως τις μέρες μας μόνο ένα μέρος στους πρόσφυγες, που άφησαν οκταπλάσια περιουσία στη Μικρά Ασία. «Και ότι έδωσε και δίνει και τώρα», μας λέει ο Γ. Μαρίνος, «το εμφανίζει σαν γενναιόδωρη και αχρεώστητη προσφορά προς τους αναξιοπαθούντες υπηκόους του κι όχι σαν απλή και πολύ καθυστερημένη εξόφληση των χρεών του», μια πολιτική που επιτρέπει σε πολλούς ακόμη και σήμερα να πιστεύουν ότι: «η προσφυγιά μας φορτώθηκε στην πλάτη και την πληρώσαμε ή και την πληρώνουμε ακόμη χωρίς καμμιάν αντιπαροχή». Όμως η προσφυγική αντιπαροχή πρόσφερε μέσα σε λίγα χρόνια στο προδομένο ελληνικό κράτος την επίλυση του δημογραφικού προβλήματος, την ανάπτυξη της γεωργίας, της βιομηχανίας, της βιοτεχνίας, του εμπορίου, της ναυτιλίας, των επιστημών, της τέχνης και των γραμμάτων, την δημιουργία του νέου ελληνικού πνεύματος με το πάντρεμα του μικρασιατικού με το ελλαδικό. Ολόκληρη η Μακεδονία το 1912 είχε 513.000 Έλληνες.
ΝΕΟ ΚΟΡΔΕΛΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 1925. ΕΠΙ ΤΗ ΛΗΞΕΙ ΤΟΝ ΣΧΟΛΙΚΟΥ ΕΤΟΥΣ 1925. ΑΡΧΕΙΟ ΑΝΝΑΣ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ.

Ο Ελληνισμός αντιπροσώπευε το 42,6% του ολικού πληθυσμού. Το 1926 που είχε σχεδόν ολοκληρωθεί η ανταλλαγή των πληθυσμών, η Μακεδονία, που δέχθηκε το μεγαλύτερο τμήμα της προσφυγιάς, είχε ελληνικό πληθυσμό 1.341.000, ο οποίος αντιστοιχούσε σε ποσοστό 88,8%62.0 ερχομός των προσφύγων βοήθησε την Ελλάδα να ξαναποκτήσει την χαμένη εθνολογική της ομοιογένεια. Η γενοκτονία των Εβραίων, η μετανάστευση των Αρμενίων, η φυγή των σλαβόφωνων κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου και ο ερχομός των νέων Ελλήνων από τη Σοβιετική Ένωση κατά τα έτη 1932, 1939, 1956, 1974 έλυσε μια για πάντα το εθνολογικό ζήτημα, αποτρέποντας ύποπτα σχέδια κατακερματισμού της Ελλάδας.
ΚΟΛΧΙΚΗ ΦΛΩΡΙΝΗΣ. ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΑΡΙΑ ΣΕΧΙΔΟΥ. ΤΟ ΤΙΖΕΜΑΝ ΤΟΥ ΚΑΠΝΟΥ. ΑΡΧΕΙΟ ΒΕΡΑΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ.
ΣΧΟΛΗ ΚΟΠΤΙΚΗΣ ΣΙΓΓΕΡ 1929. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. ΑΡΧΕΙΟ ΑΝΝΑΣ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ.
ΑΓΙΟΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ. ΝΥΦΕΠΑΡΜΑΝ. ΓΑΜΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΘΕΝΑΣ ΜΑΝΤΟΥΛΙΔΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΛΥΠΛΑΤΑΝΟ.
ΤΟ ΚΕΝΤΗΜΑ ΤΩΝ ΧΑΛΙΩΝ ΑΠΟ ΠΡΟΣΦΥΓΟΠΟΥΛΕΣ. ΑΡΧΕΙΟ ΚΩΣΤΑ ΦΩΤΙΑΔΗ.
