[Ο Κουν στο δρόμο του μύθου] του Γιώργου Χατζηδάκη

Σκηνή από τις «Όρνιθες» που παίχτηκαν στο Κολλέγιο Αθηνών το 1932.

ΤΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ να πει κανείς για τον Κάρολο Κουν απ’ όσα έχουν ειπωθεί στα δώδεκα χρόνια της απουσίας του αλλά και στα εξήντα της επαγγελματικής του παρουσίας, λογαριάζοντας απ’ τον Ιανουάριο του 1939 που ανέβασε τον «Βυσσινόκηπο», στο ισόγειο του Ελληνικού Ωδείου, στην οδό Φειδί-ου. Τίποτα δεν έχει μείνει άγνωστο, καμιά πλευρά της ζωής του και της τέχνης του δεν έχει μείνει ακάλυπτη από σχόλια και αναλύσεις. Την προσοχή μας ωστόσο πρέπει να τραβήξουν οι συμπτωματικές φετινές επέτειοι. Εβδομήντα χρόνια απ’ το 1929 που πρωτοέρχεται στην Αθήνα, εξήντα χρόνια απ’ την παράσταση του «Βυσσινόκηπου», όπως είπαμε, και δώδεκα απ’ τον Φεβρουάριο του ’87 που πέθανε. Απ’ αυτούς τους κύκλους, πέρα απ’ όλα τα άλλα τα σπουδαία και τα σημαντικά, την υπέροχη και βασανιστική πορεία του στα μονοπάτια της τέχνης, βλέπουμε να ανεβαίνει αχνά από κάθε γεγονός μικρό και μεγάλο του βίου του, ο μύθος.
Από αριστερά: Βάσω Μεταξά, Σμ. Στεφανίδου, Δ. Χατζημάρκος, Κ. Λαμπροπούλου, στο «Σουάνεβιτ» του Στρίντμπερ γκ. Θέατρο Τέχνης, 1942.

Ο Κάρολος Κουν, παρ’ όλες τις θεατρολογικές ψυχρές ανατμή-σεις, τις ορθολογικές αναλύσεις των θεωρητικών που η εξονυχιστική εξέταση του αφαιρεί κάθε συναίσθημα, η μυθοπλασία απτόητη απ’ όλα αυτά τον έχει σηκώσει στα φτερά της και τον ταξιδεύει.
Η πληροφόρηση και η γνώση έχουν φθάσει στο ύψιστο σημείο της ανάπτυξής τους. Αμέτρητα κείμενα έχουν γραφεί για τον μεγάλο απάντα. Αρθρα, επιφυλλίδες, δοκίμια, συνεντεύξεις, κριτικές, βιογραφικά βιβλία και λευκώματα ξεχειλίζουν τα ράφια των βιβλιοθηκών και των μουσείων. Ο λαός ωστόσο διατηρεί την ιστορία του και τα πρόσωπα που τη σημάδεψαν τυλιγμένα μέσα στα προστατευτικά φύλλα του μύθου. Και το «σώμα» του Κουν έχει μεταφερθεί σ’ αυτή τη διαδικασία. Οι Ελληνες τον έχουν εναποθέσει στην κιβωτό της σύγχρονης μυθολογίας τους. Κανένας ανασχετικός δισταγμός ούτε επιφύλαξη ή άλλη αιτία οποιοσδήποτε φύσης δεν έχει εμποδίσει την αναγωγή του «δασκάλου» σε πρόσωπο μυθικό και έτσι θα παραδοθεί απ’ τον αιώνα του στον επόμενο.

