«Ο ΔΟΝ…ΠΕΠΙΤΟ…!» ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ Κ. ΜΩΚΟΥ


      Η Τέχνη νικά τη δύναμη, ακόμα και την…ανδρεία!.(Κάπως αλλιώς το λέμε ,αλλά άμα το γράψουμε θα πάμε…φυλακή!).Το παραδέχεται όλη η κοινωνία. Διότι άλλο δύναμη και άλλο…τέχνη!. Ιδίως όταν είναι…εμπειρική. Όπως του «Δον Πεπίτο», κατά κόσμον Κοσμά Γκιρκιζάκη του Νικολάου και της Δήμητρας.

    Πιτσιρικάς 13χρονος ήταν ο Κοσμάς και είχε γείτονα ένα Ρουμάνο τον Φλόραν. Έπαιζε ό μικρός, όπως και άλλα παιδιά της ηλικίας του στη μεγάλη  αλάνα δίπλα από την «Ναυσί»στο Πέραμα, όταν ένα απόγευμα ο Φλόραν τον πλησίασε και του είπε.

-Μικρέ θέλεις να βγάλεις λεφτά;

-Αμέ!. Αν θέλω λέει;

   Και του άρχισε….φροντιστήριο ο Φλόραν!. Μια εβδομάδα τον…εκπαίδευε στην τέχνη της κλοπής-του ξαφρίσματος (σ’αυτά οι Ρουμάνοι είναι …«μανούλες»,πρώ   τοι στον κόσμο!).Υστερα βγήκαν μαζί…παγανιά!.Πρώτη….δουλειά στα αστικά λεωφορεία. Μεσημέρι, κίνηση, σαν σαρδέλες στριμωγμένοι  ο ένας πάνω στον άλλο οι επιβάτες, ξάφριζε το πορτοφόλι ο Φλοράν, με τρόπο τό‘δινε στον μικρό, τό’ριχνε εκείνος στην τσάντα τη σχολική που κρατούσε και στην επόμενη στάση    κατέβαιναν μαζί σαν πατέρας και γιός και ποιος να τους υποψιαστεί;Τα ίδια και σε μέρη πολυσύχναστα, όπου πολυκοσμία, όπως στα γήπεδα, στα market,ακό  μα και σε εκκλησίες.Εμπαιναν μαζί μαζί σ’όλους αυτούς τους χώρους, έκλεβε    ένα πορτοφόλι ο Φλόραν,έκανε νόημα στον Κοσμά,έλεγε εκείνος … «μπαμπά…  τσίσα  μου!»,τον έπαιρνε στα γρήγορα ο Φλόραν,τάχα μου να τον πάει τουαλέτα και ..από’δώ πάνε…οι άλλοι!.

   Και συνεχίζονταν η…δουλειά, είχε …ψιλοχαρντζιλικάκι-λεφτουδάκια  ο Κοσμάς κι’ ανάμεσα στ’άλλα ,κάτι παγωτά και κάτι..μαντζούνια ,έπαιρνε κι’ένα περιοδικό και διάβαζε ιστορίες του «Μικρού Σερίφη», που πολύ τον γουστάριζε.

       Έβλεπαν οι συνομήλικοί του το περιοδικό και τον κορόιδευαν:

-Τι διαβάζεις εκεί  ρε …κολοκύθα; Τι είναι αυτό;

-Ο Πεπίτο ρε, ο ένδοξος «Δον Πεπίτο Κονζάλες» που είναι πολύ ωραίος, δυνατός και γενναίος,…γίγαντας , ρε βλάκες.
                                                                                                                   
         Ο Πεπίτο, ο Πεπίτο και του…έμεινε του Κοσμά το παρατσούκλι… «Ο Δον Πεπίτο»!. Έτσι τον γνώρισε και το…συνάφι,η…πιάτσα!.