ΑΝΩ ΠΟΡΡΟΙΑ. ΓΑΜΟΣ ΣΕΡΓΙΟΥ ΣΕΡΓΙΑΔΗ ΚΑΙ ΟΛΓΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ. Η ΖΩΗ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ. ΑΡΧΕΙΟ ΑΝΝΑΣ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ.

Οι πρόσφυγες ξανάγιναν ακρίτες, άγρυπνοι φρουροί των συνόρων, υπερασπιστές των εθνικών ιδεωδών. Είχε απόλυτα δίκαιο ο ιστορικός και πολιτικός Σπύρος Μαρκεζίνης, όταν έγραψε σ’ ένα άρθρο του για τα πενηντάχρονα της Μικρασιατικής καταστροφής ότι: «Το 1922 και όχι το 1832 εδημιουργήθη η Ελλάς»63. Την ίδια άποψη είχε και ο Ε. Βενιζέλος, ο πρωτεργάτης της εθνικής ομοιογένειας, ο οποίος σε ομιλία του προς τους νέους στις 18 Φεβρουάριου 1929 τόνισε επίσης ότι: «... Εάν δεν πλανώμαι, δεν υπήρξεν ποτέ εθνικόν ελληνικόν κράτος εξ ίσου μεγάλον, όπως αυτό το οποίο έχομεν σήμερον. Διεμορφώσαμεν αυτοκρατορίας και επί της Μακεδονικής εποχής και εις την Βυζαντινήν εποχήν, αλλ’ ήσαν αυτοκρατορίαι ελληνικαί, δεν ήσαν καθαρώς εθνικόν ελληνικόν κράτος. Το σημερινόν είναι καθαρός εθνικόν κράτος και μάλιστα τόσον ομοιογενές, ίσως είναι το πλέον ομοιογενές εθνικόν κράτος της σημερινής Ευρώπης». Σήμερα είναι δύσκολο να φαντασθούμε πώς θα ήταν η Ελλάδα αν δεν είχαν εγκατασταθεί στις περιοχές της ελληνικής Μακεδονίας οι πρόσφυγες. Ο αστικός προσφυγικός πληθυσμός με τα μικρά δάνεια που μπόρεσε να πάρει από την Τράπεζα των Προσφύγων, για επαγγελματική αποκατάσταση, κατόρθωσε να ζωντανέψει τις μακεδονικές πόλεις και να συμβάλλει στην εκβιομηχάνιση της Μακεδονίας, η οποία ως τότε ήταν κυρίως αγροτική περιοχή. Επί πλέον πολλοί πρόσφυγες που είχαν στις πατρίδες τους σημαντικές θέσεις στη βιομηχανία, το εμπόριο και το χρηματιστικό τομέα, φέραν μαζί τους τις επιχειρηματικές τους ικανότητες και τις οικονομίες τους65, τις οποίες επενδύσανε σε διάφορους αναπτυξιακούς τομείς. Στη δεκαετία 1922-1932 ο αριθμός των βιομηχανιών υπερδιπλασιάστηκε, η απασχόληση εργατικού δυναμικού αυξήθηκε κατά 175%. Χάρη στους πρόσφυγες, που αποτέλεσαν φτηνό εργατικό δυναμικό δημιουργήθηκαν νέες βιομηχανικές μονάδες, άγνωστες ως τότε στην Ελλάδα, όπως οι κλάδοι της ταπητουργίας, της μεταξουργίας, της βυρσοδεψίας, πλαστικών υλών, της επεξεργασίας του χαλκού, της αγγειοπλαστικής και των εμαγιέ. Αλλά και στις βιομηχανικές μονάδες που λειτουργούσαν στην Ελλάδα, οι πρόσφυγες προσθέσανε νέα είδη βιομηχανικών προϊόντων. «Γενικώτερον η επιχειρηματική πρωτοβουλία των εκδιωχθέντων Ελλήνων εξεδηλώθη εις όλους τούς κλάδους της βιομηχανίας και βιοτεχνίας, συνέβαλε δε ουσιωδώς εις την υπ’ αυτής κάλυψιν των αναγκών της ελληνικής οικονομίας και εις την σημαντικήν μείωσιν της εξαρτήσεως αυτής εκ της αλλοδαπής». Μ’ άλλα λόγια τα διαθέσιμα φτηνά εργατικά χέρια και οι επιχειρηματικές ικανότητες των προσφύγων, έδωσαν αποφασιστική ώθηση στην ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού. Τα έσοδα του κράτους από τη φορολογία των πολιτών μέσα σε μια τετραετία τετραπλασιάστηκαν. Από 319 εκατομμύρια το 1923 ανέβηκαν σε 1 δισ. 237 εκατομμύρια το 1927. Την περίοδο αυτή πολλαπλασιάστηκαν και οι μετοχικές εταιρίες, τα τραστ και τα καρτέλ και διαφοροποιήθηκε το τραπεζικό κεφάλαιο. Η πανίσχυρη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος παραχώρησε κάποιες αρμοδιότητες στην Τράπεζα της Ελλάδος, και την Εθνική Κτηματική Τράπεζα που ιδρύθηκαν το 1927 και στην Αγροτική Τράπεζα που ιδρύθηκε το 1931 και ήταν υπεύθυνη για τη διαχείρηση των αγροτικών δανείων. Ο Αλ. Διομήδης γράφει για τη συναλλαγματική κίνηση: «Η συναλλαγματική κίνησις συνεχίζεται πυκνή και αυθόρμητος, αποδώσασα εις μόνην την Εθνικήν Τράπεζαν επί τη βάσει των δημοσιευομένων πινάκων πραγματικόν συνάλλαγμα από του 1923 μέχρι του 1927 εξ 129.993.000 χρυσών λιρών, εις δε τας άλλας τράπεζας, ελευθέρως και αυτά ασκούσας την αγοράν και πώλησιν, πλέον των 100.000.000 χρυσών λιρών». Οι εξελίξεις αυτές δείχνουν τη σταδιακή άνοδο του χρηματιστικού και του βιομηχανικού κεφαλαίου. Για να λάβουμε μία ιδέα της προσφοράς των προσφύγων φτάνει ν’ αναφέρουμε ότι στην Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης το 1927 επί συνόλου 336 Ελλήνων εκθετών, οι 193 ήσαν πρόσφυγες εγκατεστημένοι στην Μακεδονία. Δεν υπήρξε τομέας της βιομηχανίας και βιοτεχνίας, όπου το προσφυγικό δαιμόνιο να μη δημιούργησε πηγές εφοδιασμού της εσωτερικής αγοράς. Όμως και στην εμπορική αγορά ήταν ζωντανή η παρουσία του προσφυγικού στοιχείου. Έμπειροι και τολμηροί μικρασιάτες έμποροι, που ανταγωνίζονταν στις αλησμόνητες πατρίδες τους Οθωμανούς, τους Ισραηλίτες, τους Αρμενίους και τους Δυτικοευρωπαίους, κατόρθωσαν πολύ γρήγορα να ιδρύσουν εμπορικές επιχειρήσεις και να αυξήσουν τη συναλλαγματική κίνηση της Ελλάδας. Στη Θεσσαλονίκη όπου το εμπόριο ήταν κυρίως στα χέρια των Ισραηλιτών χάρη στο δαιμόνιο επιχειρηματικό πνεύμα τους, πέρασε σταδιακά υπό τον έλεγχο των προσφύγων, κυρίως δε το εμπόριο υφασμάτων, ξυλείας και υαλικών ειδών. Στις επαρχιακές πόλεις, με την ίδρυση
ΤΟ ΑΛΩΝΙΣΜΑ. ΑΡΧΕΙΟ ΚΩΣΤΑ ΦΩΤΙΑΔΗ.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΙΟΠΟΥΛΟΣ. 1925. ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΕΠΙΒΑΤΙΚΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑΣ- ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ. ΑΡΧΕΙΟ ΑΝΝΑΣ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ.