Μεσσιανική αίσθηση

Η μυθοποίηση του Κάρολου Κουν δεν περίμενε το θάνατό του για να αρχίσει την πλέξη της. Ανατρέχο-ντας στα γεγονότα του πρώτου καιρού, ακούγοντας τις αναμνήσεις των παλαιών και διαβάζοντας τα όσα γράφηκαν στα χρόνια εκείνα, διαπιστώνεις πως από τότε είχε ξεκινήσει ο αργαλειός να υφαίνει το μαγνάδι του. Διαβάζεις τα όσα έχουν γράψει για τις αρχές ο Σολωμός, ο Καλλέργης, ο Δεβάρης, ο Στεφανέλλης, η Κοκκόλα, η Μαίρη Γιατρά, ο Σιδέρης, ο Λεμός, ο Πλωρίτης, ο Καμπανέλλης και αισθάνεσαι τη μεσσιανική αίσθηση που ενέπνεε στους γύρω του. Ακόμη και στις επιφυλάξεις γι’ αυτόν και σ’ όσα σημεία του αρνούνται είναι αισθητή η «γοητεία» που ασκούσε. Αυτό το στοιχείο είναι από μόνο του αρκετό για να εξηγήσει τη μυθοποίησή του. Δεν είναι ασφαλώς το μόνο. Είναι κυρίως το ότι ο Κουν απευθύνθηκε στο λαό, μίλησε στη γλώσσα του κι αυτό το έκανε με ειλικρίνεια και αγνότητα. Αν αναπτύξουμε το περιεχόμενο αυτής της φράσης θα γίνει αυτόματα κατανοητός ο μεσσιανικός χαρακτήρας της παρουσίας του.

Αμερικανικό Κολλέγιο

Οι παραστάσεις που στήνει στο Αμερικανικό Κολλέγιο με μαθητές από το 1930 που διορίζεται εκεί κα-θηγητής της αγγλικής φιλολογίας, είναι γι’ αυτόν μια περίοδος διερευνητική και ταυτόχρονα διαμορ-φωτική. Στο διάστημα των τεσσάρων ετών που διαρκεί αυτή η περίοδος ο Ελληνογερμανοεβραίος από την Κωνσταντινούπολη κοινω-νεί την ελληνική λαϊκή παράδοση. Οι σχολικές παραστάσεις γίνονται αφορμή της γνωριμίας του με τον λόγιο Διονύσιο Δεβάρη, τον Φώτη Κόντογλου και τον Γιάννη Τσαρού-χη. Στην ατμόσφαιρα κυκλοφορούν οι απόψεις του Φώτου Πολίτη που ευαγγελίζεται μια ελληνικότητα στη σκηνική δημιουργία με ανάμιξη κλασικών ελληνιστικών και βυζαντινών στοιχείων. Ο κριτικός (και καλλιτεχνικός διευθυντής και σκηνοθέτης του Εθνικού Θεάτρου από το 1932 που αρχίζει να λειτουργεί) έχει αποπειραθεί να εφαρμόσει τις ιδέες του που συνοψίζονταν στο ότι πρέπει να δεχόμαστε το θέατρο μέσα από τα αισθητικά και λατρευτικά μας βιώματα. Εδώ, ωστόσο, είναι απαραίτητη μια παρένθεση που θα μας επιτρέψει να περιγράψουμε ποιες ήταν οι επιρροές που κυριαρχούσαν από την αρχή του αιώνα στο θέατρό μας. Από το 1901 που ιδρύθηκαν Βασιλικό Θέατρο και «Νέα Σκηνή», ο Θωμάς Οικονόμου και ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος ήταν εισαγωγείς των τευτονικών αντιλήψεων και οι γαλλικοί θίασοι που έφθαναν αθρόοι στην ελληνική πρωτεύουσα εισήγαν το ανάλαφρο «εξωτερικό» παίξιμο. Ο Μελάς προσκόμισε παριζιάνικες εμπειρίες και ο Ροντή-ρης το μετρικό και στυλιζαρισμένο σύστημα Μαξ Ράινχαρτ.
Σκηνή από την «Αγριόπαπια» του Ιψεν, με την Καίτη Λαμπροπούλου και τον Κάρολο Κουν. 1942-43, η πρώτη παράσταση του Θεάτρου Τέχνης.

Ολοι, επομένως, οι διαμορφωτές της υποκριτικής και της σκηνοθεσίας εισηγούνταν μια αλλότρια πρακτική που είχε ποτίσει ολοκληρωτικά το θέατρό μας.

