ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Ο ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ, ΑΜΑ ΤΗ ΕΜΦΑΝΙΣΕΙ ΤΟΥ, ΠΗΡΕ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΠΛΑΙ ΣΤΟΥΣ ΣΠΟΥΔΑΙΟΥΣ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΥΣ ΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΑΝ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΜΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ, ΜΕΣΑ Σ’ ΕΝΑ ΘΡΥΜΜΑΤΙΣΜΕΝΟ ΚΑΙ ΤΡΑΥΜΑΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ. ΣΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ, ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΑΡΟΛΟ ΚΟΥΝ, ΣΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΤΕΧΝΗΣ, ΤΟ 1957, ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥΣ ΣΤΟΝ «ΚΥΚΛΟ ΜΕ ΤΗΝ ΚΙΜΩΛΙΑ» ΤΟΥ ΜΠΡΕΧΤ (ΦΩΤ.: «ELITE»).
Γράφει ο Δημήτρης Λέκκας - Από την πρώτη στιγμή που ο Μάνος Χατζιδάκις εμφανίστηκε στα μουσικά πράγματα, ένα πράγμα έγινε αμέσως φανερό: αυτός ο άνθρωπος θα άλλαζε μια για πάντα το πρόσωπο της ελληνικής μουσικής. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’40 άρχισε, με συνέπεια και μεθοδικότητα, να δημιουργεί ένα νέο κλίμα με τα τραγούδια, τα θεατρικά, τα μπαλέτα, τα κινηματογραφικά και τα πιανιστικά του έργα, αλλά, πάνω απ’ όλα, με το ταλέντο και την προσωπικότητά του. Καταβολές, παιδεία, ιδιότυπο ακριβό γούστο: ιδού τα συστατικά στοιχεία του μουσικού σύμπαντος που μας έφτιαξε και μας χάρισε ο Μάνος Χατζιδάκις. Αλλά ποιες καταβολές; Τι συγκροτεί την προσωπική του μουσική «παράδοση»; Ένας νέος άνθρωπος που μεγαλώνει και ωριμάζει στον ελλαδικό μεσοπόλεμο είναι μοιραίο να έχει εκτεθεί ακουστικά στο ντόπιο πολυσχιδές αμάλγαμα της δημοτικής μουσικής, στο βυζαντινό μέλος, στις καντάδες, στα αστικά ακούσματα της οπερέτας, στις μπάντες, στους συρμούς του ευρω-αμερικάνικου ελαφρού τραγουδιού.
Ο ΝΕΑΡΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ, ΑΠ’ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΥΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΕ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΣΤΗΚΕ, «ΒΡΕΘΗΚΕ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΝΙΚΟ ΓΚΑΤΣΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΡΟΥΧΗ, ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΕΙΧΑΝ ΒΡΕΙ ΤΑ ΠΙΟ ΕΙΔΙΚΑ ΚΛΕΙΔΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΦΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ, ΠΕΡΑ ΚΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΓΡΑΦΙΚΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΕΣ».
 Η ωδειακή παιδεία θα προσθέσει τους κλασικούς με τα έργα για μεγάλα σύνολα, τη μουσική δωματίου, το πιάνο που ο νεαρός σπουδαστής μαθαίνει, την «εθνική» σχολή, τον ιλιγγιώδη κόσμο της νέας έντεχνης δημιουργίας του 20ού αιώνα. 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΤΕΧΝΗΣ ΓΙΑ ΤΟ «ΛΕΩΦΟΡΕΙΟΝ Ο ΠΟΘΟΣ», 1949.