ΜΕ ΤΗ ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣΛΩΖΑΝΗΣ (24 ΙΟΥΛΙΟΥ 1923) ΚΑΘΟΡΙΣΤΗΚΑΝ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΜΕΤΑΞΥ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΑΣ, ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΕΣ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΕΙΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΔΑΦΙΚΟ, ΤΑ ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗ Μ. ΑΣΙΑ. ΣΤΗΝ ΠΟΛΥΜΕΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΕΤΕΘΗ ΕΠΙ ΚΕΦΑΛΗΣ Ο ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ.

πολλών μικρών καταστημάτων, βελτίωσαν τις αναιμικές συναλλαγματικές σχέσεις των ντόπιων εμπόρων με τους καταναλωτές τους. Οι πρόσφυγες της Μακεδονίας ενίσχυσαν την εμπορική και οικονομική κίνηση όλων των επαρχιακών πόλεων και αποτέλεσαν τον υγιή πυρήνα της δημιουργίας των πρώτων εργατικών και υπαλληλικών συνδικάτων. Η υγιής μικρασιατική αστική τάξη, με τους τίμιους και δημοκρατικούς αγώνες της, βοήθησε αποφασιστικά στον εκσυγχρονισμό της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Η αγροτική κοινωνία της Ελλάδας δέχτηκε μετά από κάποιο σκεπτικισμό τα προοδευτικά μηνύματα των προσφύγων, τις νέες κοινωνικές ιδέες που μεταφέρανε, τη δημιουργία νέων πολιτικών ρευμάτων που προτείνανε. Τα πολιτικά κόμματα αναγκάστηκαν να οργανωθούν πάνω σε νέες βάσεις πιο ρεαλιστικές και πιο ανθρώπινες, με συγκεκριμένα προγράμματα. Οι κοινωνικές αδικίες, οι αγώνες για δίκαιη κατανομή του εθνικού εισοδήματος, για αληθινή δημοκρατία, έγιναν, με πρωτεργάτες τους πρόσφυγες, αιτία δημιουργίας νέων πολιτικών σχηματισμών και κομμάτων. Πάνω απ’ όλα ο μικρασιατικός Ελληνισμός ξεχώρισε και ξεχωρίζει για τη βαθειά αγάπη του στις αληθινές τέχνες και τα γράμματα. Το μικρασιατικό πνεύμα πρόσφερε δύναμη και ουσία στη νεοελληνική λογοτεχνία. Τα θαυμάσια έργα πολλών Μικρασιατών πνευματικών ανθρώπων, ξεπέρασαν τα σύνορά μας και συνέβαλαν στην προβολή της ελληνικής παιδείας στην παγκόσμια σφαίρα του πνεύματος. Ο αθάνατος Γ. Σεφέρης είναι αιώνιο σύμβολο του ιωνικού πνεύματος. Ο I. Μ. Παναγιωτόπουλος γράφει ότι: «Η μεγάλη μετοικεσία, ο ξεριζωμός και το ξαναφύτεμα στο αρχέγονο πάτριο έδαφος τέτοιου πλήθους Ελλήνων, δεν άλλαξαν μονάχα την εδώ κοινωνική σύνθεση, δεν έδωσαν μονάχα ένα πλούσιο, φανταχτερό και ζωντανό χρώμα στην καθημερινή ζωή, μα συντέλεσαν και μια ψυχική και πνευματική μετατροπή που βρήκε και στην τέχνη του λόγου την αρμόδια συχνά έκφρασή της. Από την άποψη κυριότατα της κοινωνικής σύνθεσης, η μετοικεσία των Ελλήνων της Ανατολής, είναι το ιστορικότερο γεγονός του τόπου από την