Επιρροές από τη λαϊκή τέχνη

Ο Κουν υποκινείται από τις ιδέες του Φώτου Πολίτη, επηρεάζεται από τον Κόντογλου και τον Τσαρού-χη και αρχίζει να διαπλάθει μια ελληνοκεντρική θεατρική συνείδηση. Τότε φωτίσθηκαν όλες οι καταβολές που λειτουργούσαν μέσα του από τον Ελληνισμό της Ιωνίας και τότε ένιωσε τον αρχαίο κόσμο και τις επιβιώσεις του στη λαϊκή τέχνη. Ο ίδιος ομολογεί πως ως Ελληνας αισθάνθηκε τα χρόνια εκείνα πως ήταν αποκαλυπτικά για την τέχνη και τη ζωή του. Η αποκάλυψη αυτού του χώρου τον γοήτευσε, τον παρηγόρησε και τον ενέπνευσε. 
Ακούμπησε με εμπιστοσύνη πάνω στην ελληνική παράδοση, έ-ψαυσε τις ρίζες του και τις βρήκε στέρεες και ζωογόνες κι από αυτές αντλούσε για τις θεατρικές του απόπειρες. Η θεατρική μου αντίληψη, έχει πει ο ίδιος, γενικά η αισθητική γραμμή που ακολούθησα σε όλη τη δουλειά μου, δεν έμεινε ανεπηρέαστη από τον τρόπο που πρωτοπλησίασα, ένιωσα και απέδωσα το αρχαίο δράμα. Είναι γνωστό πως στο Κολλέγιο, μετά τα αφελή παραμυθάκια με ζώα και έντομα που ανέβασε με κείμενα που έγραφε ο ίδιος, έστρεψε την προσοχή του στους «Ορνιθες» και στον «Πλούτο»· κι αυτές οι δύο παραστάσεις ήταν τα πρώτα σήματα πως κάτι καινούργιο προμηνυόταν για το ελληνικό θέατρο. Η φήμη λοιπόν για έναν σκηνοθέτη οιστρηλατημένο από κέντρι-σμα ελληνότροπο απλώθηκε γρήγορα και τα ανήσυχα πνεύματα λογιών και νέων ηθοποιών στράφηκαν σ’ αυτόν. Μια υπόσχεση για ένα θέατρο με στοιχεία ιθαγένειας συγκίνησε όλους όσοι ένιωθαν ότι οι ξενόφερτες φόρμες δυσκόλευαν την επικοινωνία του θεάτρου με το λαό. Γρήγορα τον περιτριγύρισαν πολλοί νέοι ηθοποιοί και τον ενθάρρυναν. Με τη συμπαράσταση του Διονύση Δεβάρη αποφασίζει το 1933 τη δημιουργία της «Λαϊκής Σκηνής». Η Φρόσω Κοκκόλα θυμάται τη στρατολόγησή της. Δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ τον Κάρολο Κουν. Αλλωστε ήμουν η πρώτη μαθήτρια του. Ήμουν τελειόφοιτη του Οικοτροφείου «Το σπίτι του κοριτσιού» που είναι στη Νάξου, στα Πατήσια, και είχαμε ανεβάσει θυμάμαι τη «Δασκαλίτσα» του Νικο-ντέμι. Σ’ αυτή την παράσταση είχαν έρθει ο Κουν με τον Δεβάρη. Μόλις τελείωσε η παράσταση, είπε ο Κουν στον Δεβάρη: «Φτιάξαμε τη Λαϊκή Σκηνή, βρήκαμε την Ερωφί-λη». Η παράσταση της «Ερωφίλης» ήταν βόμβα για την Αθήνα. Είχε κάνει ο Κουν τη διδασκαλία, ο Τσα-ρούχης τα κοστούμια, ο Παντελής Ζερβός έπαιξε το ρόλο του βασιλιά, ο Καλλέργης τον Πανάρετο, ο Ντουνάκης τον Χάρο. Η πρεμιέρα της παράστασης έγινε τον Μάιο του 1934, στα Ολύμπια. 

