[Η επιστροφή] της Ρένας Πιττακή

Δώδεκα χρόνια. Κάθε χρόνο και μια επίσκεψη στο Α'. Είναι Αποκριές, οι μέρες συνήθως καλές, διασχίζοντας το Ζάππειο, προσπερνώντας θιάσους μικρών μασκαράδων, φτάνω στο μνήμα του Κουν. Εχει γίνει καταπράσινο, όπως παλιά η βεράντα του. Το τσιγάρο του εκεί, ο παπάς, οι δικοί του, οι φίλοι του που λιγόστεψαν, τα παιδιά της Σχολής - όχι όλα, λείπει και ο Ξανθίας...
Τέτοια εποχή φυσικά έχουμε και τα αφιερώματα: TV, περιοδικά, εφημερίδες. Εδώ επιστρατεύονται τα παιδιά του, οι «συνεχιστές» όπως ονομάζονται, παλιοί συνεργάτες και μαθητές (δύο μπορούν και δεν πρέπει να λείπουν από το μνημόσυνο). 
Από αριστερά: Η Εκάλη Σώκου, ο Κουν, η Ρένη Πιττακή και η Ειρήνη Ιγγλέση, το 1973, στην παρουσίαση του λευκώματος «Θέατρο Τέχνης 1942-1972».

«Σώσε σ’ ολόκληρο τον αδιάφορο κόσμο τ’ όνομά μου».
«Να τα πεις. Πώς έγιναν».
— Τι να πω;
Ο,τι θέλεις...
Τόσα χρόνια κοντά του, τόσοι ρόλοι, τόσες πρόβες, παραστάσεις, ό,τι θέλεις, πώς δίδασκε, για την προσωπικότητά του, εικόνες από την καθημερινότητα, βρες κάτι...
Πρέπει λοιπόν να ανασύρω ό,τι μπορώ από μια εποχή, από μια ζωή μέσα στο υπόγειο, από μια σχέση με τον Κουν μετέωρη και αντιφατική, αγχώδη, μυστήρια, μια τόσο δημιουργική και ζηλευτή εν τέλει...
Όχι, «αυτά δεν έγιναν για να τα πω εγώ», δεν παίζω τον ρόλο του Οράτιου· μάλλον τον Άμλετ συλλογίστηκα πως παίζω, καθώς έβγαινα ένα βράδυ, από το θέατρο «Θησείον», τον Άμλετ που βλέπει το φάντασμα του πατέρα του να επιστρέφει...
«Δες. Η μορφή του βασιλιά».
Η μορφή του πεθαμένου πατέρα. Του Δασκάλου. Είναι θλιμμένος. Θυμωμένος, αρματωμένος τα εμβλήματά του: Πίστη, Αφοσίωση, Δουλειά και Πάθος.
Εντολή του η υπεράσπιση του κόσμου του, του μύθου του· «Το Θέατρο Τέχνης». Τα όρια της επικράτειάς του έχουν διασαλευθεί, η τάξη των πραγμάτων και της εποχής του. Ερχεται τυλιγμένος σε καπνούς τσιγάρων ξαναθυμίζοντάς μου τον χαμένο του παράδεισο, την κληρονομιά του:
«Κάνουμε θέατρο για την ψυχή μας, για να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας. Το κοινό που μας παρακολουθεί και όλοι μαζί, να βοηθήσουμε να δημιουργηθεί ένας πλατύς, ψυχικά πλούσιος και ακέραιος πολιτισμός στον τόπο μας».

«Να με θυμάσαι». 

Κάποτε η παρουσία του με κινητοποιούσε, με έβγαζε από την αδράνεια και την αμφιθυμία μου, με έριχνε στη μάχη αναθέτοντάς μου ρόλους. 
Σήμερα, «άδεια κι ονειρική», με αμηχανία και σύγχυση ακούω τον λόγο του, αναζητώ το νόημά του. Η επιθυμία μοιάζει εξόριστη απ’ τη σκηνή του κόσμου, «ο κόσμος γέρνει γκρεμίζεται» από καιρό έχει αρχίσει το πέρασμα του Φόρτεμπρας από τη γη μας, και καθώς το Φάντασμά μου απομακρύνεται, μένω να αναρωτιέμαι πως θα ’ναι άραγε το πρόσωπο του Φόρτεμπρας που έρχεται, κι αν έχει θέατρο, πως θα ’ναι το θέατρό του;


from anemourion https://ift.tt/3b1f6P2
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.