 Για τη διψασμένη ψυχή του νεαρού Χατζιδάκι, που ρουφούσε σαν σφουγγάρι τα πάντα, όλα τούτα είχαν και τις κακές πλευρές τους. Η δημοτική μουσική γινόταν ύποπτο εθνοκεντρικό όργανο στα χέρια στρατοκρατών και δικτατόρων, η βυζαντινή ήταν κλεισμένη στις εκκλησίες και συχνά ανεμιζόταν ως λάβαρο στα χείλη μίζερων θρησκόληπτων μικροαστών, οι καντάδες μπορούσαν να είναι εκνευριστικά γλυκανάλατες, τα αστικά ακούσματα ήταν πολλές φορές ξένο σώμα, η κλασική μουσική ήταν αποκομμένη στον ελεφάντινο πύργο της, η «εθνική» σχολή ήταν αφόρητα «ελάσσων». Το μεγάλο κρίμα όμως ήταν άλλο. Μέσα από τον εθνικό διχασμό, τη λαίλαπα της μικρασιατικής καταστροφής, τη σφοδρή μάχη του συντηρητισμού ενάντια σε ό,τι καινούργιο, τις αντιθέσεις ανάμεσα στους μεγαλοαστούς και όλους τους άλλους, είχε διαμορφωθεί ένα εκτρωματικά ασύνδετο σκηνικό πολλών ομάδων που χωρίζονταν από πάθη και μίση, που δεν μπορούσαν και δεν ήθελαν να επικοινωνούν, μια «κοινωνία» φρικτά δια-σπασμένη σε μικρές ομάδες, ένας ιδιότυπος ταξισμός που δεν είχε σχέση με τα αληθινά κολοσσιαία κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα, που δεν πατούσε πουθενά. Κανένας τρόπος επαφής δεν υπήρχε ούτε ανάμεσα στις καλλιτεχνικές και αισθητικές τους εκφράσεις. Ποιος ήταν λοιπόν ο λαός; Ποιο το πρόσωπο του Έλληνα; Κάποιος τρόπος έπρεπε να βρεθεί για να βγει μια σύνθεση μέσα από την απίθανη αυτή κουρελαρία. Όμως χρειαζόταν ένα θαύμα. Έπρεπε δηλαδή να εξοβελιστούν οι αντιφάσεις, να εξομαλυνθούν οι εναντιότητες, να συναντηθούν γόνιμοι και δεκτικοί φορείς της ζωντανής λαϊκής φλέβας με ταλαντούχους εκλεκτικιστές διανοούμενους και δημιουργούς, να βρεθούν τα κλειδιά. Στην πολιτική κάτι τέτοιο θα αργούσε πολύ ακόμα: ήθελε «δουλειά πολλή». Στην τέχνη όμως το θαύμα συντελέστηκε, με σχεδόν ιδανικό, θα ’λεγε κανείς, τρόπο.

ΜΕΤΑΣΤΟΙΧΕΙΩΣΗ ΒΙΩΜΑΤΟΣ

Δεν θα μακρυγορήσω αναφέροντας όλους εκείνους -ποιητές και ζωγράφους ιδίως- που πραγματοποίησαν το θαύμα. Ο Χατζιδάκις, «άμα τη εμφανίσει», θα’ παίρνε τη θέση του πλάι σε όλους αυτούς. Πιο κοντά στον Γκάτσο και τον Τσαρούχη, που είχαν βρει τα πιο ειδικά κλειδιά της επαφής με τον κόσμο της παράδοσης, πέρα κι έξω από γραφικότητες και λαογραφίες. Τα όνειρα του Γκάτσου είχαν αναδυθεί μέσα από τη δημοτική ποίηση, τις Γραφές, τον Μακρυγιάννη. Ο Τσαρούχης είχε ήδη σκανδαλίσει με την έκδηλα λαϊκόστροφη, άκρως απελευθερωμένη και συνάμα λόγια θεματογραφία και τεχνοτροπία του. Τα δικά του κλειδιά τα είχε πάρει από τον Θεόφιλο και τη ζωντανή λαϊκή ζωγραφική / δρώμενο των Σπαθάρηδων. Ο Χατζιδάκις δεν χρειάστηκε να ψάξει και πολύ για να βρει το δικό του ανάλογο κλειδί. Εδώ πρέπει να κάνω μια μικρή παρέκβαση. Η μουσική, όπως και όλες οι τέχνες, διέπεται από μια θεμελιακή διχοτομία: ον και φαινόμενο, υλικό και χρήση του, περιεχόμενο και μορφή. Το υλικό της μουσικής είναι, χονδρικά, οι νότες, οι ρυθμοί, οι χροιές. Η τέχνη που έχει δειχτεί κλασική και διαχρονική πατάει γερά επάνω στη συνάφεια υλικού και τεχνοτροπίας, αφού το υλικό πάντα βρίσκει τρόπο να επιβάλει τους δικούς του κανόνες και να υπερισχύσει: το «όντως ον» τελικά σπάει τους πρόσκαιρους κώδικες και επικρατεί επάνω στο φαινόμενο.
ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ «ΚΥΚΛΟ ΤΟΥ CNS» Ο ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ ΕΓΡΑΨΕ ΜΕΤΑΞΥ ΑΛΛΩΝ: «Η ΙΔΕΑ ΠΡΟΫΠΗΡΧΕ ΣΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΩΝ ΕΞΙ ΛΑΪΚΩΝ ΖΩΓΡΑΦΙΩΝ-ΙΔΕΑ ΠΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ ΜΕΤΑ ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΙΑ. ΤΗ ΔΟΚΙΜΗ ΤΗΝ ΕΙΧΑ ΚΑΜΕΙ ΗΔΗ ΣΤΑ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΧΟΗΦΟΡΕΣ ΤΟΥ ΑΙΣΧΥΛΟΥ. ΞΕΚΙΝΗΣΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΛΕΓΕΙΑΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΜΑΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΕΛΗΣΑ ΝΑ ΠΡΟΧΩΡΗΣΩ ΠΙΟ ΠΕΡΑ, ΓΙΑ ΝΑ ΔΩΣΩ ΟΣΟ ΓΙΝΟΤΑΝΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΤΟ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ». ΣΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΠΑΙΖΕΙ ΣΤΟ ΠΙΑΝΟ ΤΑ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΧΟΗΦΟΡΕΣ ΣΤΗΝ ΜΑΡΙΚΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ, ΠΟΥ ΥΠΟΔΥΟΤΑΝ ΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΣ ΟΡΕΣΤΕΙΑΣ (1951). ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ, Ο ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ ΤΑΚΗΣ ΜΟΥΖΕΝΙΔΗΣ (ΦΩΤ.: Κ. ΜΕΓΑΛΟΚΟΝΟΜΟΥ).
Οι δικές μας παραδοσιακές νότες είναι άλλες από τις τρέχουσες δυτικοευρωπαϊκές «συγκεκραμένες». Άρα ένας σύγχρονος δημιουργός που έχει τραφεί στη σύγχρονη ευρωπαϊκή Ελλάδα χρειάζεται το μεταφραστικό εργαλείο, με το οποίο θα μεταστοιχειώσει το προαιώνιο βίωμα στήνοντάς το σε μια ποιοτικά διάφορη βάση. Ήταν η τέλεια στιγμή για να γίνει αυτό. Οι σκαπανείς του «πειραιώτικου» ρεμπέτικου είχαν περάσει στην έκφραση του παραδοσιακού βιώματος μέσα από τα μπουζούκια, όργανα τονισμένα στις συγκεκριμένες κλίμακες. Η τιτάνια πάλη των δύο ηπείρων έβγαλε ένα σπουδαίο μουσικό κίνημα, με πρωτοστάτη την ιστορική μορφή του Μάρκου Βαμβακάρη. Από τη στιγμή βέβαια που το ρεμπέτικο χρησιμοποιούσε ως υλικό τις δυτικές νότες, τα υπόλοιπα ήρθαν νομοτελειακά. Τα μπουζούκια θα ζητούσαν να παίξουν και συγχορδίες, πλουτίζοντας την αρμονική τους γλώσσα, ρόλος που έλαχε στον Τσιτσάνη. Κατόπιν θα έπρεπε να κουρδιστούν σαν τις κιθάρες, άρα να γίνουν και τετράχορδα. Και, εφόσον υπήρχαν εμπνευσμένοι δημιουργοί με ακέραιες καταβολές, θα έπαιρναν το μεταποιημένο υλικό και θα το έφερναν σε άλλα δυτικά όργανα, όπως στο πιάνο. Η λύση, για τις νότες που έλειπαν, ήταν η πολιορκία τους, το κατά τον Χατζιδάκι «παιχνίδι με τα ημιτόνια». Το ίδιο πράγμα έκανε και το μπλουζ όταν κατέφευγε στις περίφημες «μπλε« νότες του, αλλά το ρεμπέτικο είχε βάση αρκετά πλουσιότερη. Ήταν όλα προδιαγεγραμμένα από τη φύση τους, αρκεί να βρίσκονταν οι μεγαλόπνοοι φορείς μιας ανώτερης ιστορικής βούλησης. Σε αυτό αλήθεια ευτυχήσαμε. Όσο για το ρεμπέτικο, ήταν γραφτό να χαθεί μόλις ανδρωνόταν η πρώτη γενιά που θα είχε μεγαλώσει με μπουζούκι.