Ελληνοκεντρισμός στο θέατρο

Την ίδια εποχή πεθαίνει ο Φώτος Πολίτης. 0 Κουν με τους μαθητές του και τους συμπαραστάτες του, Δεβάρη, Τσαρούχη, Κόντογλου, με την παράσταση της «Ερωφίλης» αρχικά, θα συνεχίσουν σταθερά την υποστήριξη του ελληνοκεντρισμού στο θέατρο που θα μείνει για όλα τα χρόνια βασική ιδεολογία του θεάτρου του Κουν. Να πώς διατυπώνει ο ίδιος το πλαίσιο αυτής της ιδεολογίας: ...εκείνα τα αισθητικά στοιχεία που συνεπήραν τότε, συνδέονταν συγκεκριμένα με το ελληνικό «λαϊκό», το κάπως σχηματοποιημένο, όπως φανερωνόταν στη ζωή, τη γνήσια χωριάτικη και νησιωτική, στα δημοτικά μας τραγούδια και πιο πίσω, στις βυζαντινές αγιογραφίες και στα αρχαία αγγεία. Και τα έργα που παίξαμε τότε, «Ερωφίλη», «Αλκηστη», «Πλούτος», «Ορνιθες», κ.λπ., αντα-ποκρίνονταν τέλεια σ’ αυτό το πνεύμα. Μπορώ να πω, για να μετα-χειρισθώ έναν πιο ορθόδοξο νοητό όρο, ότι το θέατρό μας τότε ήταν καθαρά εξπρεσιονιστικό. Αλλά εξπρεσιονισμός ελληνικός, με στοι χεία ελληνικά, αλλά βγαλμένα απ’ τη ζωή και την πραγματικότητα γύρω μας κι άλλα βοηθητικά απ’ την παράδοσή μας.
Σκηνή από το έργο του Πφαντέλο «Εξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» (Θέατρο Τέχνης, 1944). Από αριστερά: Β. Διαμαντόπουλος, Β. Μεταξά, Α. Μαζαράκη, Κ. Κουν.

Αυτός ο αναμφισβήτητος ελληνοκεντρισμός αναμόρφωσε το θέατρό μας, τόνωσε την αυτοπεποίθηση και την αυτογνωσία της δραματουργίας μας και προσδίδει στον Κάρολο Κουν διαστάσεις εθνικού συντελεστή. Πώς να μην τον προωθήσει λοιπόν η λαϊκή συνείδηση προς τις σφαίρες του μύθου; 

Ο «Βυσσινόκηπος»

Ο «Βυσσινόκηπος» είναι ο μεγάλος σταθμός προς το Θέατρο Τέχνης. Στα δύο χρόνια που διήρκε-σε η Λαϊκή Σκηνή ανέβηκε μετά την Ερωφίλη η «Αλκηστη» του Ευριπίδη, ο «Πλούτος» του Αριστοφάνη, ο «Κατά φαντασίαν ασθενής» του Μολιέρου και τα «Πα-ντρολογήματα» του Γκόγκολ. Για δύο χρόνια αδρανεί με μόνες τις σκηνοθεσίες που κάνει στο Κολλέ-γιο. Η φήμη του όμως φουντώνει. Πολλοί είναι αυτοί που τον πολιορκούν. Απ’ τον χειμώνα του ’38 έχουν αρχίσει ζυμώσεις και πρόβες για τον «Βυσσινόκηπο». Με πολλές ελπίδες και εμπιστοσύνη επενδύεται η παράσταση. Η Μαρίκα Κοτοπούλη του παραχωρεί πρόθυμα τον ηθοποιό Αντώνη Γιαννίδη που ανήκει στο θίασό της. Μια μαρτυρία της Μαίρης Γιατρά για τις πρόβες του «Βυσσινόκηπου» είναι αποκαλυπτική και για μια άλλη τομή που κάνει τότε ο Κουν στο θέατρό μας: Θυμάμαι τα πάντα γι’ αυτή την παράσταση. Και πώς έδειχνε ο Κουν τον δικό μου ρόλο και πώς έδειχνε τους άλλους. Για το ρόλο της Βάριας, που έπαιξα εγώ, έκανε μια λεπτομερή ανάλυση (...). Ο Κουν αναζητούσε το συναίσθημα. Εδινε πολύ μεγάλη σημασία σε αυτό. Ζητούσε το νόημα που κρυβόταν πίσω από κάθε φράση, από κάθε λέξη. Επέμενε ιδιαίτερα σε αυτό και στην ατμόσφαιρα του έργου. Εγώ είμαι μαθήτρια του Ροντήρη. Εκείνε ήθελε τη φράση φόρμα. Είχε βέβαια και ο Ροντήρης συναίσθημα, αλλά ο Κουν αναζητούσε το συναίσθημα μέσα από χαμηλούς τόνους, από τη λέξη, τη φράση, από το κάθε τι. Π.χ. πάω να πάρω κάτι και σταματώ, παίρνω ένα αντικείμενο και σταματώ. Πώς μπερδεύεσαι την ώρα που μιλάς κάτω από μια συγκεκριμένη ψυχολογική κατάσταση (...) Τα πάντα γίνονταν στη σκηνή σαν να ζούσα... 