επανάσταση και δώθε». Σήμερα η Ελλάδα είναι υπερήφανη για το αδικημένο κομμάτι του Ελληνισμού, που δέχτηκε στους κόλπους της: «Κατέχομαι από θαυμασμό για τη δημιουργική δραστηριότητα των ξεριζωμένων σε όλους τους τομείς, για την προσφορά των προσφύγων στην οικοδόμηση μιας πιο μεγάλης και φωτεινής Ελλάδος» γράφει ο πολιτικός Κ. Καλλίας. Πράγματι η αναπτυγμένη πνευματική υποδομή των περισσοτέρων Μικρασιατών, που διακρίνονταν για τη γλωσσομάθεια και την πολυμάθειά τους, συνέβαλε αποφασιστικά και στη γρήγορη προσαρμογή τους στο ελλαδικό κλίμα αλλά και στην ουσιαστική προσφορά τους στην πολιτιστική πρόοδο ολόκληρης της Ελλάδας. Αντλώντας οι νεώτεροι Μικρασιάτες ήθος και σοφία από τους πνευματικούς ανθρώπους της πρώτης γενιάς, ξεχώρισαν γρήγορα σ’ όλους τους πνευματικούς τομείς. Στη λογοτεχία, η γενιά του ’30, η πιο σημαντική περίοδος της νεοελληνικής λογοτεχνίας, δεν θα υπήρχε, αν δεν έρχονταν οι πρόσφυγες, που έδωσαν θεματικά ερεθίσματα και στους ελλαδίτες λογοτέχνες. Τα θαυμάσια ακριτικά και ιστορικά τραγούδια του Πόντου, τα θρησκευτικά τραγούδια της Καππαδοκίας, τα ρεμπέτικα της Ιωνίας, πλούτισαν αλλά και ανανέωσαν με το βυζαντινό τόνο και το χρώμα τους τη στάσιμη ελλαδίτικη μουσική. Οι πολεμικοί ποντιακοί χοροί ξανάδεσαν το προομηρικό χθες με το δημιουργικό σήμερα. Ολόκληρη η λαϊκή κληρονομιά γίνεται σήμερα αντικείμενο επιστημονικής έρευνας από τους ίδιους τους Μικρασιάτες, αλλά και τους λοιπούς επιστήμονες, οι οποίοι ανακαλύπτουν ότι εκεί στη Μικρά Ασία διασώθηκε η ελληνική παράδοση, ανόθευτη από δυτικοευρωπαϊκές επιρροές και ανατολικές επιδράσεις. Δεν υπάρχει σήμερα προσφυγικό χωριό που να μην έχει εκπολιτιστικό σύλλογο, με απώτερο σκοπό τη διατήρηση και προβολή της Μικρασιατικής Ιδέας, του Ιωνικού, Καππαδοκικού και Ποντιακού Πνεύματος. Στα αστικά κέντρα τα προσφυγικά σωματεία εκδίδουν πολλά βιβλία, εφημερίδες και περιοδικά μικρασιατικού περιεχομένου. Το διαλεκτολογικό θέατρο ζωντανεύει στιγμές της παλιάς καθημερινής τους ζωής. Οι πρόσφυγες της πρώτης γενιάς, που σχεδόν φύγανε, αλλά και οι νεώτεροι παραμένουν πάντα αθεράπευτοι νοσταλγοί των αλησμόνητων πατρίδων. Τη νοσταλγία τους αυτή προσπαθούν ν’ απαλύνουν με διάφορες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις που διοργανώνουν. Στα παιδιά τους μαθαίνουν τους χορούς και τα τραγούδια τους, τα ήθη και έθιμά τους, τη διάλεκτό τους, την ιστορία και τη λαογραφία τους, μέσα από διαλέξεις, επιστημονικά συνέδρια, ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές και άλλες πολιτισμικές εκδηλώσεις. Πάνω απ’ όλα όμως οι πρόσφυγες δεν ξέχασαν τα θρησκευτικά τους σύμβολα. Ανιστόρησαν σε