«ΜΕΓΑΛΟ ΤΟ…ΣΧΟΛΕΙΟ…!» ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ Κ. ΜΩΚΟΥ


  Μεγάλο σχολείο ο στρατός!. Πραγματικά μεγάλο και μυστήριο!. Αλλους τους φτιάχνει, άλλους τους…χαλάει κι’άλλους τους..ξυπνάει η τους… παραξυπνάει!…

                Όπως τον Θέμη τον Καλλόγιανο απ’το νησί ,που παρουσιάστηκε στο Τάγμα…ψάρακας, απονήρευτος και …βγήκε…πονηρεμένος,ειδικός. Και βέβαια εδώ…παίζει το …γνωστόν: «Μ’όποιον δάσκαλο καθήσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις!».

-Το Λύκειο είχε βγάλει ο Θέμης, παιδί σεβαστό, ήσυχο και σεμνό από οικογένεια στο νησί γενιές και γενιές σεβαστή και με εκτίμηση.

       Ήρθε η μέρα και με το απολυτήριο στο χέρι ο Θέμης, αντί να γυρίσει στους δικούς του, τους έστειλε μήνυμα.

-Πάτέρα, μάνα, εγώ θα μείνω στον Πειραιά. Γνώρισα και τον Γρηγόρη, ένα φιλαράκι απ’το στρατό και θα κάνουμε μαζί δουλειές, σοβαρές δουλειές. Έτσι μου είπε.

       Και περνούσαν οι ημέρες, πέρναγε ο καιρός, αλλά από…δουλειές…τζίφος.

 -Εντάξει ρε Γρηγόρη, καλά ξηγηθήκαμε, καλά ήρθαμε κι’αράξαμε εδώ. Εσύ τον Περαία τον ξέρεις, κάτι πρέπει να κάνουμε, αλλιώς είμαστε για …τα κουνέλια!. Δεν μου είπες πως έχεις …άκρες, πως θα βολευτούμε;

-Κάτσε και θα δείς!

-Τι κάτσε και θα δείς;. Αμα σύντομα δεν τακτοποιηθούμε εγώ γυρίζω πίσω στο νησί,στο μαγαζί.

-Ποί μαγαζί ρε, για ποιο μαγαζί μου μιλάς ρε συ; Κολλητέ, δεν μου τά’ χεις πεί όλα.

 -Κοίτα, σε μια απόμερη και όμορφη παραλία στο νησί έχουμε ένα μικρό μαγαζί σαν καφενείο σαν ουζερί, κάτι τέτοιο. Το δουλεύουν ο πατέρας μου και η μάνα μου και ειδικά το καλοκαίρι που έχει κίνηση κάτι γίνεται.

-Σώπα;

-Τι σώπα ρε. Πως νομίζεις πως ζούμε και πως τη βγάζουμε χρόνια τώρα πως μεγαλώσαμε εγώ κι’ή αδερφή μου; Πως την σπουδάσαμε δασκάλα ρε; Όλα απ’το μαγαζάκι, που λέει ο λόγος.

 -Και για νά’χουμε καλό λόγο ρε Θεμάκο, γουστάρω να πάμε καμιά βόλτα.

 Δεν πάμε ρε κατά-κεί να κάνουμε και κανένα μπάνιο ρε φίλε ,που είναι και καλοκαίρι; Έτσι ρε να σε δω και με το μαγαζί σου;

 -Και δεν πάμε;

     Και, ε’…για μολα, ε…γιαλό ανέβηκαν στο πλοίον και σε πέντε ώρες πάρτους στο νησί. Και έσκασαν στο μαγαζί, παράτησε τα τηγάνια η κυρα Αρετή η μάνα του Θέμη και τον αγκάλιασε.
-Που είσαι πουλάκι μου, τι έκπληξη είναι αυτή; Που είσαι θησαυρέ μου; Σκούπισε κι’ο πατέρας του ο κυρ Θανάσης τα χέρια του στην ποδιά του και τον …προυπάντησε.

-Αντε ρε, καλός πολίτης, καλό μυαλό και να κόψεις και λίγες αηδίες. Τώρα καθήστε να πιείτε μια μπυρίτσα να ξεκουραστείτε, έχουμε δουλειά και θα τα πούμε μετά.

    Δεν πέρασε ούτε δεκάλεπτο και φάνηκε χαρούμενη και στην τρεχάλα και η δασκάλα,η αδελφή του Θέμη.Κορίτσαρος στα 26 της, έπεσε πάνω του και τον αγκάλιασε.

-Θέμη μου, Θεμάκο μου, αδελφούλη μου!. Πόσον καιρό έχω να σε δω;

    Είδε, έκοψε…κατάσταση και θαύμασε ο Γρηγόρης, κάτι πήγε να πεί, αλλά ο βήχας του κομμένος.

-Μάγκα, τα μάτια σου χαμηλά-αλλού, θα στα βγάλω, θα σε κάνω…Πολύφημο!. Κοίτα αλλού ,όχι την αδερφούλα μου. Εδώ δεν έχει ούτε…προσφάι!. Γκέκε;

-Γκέκε ρε φίλε.

    Κοίταγε γύρω του, έβλεπε και δεν πίστευε ο Γρηγόρης. Το μαγαζί ίσα με 50 τετραγωνικά,χωμένο μέσα στα πεύκα.Ακριβώς μπροστά ένας θεόρατος πλάτανος κι’άπό κάτω 10 τραπεζάκια με κόσμο, πολύ κόσμο. Γύρω στα 8-9 μέτρα μπροστά μια χρυσοαμουδιά, η θάλασσα να αφρίζει και το ιώδιο να σε πνίγει, να σε παίρνει από τη μύτη, να το φχαριστέσαι.

-Ρε σύ Θέμη αυτό εδώ είναι παράδεισος κι’εσύ θέλεις να την κάνεις γι’αλλού;

-Αδερφέ, παράδεισος είναι τώρα κατακαλόκαιρο που έχει και δουλειά. Άντε να πιάσει το φθινόπωρο και ο χειμώνας και θα δείς; Εδώ ρε που λές στον  πράδεισο τότε δεν πετάει ούτε…γλάρος.

 -Και τότε γιατί δεν το αλλάζεις ρε, γιατί δεν το γυρίζεις σε ποτάδικο; Έτσι να πιάνεις και τίποτα χειμερινούς; Εκεί είναι τα λεφτά ρε φίλε, στα ποτά. Άσε που σ’αυτά έχουμε και άκρες!.

 -Δηλαδή;

-Κάνε εσύ την κίνηση κι’εδώ είμαστε. Τότε θα σου πώ.

      Και έγινε οικογενειακό συμβούλιο και είπε ο πατέρας του Θέμη:

-Ακου παιδί μου, το μαγαζί είναι αυτό που ξέρεις. Με τη μάνα σου το δουλεύουμε 30 χρόνια τώρα και μας έδωσε ψωμί. Απ’αυτό σας μεγαλώσαμε με την αδερφή σου, μ’αυτό ζήσαμε κι’όσα βγάζαμε και βγάζουμε μας φθάνουν. Αν έχεις σκοπό να ασχοληθείς σοβαρά, εμείς είμαστε κουρασμένοι, πάρτο, σκέψου και προχώρα, κάμε ό,τι θέλεις. Εμείς θα είμαστε μαζί σου. Μονάχα σ’ό,τι κάνεις, να είσαι καθαρός. Και,που είσαι; Μην πάς για τα πολλά!.

  Ύστερα μίλησε ο Θέμης με τον Γρηγόρη.

-Ρε Γρηγόρη, το αποφάσισα, το μαγαζί γυρίζει σε ποτάδικο, αλλά ρε συ, κάτι μου είπες για κάτι…άκρες!.

 -Ακου φίλε, τα ποτά είναι …πατέντα μυστήρια,έχουνε λεφτά -πολλά λεφτά, αλλά θέλουνε και κουμάντο.

-Δηλαδή;

 -Να, λεφτά με τα ποτά βγαίνουν και βγαίνουν μπόλικα όταν κάνεις και κάτι…μα
λαγανιές!.

 -Που σημαίνει;

-Ακου να σου τα πω. Εγώ έχω έναν ξάδελφο στο Αιγάλεω που έχει εργαστήριο, σαν χημείο να πούμε, που φτιάχνει ποτά ιμιτασιόν, μισογνήσια. Αυτά τα ποτά σε τιμή είναι τι 1/3 από ότι έχουν τα γνήσια. Θα τον παίρνουμε τηλέφωνο να μας στέλνει απ’αυτά τα ποτά. Στην αρχή λίγα σε μπουκάλια χωρίς ετικέτες. Όταν στο μαγαζί θα καταναλώνουμε τα γνήσια, θα βγάζουμε τα σήματα από τα μπουκάλια με τα γνήσια και θα τα κολλάμε σ’αυτά τα μη γνήσια. Έτσι θα τα σερβίρουμε χωρίς ο πελάτης να καταλαβαίνει πως αυτό που πίνει είναι…μαιμού. Κατάλαβες;

      Και το γύρισε το μαγαζί ο Θέμης. Ούτε τηγάνια, ούτε τσίπουρα, ούτε τίποτα. Κανένα καφεδάκι τα πρωινά και από το βραδάκι και μετά..χαμός. Φούλ τα ντεσιμπέλ,φούλ τα φωτορυθμικά, νεολαία, χορός, θόρυβος και ποτά, πολλά ποτά.

        Έσκιζε το μαγαζί, πολύ το χαρτί, εξαλοσσύνες και τα συναφή, μέχρι εκείνο το βράδυ που ένα ομορφοθήλυκο Γερμανιδάκι ήπιε, ήπιε, έκασε κάτω και έβγαζε αφρούς απ’το στόμα.

       Αναστάτωση, ταραχή, αστυνόμοι, χημεία, τραβήγματα, στη…σέντρα ο Γρηγόρης, στη…σέντρα ο…ξάδελφος ο…χημικός απ’το Αιγάλεω, στη…σέντρα και ο Θέμης.

    Αχ ρε Θέμη που δεν λογάριασες τι σου είπε ο κυρ Θανάσης ο πατέρας σου: «Να είσαι…καθαρός. 

Και,πού είσαι; Μην πας για τα πολλά!». 

 Αχ, ρε Θέμη!….


Share on Google Plus

Σχετικά με Καλύτερη Λαμία

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου