ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

γράφει ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΑΜΨΑΣ

Ο Άγιος Αθανάσιος, που γεννήθηκε το 295 από Έλληνες Χριστιανούς και έγινε επίσκοπος και Πατριάρχης Αλεξανδρείας, διακρίθηκε για τους αγώνες και για το ρόλο του ως πρωταγωνιστή της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας (325), επί βασιλείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Δεν είχε γίνει μέλος αυτής της Συνόδου, αλλά ακολούθησε ως βοηθός διάκονος τον επίσκοπο Αλεξανδρείας, Αλέξανδρο. Μετά τον θάνατο τουν Αλεξάνδρου ανέβηκε στον επισκοπικό θρόνο Αλεξανδρείας και έμεινε ως το 373, έτος του θανάτου του, η κυρίαρχη μορφή της εκκλησίας της Αλεξανδρείας, ακόμη και στα χρόνια της εξορίας του. Μετά το 325, ο Άγιος Αθανάσιος ασχολήθηκε με την ερμηνεία και υπεράσπιση της «Εκθέσεως» της Νικαίας, ιδίως στους τρεις «Κατά Αρειανών» λόγους του και σε δύο επιστολές. Αυτές οι συγγραφές αποτελούν πολύ σημαντικές πηγές για τη γνώση, όχι μόνο του πνεύματος που επικράτησε στη Σύνοδο της Νικαίας, αλλά και των αρειανικών δογμάτων. Έτσι, εκτός από τις επιστολές του ο Άρειος είχε γράψει μακρό ποίημα με τον τίτλο «Θαλεία» (ή «Θαλία»), του οποίου αποσπάσματα διέσωσε ο Αθανάσιος, καθώς και θεολογικούς στίχους που ίσως αποτελούν μέρος της «Θαλείας». Μερικοί από τους σπουδαιότερους οπαδούς και διαδόχους του Αρείου ήταν ο σοφιστής Αστέριος, ο Ευσέβιος Νικομηδείας (επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως γύρω στα 339-342), ο Ευδόξιος (επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως από το 360-370), ο Αέτιος (επίσκοπος Αντιόχειας περίπου το 362) και ο δεινός θεολόγος Ευνόμιος (επίσκοπος Κυζίκου).

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ

Η διδασκαλία του Αρείου περιλαμβάνεται στο ανάθεμα της εκθέσεως της Συνόδου του 325. Σύμφωνα με αυτή τη διδασκαλία, ο Θεός είναι «αΐδιος», «άναρχος» και «αγέννητος», ενώ ο Χριστός είναι «γεννητός», «χτίσμα», «ποίημα», δηλαδή δημιούργημα, κατασκεύασμα του Θεού. Ο Χριστός σε σχέση με το Θεό είναι υποδεέστερος. Ο Θεός δεν ήταν πάντοτε «Πατήρ». Πήρε αυτή την ιδιότητα όταν θέλησε να δημιουργήσει τον κόσμο. Τότε προσωποποίησε τις αρχέγονες, απρόσωπες δυνάμεις του που λέγονται οφία ή Λόγος και μ' αυτό τον τρόπο δημιούργησε, σαν όργανο διαφώτισης του κόσμου, αυτόν που φέρει καταχρηστικά το όνομα Υιός ή Λόγος ή Σοφία. Κατά τους Αρειανούς, λοιπόν, η δημιουργία του κόσμου συμπίπτει με τη δημιουργία του Χριστού, καταχρηστικά Υιού-Λόγου. Ο Υιός, ως χτίσμα του Θεού, δεν μοιάζει με τον Πατέρα ως προς την ουσία, είναι ατελέστερος σε σχέση με την τελειότητα τον Κτίστου. Είναι από τη φύση του «τρεπτός», «αλλοιωτός», δηλαδή μεταβαλλόμενος, γι' αυτό και ικανός να υποπέσει σε αμαρτία, όπως και τ' ανθρώπινα όντα. Όμως, με τη χάρη του Θεού, αλλά και με τη δική του αγαθή αφοσίωση, ο Χριστός έγινε «άτρεπτος» και «αναλλοίωτος». Έγινε «τέλειον» κτίσμα του Θεού, κοινωνός της θείας αγαθότητας, και παρόλο που δεν είναι ουσιαστικά Θεός, αξίζει να λατρεύεται ως αληθινός Θεός. Οι αρειανοί στήριξαν τις θεωρίες του σε διάφορα χωρία των Γραφών (Δευτερονόμιον 6, 4, Παροιμίαι 8, 225, Κατά Ιωάν. 14, 28, Κατά Ματθ. 27, 26 κ.λπ.).

ΤΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Εκείνοι που πήραν μέρος στη Σύνοδο της Νικαίας αντέταξαν στους οπαδούς του Αρείου, ως το σπουδαιότερο επιχείρημα, ότι εφόσον δέχονταν τη λατρεία προς τον Χριστό-Κτίσμα, δεν διέφεραν από τους ειδωλολάτρες. Ο Αθανάσιος υποστήριξε ότι οι αρειανοί είχαν παρερμηνεύσει τα διάφορα χωρία της Γραφής στα οποία είχαν στηριχθεί. Απέκλεισε τη θεωρία υπάρξεως «δημιουργικού οργάνου» του Θεού, αφού ο Θεός είχε ο ίδιος τη δύναμη της δημιουργίας. Επιπλέον ο Χριστός, ως κτίσμα, δεν θα μπορούσε να υποκαταστήσει το έργο του Δημιουργού. Τις αποδείξεις του για το «ομοούσιον» του Θεού, ο Αθανάσιος τις στήριξε σε χωρία επίσης της Γραφής (Κατά Ιωάν. 10, 30, προς Εβρ. 1, 3, Ψαλμοί 2, 7, Πράξ. 13, 33 κ.λπ.) Απέδειξε την ενότητα όχι προσώπου, αλλά την ενότητα ουσίας Θεού και Υιού και επομένως το ομοούσιον του Υιού. Συμβαίνει ό,τι και με τον ήλιο: Η αρχική ουσία (ήλιος) παραμένει αδιαίρετη, ενώ ό,τι πηγάζει από αυτήν (φως) έχει την ίδια ουσία με την αρχέγονη πηγή από όπου προήλθε. Ο Υιός είναι όμοιος με τον Πατέρα, αιώνιος αφού προήλθε από Αυτόν. Έλαβε σάρκα για να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος από την αμαρτία. Η ενανθρώπισή του, που είναι και ταπείνωσή του, ερμηνεύεται από την ανάγκη λύτρωσης του αμαρτωλού ανθρώπου. Ενώ κατά τους αρειανούς, ο Υιός, με τη σταύρωσή του, ανυψώθηκε προς το Θεό, «εθεώθη»...

ΠΕΝΤΕ ΕΞΟΡΙΕΣ

Μετά το 325, οι ορθόδοξες απόψεις των συνοδικών της Νικαίας άρχισαν να χάνουν έδαφος. Ο Κωνσταντίνος, για να αποκαταστήσει την ειρήνη στην Εκκλησία, φάνηκε διαλλακτικός προς τους αρειανούς. Ο Άρειος ανακλήθηκε από την εξορία και υποχρεώθηκε να συντάξει νέο σύμβολο πίστης, που δεν ανέφερε πια αιρετικές δοξασίες, αλλά δεν περιλάμβανε και τον όρο «ομοούσιον». Έγιναν ενέργειες για ν' αποκατασταθεί ολοκληρωτικά ο Άρειος και να ξαναγυρίσει στην ορθοδοξία, αλλά ο ξαφνικός θάνατός του (το 336 περίπου) ματαίωσε την επίσημη αποκατάστασή του. Στο αναμεταξύ, ο Κωνσταντίνος, λόγω της αναταραχής που είχε δημιουργηθεί στην Εκκλησία, εξόρισε τον Αθανάσιο στην πόλη Αυγούστα των Τρεβήρων (Γαλλίας) το 335. Μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου, επακολούθησε νέα εξορία του Αθανασίου από τη Σύνοδο της Σαρδικής, αυτή τη φορά στη Νύσσα και την Ακηλυία. Από τους γιους του Κωνσταντίνου, ο Κωνσταντίνος Β' και ο Κώνστας, αυτοκράτορες της Δύσης, τάχθηκαν με τις θέσεις της συνόδού της Νικαίας, αλλά ο αδελφός τους, Κωνστάντιος Β', αυτοκράτορας της Ανατολής και αργότερα ολόκληρης της αυτοκρατορίας, ταυτιζόταν περισσότερο με τους Αρειανούς. Έτσι, ο Κωνστάντιος εξόρισε τον Αθανάσιο για τρίτη φορά: Τον έστειλε από την Αλεξάνδρεια στην έρημο, όπου έμεινε, ασκητεύοντας, 6 χρόνια. Ο εθνικός Ιουλιανός αγωνίστηκε όχι για να στερεώσει, αλλά για ν' ανατρέψει το χριστιανικό δόγμα. Ο Ιουλιανός ξανάφερε τον Αθανάσιο στην Αλεξάνδρεια, αλλά κατόπιν τον εξόρισε, για τέταρτη φορά, στους ασκητές της Θηβαΐδας. Οι αυτοκράτορες Ιοβιανός και Βαλεντινιανός Α' έδειξαν σεβασμό στις αποφάσεις της Νικαίας. Ο Ιοβιανός όμως έδωσε διαταγή το 365 να εξοριστούν και πάλι οι επίσκοποι που είχαν εξοριστεί επί Κωνσταντίνου, κι έτσι ο Αθανάσιος αναγκάστηκε να φύγει, για πέμπτη φορά, και κρύφτηκε μέσα σ' έναν τάφο. Ο αδελφός του Βαλεντιανού Α', Βάλης, ακολούθησε την αρειανίζουσα πολιτική του Κωνσταντίου Β' και θα είχε καταφέρει καίριο πλήγμα στις αποφάσεις της Νικαίας αν δεν τον προλάβαινε ο θάνατος στη μάχη της Αδριανουπόλεως (378). Ωστόσο, προηγουμένως, ο Βάλης είχε ξαναφέρει τον Αθανάσιο από την εξορία του. Το 373, ο επίσκοπος πέθανε αποκαταστημένος. Ο Αθανάσιος ονομάστηκε από την Εκκλησία Μέγας και η μνήμη του εορτάζεται στις 18 Ιανουαρίου.

ΜΕΓΑΛΕΣ ΜΟΡΦΕΣ 20 ΑΙΩΝΩΝ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ
ΑΘΗΝΑ


from ανεμουριον https://ift.tt/36RyvTy
via IFTTT
Από το Blogger.