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΕ ΤΟ «ΕΛΛΗΝΙΚΟ»

Ο Μάρκος ήταν αυτός που συγκέρασε την κλίμακα και υπέγραψε τη μεγάλη μετάβαση, και συγχρόνως το μέγα τέλος. Το ίδιο είχε κάνει κάποτε ο Μπαχ, υπογράφοντας κι εκείνος το τέλος του μπαρόκ. 
«ΚΑΤΑΦΕΡΕ ΝΑ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΕΙ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ, ΝΑ ΤΟ ΑΝΑΔΕΙΞΕΙ ΣΕ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ, ΑΝΟΙΞΕ ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΠΑΡΟΤΡΥΝΕ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ ΝΑ ΠΙΟΥΝ ΑΠΟ ΤΑ ΝΑΜΑΤΑ ΤΗΣ...».
Να γιατί ο «παρατραβηγμένος» παραλληλισμός τους, που ο Χατζιδάκις είχε αποτολμήσει στη διάλεξή του για το ρεμπέτικο, δεν ήταν τελικά παραδοξολογία. Ο Χατζιδάκις ο ίδιος θα ήταν η κοσμογονία μιας νέας εποχής, με το έργο του πια. Όργανα από όλα τα μήκη και τα πλάτη, ακριβοί κλασικοί ήχοι σε πρωτοφανέρωτες λεπταίσθητες αποχρώσεις και συνδυασμούς, μπουζούκια αδελφωμένα με μαντολίνα, ο Ζαμπέτας, το σαντούρι του Τάσου Διακογιώργη στο Αμέρικα Αμέρικα. «Τρελές» αντιστίξεις με τροπικές μαγγανείες, που μεταμόρφωναν κάθε σειρά από 3-4 νότες σε πολύτιμα κοσμήματα. Συγχορδίες στο σημείο όπου ερωτοτροπούν ο Ραβέλ, οι «Εξι», η τζαζ, ο Μπάρτοκ, ο Τσιτσάνης, οι μετατροπίες του Προκόφιεφ και τα πολυφωνικά της Ηπείρου. Αλλά και οι ρυθμοί. Το πιο πολύτιμο προσωπικό κουτί με τα θαύματα του Χατζιδάκι, όπου χώρεσε ατόφια την απέραντη παράδοση, αρχαία και διαχρονική, τη φρόντισε, την πλούτισε. Εδώ ο Στραβίνσκι, εδώ ο Ορφ, εδώ όλα τα Βαλκάνια, εδώ ο εαυτός του. Αλήθεια, συχνά μιλάμε για τις μαγικές μελωδίες του Χατζιδάκι, ξεχνώντας τους εξαιρετικά ιδιωματικούς και πολύπλευρους «μονούς» ρυθμούς όλων των έργων του και της πιανιστικής Ρυθμολογίας, το στοιχείο εκείνο που αποκαλύπτει συστηματική μελέτη και ευφάνταστη δημιουργική ανάπλαση: καλαματιανά, ζεϊμπέκικο, καρσιλαμάδες, 5, 7, 9, 11, 13, 15. Μας τα χάρισε ή μας τα ξανάμαθε εξ αρχής. Έως και ερωτοτρόπησε με το ροκ, βάζοντας όμως το New York Rock and Roll Ensemble να τραγουδάει, π.χ., τα αρχαία και βαλκάνια 10/8 με συνοδεία μπουζουκιού. Η σχέση του Χατζιδάκι με την παράδοση είναι ένα ερώτημα που δεν τίθεται συχνά. Ο ίδιος δεν ήταν μουσικολογών. Το ταλέντο του, το προσωπικό ακριβό γούστο του, ο εκρηκτικός υποκειμενισμός του δεν έδωσαν περιθώρια. Η εκ μέρους του απώθηση της γραφικότητας ξεδιπλώνεται στο σημείωμά του Ελλάς, η χώρα των Ονείρων: η μουσική του δεν ήταν παραδοσιακή, αλλά τελικά θα απέβαινε αξεδιάλυτη από την παράδοση. Κατάφερε να προσδιορίσει το ελληνικό, να το αναδείξει σε παγκόσμιο, άνοιξε δικό του δρόμο προς την παράδοση και ταυτόχρονα παρότρυνε τους νέους να πιουν από τα νάματά της και να εκφράζονται «με καλαματιανό και τσάμικο» (συνέντευξη στην Όλγα Μπακομάρου, περιοδικό Γυναίκα, τέλη δεκαετίας ’60). Βέβαια για τους μουσικολόγους το ζήτημα υφίσταται. Τώρα εκπονείται σχετική διατριβή για το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η ανάλυση θα βρει επίσης πως το έργο του κοιτάζει προς τη Δύση. Τι το φυσικότερο για έναν Νεοέλληνα εκλεκτικιστή;

Ο ΙΔΙΟΣ ΕΓΙΝΕ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Για τη νεότερη δημιουργία υπάρχει ένα ακόμα σημαντικό θέμα. Ο Χατζιδάκις έγινε παράδοση. Δίδαξε την αξία του ταλέντου και το σπάσιμο των στεγανών σ’ έναν κόσμο αναρχικό και κοινωνικά ευαίσθητο όπου δεν υπάρχει μεγάλο και μικρό, σπουδαιοφανές και ταπεινό, έντεχνο και λαϊκό, παρά μόνο ωραίο και άσχημο, σε έναν ορίζοντα αταξικό, ακομπλεξάριστο, ελεύθερο, φιλέρευνο και άξιο. Με το ίδιο κέφι έγραψε από απλά τραγουδάκια με λαϊκό έρεισμα και μεγάλες πωλήσεις έως κομμάτια απόλυτα σοβαρά και διανοούμενα, ιδιαίτερα μετά την επιστροφή του από την Αμερική. Άφησε κληρονομιά τη σοβαρότητα του παιχνιδιού και το παιγνιώδες του σοβαρού, συνταιριάζοντας τα παράταιρα σε μια διαλεκτική υψηλής αισθητικής. Μουσικολογικά μας άφησε στο πολλαπλάσιο όσα ο ίδιος είχε αντλήσει τόσο από την παράδοση όσο και από μέσα του: έναν τεράστιο πλούτο από μαγικές μελωδίες, τροπισμούς, δημιουργικές αντιστίξεις, ένα όργιο από συγχορδίες, ορχηστρικά χρώματα και ρυθμούς. Μας έμαθε να γινόμαστε ελληνικοί μέσα στην παράδοσή μας και να διαλεγόμαστε μαζί της ως σύγχρονοι άνθρωποι. Στρατιές οι επίγονοί του. Κι αυτό που δεν αναφέρεται ποτέ είναι πως ο πρώτος επίγονός του είναι στ’ αλήθεια ο Μίκης Θεοδωράκης, δημιουργός ενός άλλου παράλληλου μουσικού σύμπαντος. Τους έχουμε συνηθίσει μαζί, συνομήλικους, ανταγωνιστές και αχώριστους, ισάξιους, μεγάλους. Όμως, όταν ο Μίκης γύρισε από το Παρίσι, βρήκε ήδη διαμορφωμένα όσα ο Μάνος σμίλευε πάνω από δέκα χρόνια. Αν δεν είχαν υπάρξει ο Μάνος και ο ομογάλακτος του Αργύρης Κουνάδης, ο Μίκης δεν θα είχε ίσως επιστρέφει το ’60 με τον Επιτάφιο. Αυτό που ζούμε φέρει ανεξίτηλο το χατζιδάκειο ίχνος. Για όσους μεμψιμοιρούν, ότι τάχα έκανε κι εύκολα και στραβά, ότι δεν τα έκανε όλα, ότι παραείναι ελληνικός, ότι παραείναι δυτικός, ότι έκανε αυτά κι όχι άλλα, είναι εντελώς χαζό. Η ιστορική προσφορά του ανθρώπου κρίνεται από τα θετικά και σπουδαία, κι από τέτοια άφησε ευτυχώς άφθονα. Ευτύχησε να γίνει εν ζωή κλασικός, όχι στενά μουσικά, αλλά στον ακέραιο χώρο που εκείνος διάλεξε και σχημάτισε. Όχι γι’ αυτό που δεν είναι, αλλά γι’ αυτό που είναι. Το εύρος της δουλειάς του απέχει πολύ από το να έχει επαρκώς συνειδητοποιηθεί. Θα τον ανακαλύπτουμε για πολλά χρόνια και ελπίζουμε να τον ανακαλύπτουν διαρκώς και άλλοι, τώρα και μετά, εδώ κι αλλού. Στο εξής, το έργο του Χατζιδάκι προσμετρείται στην εθνική μας.

«ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ» 7 ΗΜΕΡΕΣ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΑΘΗΝΑ 6.6.1999


from ανεμουριον https://ift.tt/347it3H
via IFTTT
Από το Blogger.