     Και μεγάλωνε ο Κοσμάς, έκοψε, σταμάτησε τα σχολείο, έπεσε στα…μέσα και στα…έξω της αλητείας, μέχρι που έφτασε τα 19, πήγε φαντάρος,…ξάφρισε το πορτοφόλι ενός επιλοχία, τον έπιασαν στα πράσσα, πήγε 8 μήνες… βόλτα στις Στρατιωτικές Καβάλας και κάποια στιγμή πήρε εκείνο το…έρμο …το χαρτί και κατέβηκε στον Περαία. Τι να κάνει-τι να…ράνει, παλιά μου τέχνη κόσκινο!. Ο,τι έβλεπε το…μάτι του, δεν το άφηνε το…χέρι του!. Μόνο  που  τώρα  μεγάλωσε το…ρεπερτόριό του. Έφυγε απ τα..λίγα,τα …λιμά, τα πορτοφόλια κ.λ.π., έπεσε σε κάτι…γκαστρωμένες γυναικείες τσάντες, σε ρολόγια, σε ασημικά και…λοιπά πολύτιμα αντικείμενα αξίας.Εκεί ήταν τα λεφτά.Έφτιαξε και την…ομάδα του,και έμπαιναν δυο τρεις στα μαγαζιά,απασχολούσε ο ένας τον υπάλληλο και οι άλλοι ξάφριζαν…ψείριζαν ό,τι…ενδιαφέρον. Είχαν και …κολλεγιά με κάτι…πονηρούς σαράφηδες (άλλοι απατεώνες αυτοί!)…έσπαζαν, πουλούσαν τα κλοπιμαία και ..πορεύονταν.

          Είναι τώρα ένα μεσημέρι, πάει  στο περίπτερο για τσιγάρα ο Κοσμάς και μπροστά  του κάποιος κύριος  γραβατωμένος  και  ντυμένος…εξαντρίκ!,…στην πέννα.Ψώνισε,κάτι ψώνισε ο άνθρωπος,έβγαλε το πορτοφόλι του να πληρώσει και τότε φαρδειά-πλατειά φάνηκαν μέσα…ξαπλωτά κι’αναπαυμένα τρία τέσσερα    …πράσινα και ένα κόκκιν χαρτονόμισμα.Τα μπάνισε ο Κοσμας…χαλίστηκε…θα    μπώθηκε από το χρήμα και μάλιστα…μοστραρισμένο,όταν άκουσε μέσα του μιά   φωνή που τον…έσπρωχνε,τον παρακινούσε:

-Γιατί αυτός να  τάχει και συ …βέρντζινος, να ψωμολυσσάς. Μην είσαι  κορόιδο, μην κολώνεις…τώρα είναι η ώρα, η ευκαιρία, κάνε κάτι,κάνε …κάτι!.Κάνε αυτό που ξέρεις!.

      Και έβαλε μπροστά το σχέδιο . Ακολούθησε τον κύριο,που σταματημένος στο φανάρι,περίμενε να περάσει απέναντι. Έπεσε…τυχαία πάνω του, είπε ένα μπαρντόν και έκανε όπως ήξερε τη…δουλειά του!. Ύστερα πήγε πιο πέρα, άνοιξε το πορτοφόλι, είχε μέσα τα λεφτά, γύρω στα 350 ευρώ, μια ταυτότητα, διαβατήριο και μια κάρτα που έγραφε: «Νικόλαος Δραμάσης, Εισαγγελεύς Πρωτοδικών. Και τηλέφωνο και διεύθυνση οικίας κ.λ.π.

   Δεν πίστευε στα μάτια του…ταράχτηκε ο Κοσμάς και έπεσε σε δίλημμα, μεγάλο δίλημμα,ταλαντεύονταν.

-Ρε συ τα λεφτά δεν είναι πολλά, αλλά τα άλλα, ταυτότητες, διαβατήρια κ.λ.π. τι να τα κάνω, θα πάω και  θα τα δώσω του ανθρώπου που είναι  και εισαγγελέας  .     Που ξέρεις,μπορεί καμμιά φορά να πέσουμε και στην…πλώρη του.    .

     Ήρθε το απόγευμα, διεύθυνση τάδε και …τάδε και κτύπησε το κουδούνι ο Κοσμάς. Ακούστηκε από μέσα μια γυναικεία φωνή:

-Ορίστε, ποιόν ζητάτε, τι θέλετε;

-Τον Κο Εισαγγελέα.

-Περάστε στον 4 ο όροφο.

    Ανέβηκε ο Κοσμάς  και άνοιξε η πόρτα.

-Είστε ο Κος Δραμάσης, ο εισαγγελέας.

-Ναι παιδί μου εγώ είμαι, αλλά τι θέλεις;

-Είχατε ένα πορτοφόλι, το χάσατε, το βρήκα και σας το έφερα. Δικό σας δεν είναι;Αυτό δεν είναι; 

Είναι μέσα και τα χρήματα.