διάφορα βουνά της Μακεδονίας τα ιστορικά μοναστήρια: Παναγία Σουμελά, Άγιο Γεώργιο Περιστερεώτα, Άγιο Ιωάννη Βαζελώνα, Θεόδωρο Γαβρά, Παναγία Γουμερά, Άγιο Βασίλειο, τα οποία στα δύσκολα χρόνια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, παίξανε ουσιαστικό ρόλο στη διάσωση του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού. Πέρασαν 70 χρόνια. Όλοι οι πρόσφυγες πάλαιψαν σκληρά χωρίς να λυγίσουν, έχοντας ως εφόδιά τους την πίστη και την αισιοδοξία. Αγωνίστηκαν μ’ εγκαρτέρηση, για να αλλάξουν την αρνητική τοποθέτηση και την υποτιμητική στάση των ντόπιων συντοπιτών τους. Με την προκοπή και την τιμιότητά τους, το ήθος και την τρυφερότητά τους, την παλλικαριά και τη γενναιότητά τους, καταξιώθηκαν σιγά σιγά στη συνείδηση όλων των Ελλήνων. Η καθολική συμμετοχή τους στον πόλεμο της Αλβανίας και η φιλοξενία των Ελλήνων στρατιωτών από τα προσφυγικά χωριά λειτούργησαν ενωτικά, αμβλύνθηκαν οι τοπικιστικές αντιθέσεις. Η πικρία και η αγανάκτηση μπορεί να καθυστέρησαν την αφομοίωση αλλά δεν την εμπόδισαν. Το πάντρεμα του νέου, που φέρανε οι Μικρασιάτες, με το παλιό, γέννησε το καινούριο που είναι η σύγχρονη Ελλάδα, με καινούρια ανθρώπινα χαρακτηριστικά, καινούριες εθνικές και φυλετικές ιδιότητες, γέννησε τον καινούριο τύπο Έλληνα, στο σωματικό και ψυχικό κόσμο του οποίου συσσωρεύονται τα θετικά στοιχεία των ντόπιων και των προσφύγων. Έτσι στην πλούσια γη της Μακεδονίας, σήμερα δεν υπάρχουν πια πρόσφυγες και γηγενείς. Υπάρχουν μόνο Έλληνες, που εργάζονται τίμια και ειρηνικά για τη δημιουργία μιας καλύτερης πατρίδας.
ΑΛΩΝΙΣΤΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ. ΑΡΧΕΙΟ ΑΝΝΑΣ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ.

Στις 28 Ιουνίου 1934 ο Ε. Βενιζέλος με ιδιόγραφη επιστολή προς τον Α. Αιγίδη, μ’ αφορμή την έκδοση του θαυμάσιου βιβλίου του: «Η Ελλάς χωρίς τους πρόσφυγες» έγραψε για τους καρπούς της Μεγάλης Ιδέας μέσα από τα χαλάσματα: «Δεν νομίζω ότι υπάρχει κανείς σήμερον που μπορεί να αρνηθή ότι μετά την επελθούσαν Μικρασιατικήν καταστροφήν η άφιξις επί του Ελληνικού εδάφους των εκατόν είκοσι μυριάδων προσφύγων, υπήρξεν ευλογία δια το Ελληνικόν Κράτος. Είναι τούτο τόσον αληθές, ώστε όταν τον Οκτώβριον του 1930 συνήψαμεν εις την Άγκυραν το σύμφωνον της Ελληνοτουρκικής φιλίας έλεγα μιαν ημέραν εις τον Ισμέτ Ινονού: Δεν βλέπω παρά μία ακόμη αφορμή η οποία δύναται να ανατρέψη τη φιλία μας. “Ποιά”; Εάν ποτέ επιχειρούσατε να παραπείθετε τους πρόσφυγας να επανέλθουν εις τας παλαιάς εστίας τους».
ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ 1995


from ανεμουριον https://ift.tt/3jis4LU
via IFTTT
Από το Blogger.