Προπομπός μιας νέας εποχής

Η μαρτυρία της Γ ιατρά είναι πολύτιμη και σημαδεύει την ανατροπή που προτείνει τότε ο Κουν στην υποκριτική. «Παίζουμε σαν να ζού-με. Αισθανόμαστε κάθε τι που λέμε και όσα γίνονται στη σκηνή, ρυθμοί, αυξομειώσεις, τόνοι, παύσεις να γίνονται όπως στη ζωή». Πράγματα πρωτάκουστα την εποχή εκείνη που θα ανοίξουν καινούργιους ορίζοντες στο θέατρό μας και θα δώσουν άλλη τροπή στην εξέλιξή του. Ο ελληνοκεντρικός εξπρεσιονισμός γονιμοποίησε τη θεατρική δημιουργία στον τόπο μας και βλάστησαν πολλές παραλλαγές και νέες ποικιλίες. Μετά μια περίοδο που ο Κάρολος Κουν σκηνοθετεί για λόγους επιβίωσης (από το 1939 παραιτείται απ’ το Κολ-λέγιο) σε άλλους θιάσους. Αρχικά με το θίασο της Κατερίνας Ανδρε-άδη («Εντα Γκάμπλερ») και μετά με την Κοτοπούλη για δυο χρόνια και δώδεκα έργα με κορυφαία παράσταση την Ηλέκτρα του Σοφοκλή. Πριν απ’ την ίδρυση του Θεάτρου Τέχνης, το 1942, ο Κουν επαναλαμβάνει τη συνεργασία του με την Κατερίνα.
Σκηνή από τον «Γυάλινο κόσμο» του Τένεσι Ουίλιαμς που παίχτηκε το 1946-47 στο Θέατρο «Αλίκη» σε μετάφραση του ποιητή Νίκου Σπάκα, σκηνοθεσία Κ. Κουν, σκηνογραφία Γιάννη Στεφανέλλη και μουσική Μάνου Χατζιδάκι. Στη φωτογραφία, ο Κάρολος Κουν ως ηθοποιός με συμπρωταγων ιστρια την Ελλη Λαμπέτη.

Η πρώτη εγκατάσταση του Θεάτρου Τέχνης ήταν στο θέατρο Αλίκης. Εκεί έκανε πρεμιέρα με την «Αγριόπαπια» του Ιψεν στις 7 Οκτωβρίου 1942. Οι ιδέες του, οι επιλογές του, οι επαναστάσεις του, οι αγώνες και οι αγωνίες του κλιμακώθηκαν από ’κεί και πέρα. Οσο για το μύθο του, ο Ελύτης τον είχε προφητέψει: Μια μέρα, όταν εμείς θα ’χουμε φύγει, οι άνθρωποι στους διαδρόμους και στα παρασκήνια θα μιλούν για την εποχή του Κουν. Οι ιστορικοί δίκαια θα τον συνδέσουν με μια καινούρια εποχή που ανέτειλε στον ελληνικό ορίζοντα γύρω στα 1935 για να ση-μάνει μια βαθιά αναγέννηση...

ΚΑΡΟΛΟΣ ΚΟΥΝ
7 ΗΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ
ΑΘΗΝΑ
1999


from anemourion https://ift.tt/2Xwowyg
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.