-Τι μου λες παιδί μου, ούτε που το έχω καταλάβει. Μπράβο σου, συγχαρητήρια. Πως και έγινε αυτό;

-Να, σήμερα το μεσημέρι, που ήσαστε στον Πειραιά, στεκόσαστε σε ένα φανάρι και κάποιος έπεσε πάνω σας.

-Κάτι θυμάμαι.Και λοιπόν;

-Να, ερχόμουν πίσω σας και είδα που σας έπεσε το πορτοφόλι. Αλλά δεν σας πρόλαβα να σας το δώσω γιατί φύγατε.

-Και πάλι μπράβο παιδί μου, αλλά πάρε σε παρακαλώ αυτά τα 100  ευρώ, για τον κόπο και τα έξοδα που έκανες για νά’ρθεις έως εδώ

-Δεν είναι ανάγκη κύριε,άνθρωποι είμαστε.Είναι να μην σου τύχει!.

      Είπε ο Κοσμάς «δεν είναι ανάγκη», επέμενε ο Εισαγγελεύς, τσέπωσε την …κατοστάρα ο…δικός σου και…βούρ ,…μπουχός για τον Περαία.

           Στην…ξέρα και την αφραγκία ο Κοσμάς ,περνούσαν οι  ημέρες όταν  με τα…φιλαράκια του σχεδίασαν μια…δουλειά. Τέσσερις ξημερώματα ,μπούκαραν σ’εκείνο το  κοσμηματοπωλείο  και ετοιμάζονταν  να…φορτώσουν, όταν από το πατάρι πετάχτηκε ο ιδιοκτήτης με μια καραμπίνα,πάτησε και ένα κουμπί, έκλεισε αυτόματα πίσω τους το ρολλό στην είσοδο,κλείστηκαν μέσα, πιάστηκαν σαν ποντικοί στη φάκα, ήρθαν και δυο…ασπρούλες και τους φόρτωσαν.

     Αυτόφωρο και στο εδώλιο τα τρία φιλαράκια. Βάρεσαν τα κουδούνια μπήκαν και κάθησαν στις θέσεις τους οι δικαστές, γύρισε ο Κος Εισαγγελεύς κοίταξε τους κατηγορούμενους και σταμάτησε το βλέμμα του στον Κοσμά.

-Εσένα κάπου σε ξέρω, κάτι μου θυμίζεις.

-Έτσι είναι κύριε Δικαστή, είμαι αυτός που βρήκε το πορτοφόλι σας και σας το παρέδωσα.

-Α, μάλιστα, αλλά γιατί ρε παιδί μου;  Βλέπω εδώ την δικογραφία. Γιατί πήγες κι’έμπλεξες σε τέτοιες ιστορίες;

-Τι να πω Κε Δικαστή; Ανθρωποι είμαστε.Είναι να μην σου τύχει!.-

     Και χαμογέλασε ο Πρόεδρος και ρώτησε τον μηνυτή:

-Σας κλέψανε κάτι ,σας λείπει κάτι από το μαγαζί κύριε κοσμηματοπώλη;

-Όχι Κε Πρόεδρε δεν πρόλαβαν.

               -Άρα δεν υπάρχει αντικείμενο, προϊόν εγκλήματος.«Αδικοπραξία εν αποπείρα!».Οπότε εις τους  κατηγορουμένους επιβάλεται 5άμηνος φυλάκισις  με αναστολή και να επισκευάσουν άμεσα τις κλειδαριές που διέρρηξαν!.Κατά τα λοιπά κηρύσσονται αθώοι.

      Είπε ο Δικαστής «κηρύσσονται αθώοι», βγήκαν από την αίθουσα ο Κοσμάς με τα φιλαράκια του τράβηξαν κατά Λεμονάδικα μεριά και απορημένος ο ένας ρώτησε:

-Ρε συ Κοσμά πώς κι’έγινε αυτό και αθωωθήκαμε;

-Μάγκες ..σαρμάκο, τουμπεκί  και  πάμε  για…άλλα. Ας είναι  καλά ο…«Δον Πεπίτο» και το πορτοφόλι. Οχι ρε, εσείς να τα βλέπετε αυτά που λέτε πως οι  Δικαστές είναι άκαρδοι!.  Γειά σου κύριε εισαγγελέα τσίφτη!.—

Share on Google Plus

Σχετικά με Καλύτερη Λαμία

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου