Header Ads

«Ο «ΜΑΙΚΛ» ΑΠΟ ΤΟ…ΦΙΣΚΑΡΔΟ…!» ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ Κ. ΜΩΚΟΥ


                                       «Αδερφό γιατρό κι’αν έχεις,
                                         το τυρί…καθάριζέ το…!.-

                                         (Κεφαλλονίτικη παροιμία).-

      Δεν είναι …βλάχος ο Θεός!.Ξέρει τι έκανε και ξέρει τι κάνει.Επιασε και έφτια   ξε σοφά τον κόσμο.Και δέντρα και νερά και θάλασσες και νησιά.

       Εφτιαξε και την Κεφαλλονιά.Πανέμορφη,μυστήρια,παράξενη η Κεφαλλονιά,   ιδιότροποι ,πανέξυπνοι…λογάδες και καπάτσοι οι Κεφαλλονίτες.

        Μηχανεύονται ό,τι δεν φαντάζεσαι,τσακώνονται για το…τίποτα,κογιονάρει ο  ένας τον άλλο,ύστερα μονιάζουν,παίρνουν τις κιθάρες και …«Εις τον αφρό της Θάλασσας  η αγάπη μου κοιμάται!... ο!ο!ο!».

         Παράτησε το Φισκάρδο ο Γεράσιμος,πέρασε τον Ατλαντικό και είπε να βρεί  την τύχη του.Πιατάς ο Γεράσιμος (η πρώτιστος! συνήθης εργασία του μετανάστη εις το…Αμέρικα!),μούλιασαν πέντε χρόνια τα χέρια του στη λάντζα,απήυδησε και   είπε μέσα του:

-Και γιατί ,ωρέ οι άλλοι κάνουν τόσες δουλειές;Ποιος είμαι εγώ;Είμαι ωρέ εγώ ο  Κεφαλλονίτης απ’το περήφανο Φισκάρδο που δηλαδή θα πεθάνω μια ζωή  στα …πιάτα;

        Και λογάριασε, στιμάρισε τα...κόζα,σκέφτηκε,μάδησε την …κούτρα του να κατεβάσει ιδέες και έβαλε σε…γραμμή το..σχέδιο!.

         Ποδιά …τιραντάτη απ’το λαιμό ως τα μπούνια!.έσιαξε-ταίριασε και φόρεσε   σκούφο αρχιμάγειρα ολόλευκο ,παστρικό , χιονάτο και …αψηλό,που στη μόστρα  του έγραφε Michael The Best!.

         Πήρε κι’ένα καρότσι,απάνω μια βιτρίνα,στις δυό απάνω γωνιές της δυό ση  μαίες-μια αμερικάνικη και μια ελληνική-στήθηκε γωνία 52ης   και πούλαγε χοτ-ντό  γκια  στους περαστικούς.(Η μισή Αμερική τρέχει-τρέχει και δεν προλαβαίνει,γι’αυ   το και τρώει στο…πόδι,στον δρόμο,απ’αυτά που εμείς εδώ τα λέμε «βρώμικα!».).

         Υστερα  το καρότσι έγινε καντίνα και η καντίνα μαγαζί,γωνιακό παρακαλώ!.
Εγραφε και η επιγραφή  «Greece .Kefallinia Island. The wonderfoul!» κι’ ο κό   σμος ,η πελατεία ..μελισσοσμάρι!.

          Ωραία στημένο το μαγαζί,κάποιος έγραψε σ’έναν τοίχο «Κεφαλλονίτικος πα  πάς…τα δώδεκα  Ευαγγέλια τα βγάζει..δεκατρία!»,ρωτούσαν οι Αμερικάνοι «Wat  is that ?» έκανε το…εξπλέιν ο Γεράσιμος,έσκαζαν όλοι στα γέλια και γέμιζε ο…   μπεσαχτάς του Γεράσιμου.

           Το είχε…εμπαιδώσει καλά το …θέμα ο Γεράσιμος: «Η Αμερική είναι για μπίζνες .Πούλα όποτε ,όπου και ό,τι θές ,ακόμα και…αέρα,αρκεί να πληρώνεις   τους φόρους!».

         Βαριούνται οι Αμερικάνοι τα μακρόσυρτα ονόματα και ο Γεράσιμος έγινε    …Μάικλ και πολύ το γουστάριζε και καμάρωνε σαν…γύφτικο σκεπάρνι!.

          Και πέρασαν τα χρόνια,έκανε γερή σερμαγιά ο..Μάικλ,έφτασε τα 55 και   είπε:

-Ωρέ ,καλά είμαι ,καλά πέρασα και λεφτά έκαμα.Ωρε ,θ’αφήσω εδώ τα κόκκαλά μου;Η Αμερική είναι για τους Αμερικάνους.Για μας είναι η Ελλάδα.

           Μιά ο νόστος για την πατρίδα και το νησί,μιά η κυρά του που δυσκολεύο  νταν στη γλώσσα,στα μάρκετ και στην… κλεισούρα,το συζήτησε,το αποφάσισε  και κάποιο απομεσήμερο τα..φόρτωσε και…έσκασε με τα… μπαγκάζια στην πατρίδα.

          Και βρέθηκε στην Κεφαλλονιά,αναψε ένα κερί στον Αγιο,χαζομίλαγε με  πολλούς από τους ντόπιους συντοπίτες του,τράβαγε τις βόλτες του κι’’αιντε να   περάσει  η μέρα,άντε να περάσει η νύχτα και να έρθει το πρωί.

         Ως εκεί ,ώσπου ένα απόγευμα βγαίνοντας από ένα προποντζίδικο πέφτει  απάνω στον Γιώργη τον Ατζουλάτο.

        Κοντοξάδερφος ο Γιώργης,είχανε καιρό να βρεθούνε,ήπιαν από κανα –δυό   …ρομπόλες  και ρώτησε ο Γιώργης:

-Ωρε ξάδερφε,παίζεις;

-Να,κανένα Κίνο,κανένα στοιχηματάκι 5,10 ευρώ ,να περνάει δηλαδή η ώρα.Τί να  κάνεις ωρε ξάδερφε να..χαλαλίζεσαι στσή βόλτες στα καντούνια (σοκάκια) και τα   καταπόρια (στενά δριμάκια);Να κλωθογυρίζω (να περιφέρομαι) σαν κογιάμπαλο  (σαν τον χαζό),σαν δεούτελο (βλάκας,άχρηστος),χωρίς σκοπό μονητάρως (όλως  διόλου).Ισα να κοτσάρω (να παίρνω απάνω μου!).

-Λογάτε (σαν να λέμε) αηδίες ωρέ ξάδερφε.

-Τι αηδίες ρε Γιώργη;

-Ναίσκε ρε ξάδερφε  αηδίες,αυτά δεν είναι για σένα,δεν είσαι κανένα κογιόνι(κο  ρόιδο),για σένα αυτά είναι παιξίματα μικρά,αλλού είναι τα λεφτά.

-Και πού είναι τα λεφτά;

-Στο Ιπποδρόμιο.Εκει είναι το χρήμα,το χοντρό χαρτί.

-Δηλαδή ; Και τι ξέρεις εσύ από ιπποδρόμιο;

-Το γάλα τσι μάνας τους.Ούλα και ούλους τους ξέρω.Και τα κόλπα και πως γίνε  ται το παιχνίδι.Και τους αναβάτες ούλους.Τον Κεράτσα,τον Σωτηρόπουλο,τον Κα  ζάκο και τον Φορτετσανάκη και τον Γάλαρη.Ούλους και ούλα τα ξέρω.Και τους… σταυλίτες κατά τα καβάλια (τα άλογα),ούλα! .

-Τι μου λές;;

      Μια ζωή μπρόκος(μπατίρης),μπόμπολας (σαλιγκάρι),μούτρο,μάρκα και … αλογομούρης ο Γιώργης,μια ζωή στο..ψάξιμο,πώς να βρεί το...κολάι και να τα…  πάρει,μυρίστηκε ψητό και σου λέει:Εδώ είναι το …ψαχνό!.

       Ρωτούσε ο Γεράσιμος και εξηγούσε ο Γιώργης:

-Να ,βάζεις τόσα,παίρνεις κι’άλλα τόσα,κάνεις συστήματα παίρνεις κι’άλλα.Αλλά το μεγάλο κόλπο είναι αλλού!.Κι’αν το κάμουμε θα με μερετάρεις(θα μ’ευγνωμο  νείς.Να ξεφύγουμε ωρέ ξάδερφε,να γίνουμε ανθρώποι,να μην μετρούμε κάθε με  ρα μιόβολα (πεντάρες).Να αράξουμε,μπάς και φάμε κι’εμείς τίποτα γκραβιολες    (ακριβά,μοναδικά  κεφαλλονίτικα φρούτα με έξοχη γεύση!).

-Πού και πώς ωρέ Γιώργη;

-Να,σε μια βδομάδα γίνεται το ετήσιο «Σουήπ-Στέικ,το μεγάλο έπαθλο.Ποντάρεις  και ανάλογα με τη σειρά τερματισμού των αλόγων παίρνεις τα διπλάσια,τα τριπλά σια η τα παίρνεις ούλα.Αρκεί να έχεις άλογο ,να το ξέρεις κι’εκείι να ποντάρεις.

    Χείμαρος,ποταμός στην κουβέντα ,ντοπιολαλίστικα,κεφαλλονίτικα τα έλεγε και τα ξανάλεγε ο  Γιώργης:

-Ωρε ξάδερφε ,τσι κουζουλάθηκες; Ντίπ αλλαχτός (τελείως χαζός) είσαι;Και μην αλαξομουδιάζεις αλλάζεις όψη).Τριάντα τόσα χρόνια έφαες,αλαλιάστηκες,ξόδε   ψες  τα νιάτα,τη ζωή σου στο Αμέρικα κι’ακόμα δεν κατάλαβες ότι «Τα λίγα βγαί  νουνε με κόπο και τα …πολλά με…κόλπο!...». Για να απικάρεις (να κερδίσεις,  να κονομήσεις),πρέπει να ατζαρδίσεις (να τολμήσεις).Αμπατάρεις(καταλαβαίνεις  τι σου λέγω;).Καιρός για αμόντε (να πάμε γι’άλλα) ωρέ ξάδερφε.Αν βέβαια με αφι   δεύεσαι(με εμπιστεύεσαι;).Γκιούστα (λόγω τιμής),βαραμέντε (μα την αλήθεια),εσύ  γαλεντόμος (ανοιχτοχέρεις) είσαι.Τί έχεις να φοβηθείς;Γιαπηνομήσου  (για χατίρι σου,για πάρτη σου) άλλωστε θα γίνει ό,τι γίνει.Ζωή είναι τούτη ωρέ ξάδερφε;Ανοι  κονομησιά,ανεμοφούρφουλας(ανεμοστρόβιλος),ανασβολιές(αναποδιές)όλη μέρα;  Ολη μέρα στην γιωμάρα(στην ψύχρα),στη γρούσπα(στην ρουφήχτρα;).Ωρε έτσι που βιταρίζουμε(που ζούμε),σαν τα βασταγούρια(τα γαιδούρια) καταντήσαμε ξά  δερφε,καλό νά’χεις και …δόξα τον Αγιο!.(Τό’χουν οι κεφαλλονίτες:Αμα σε πάρουν  μπροστά στη..λογοδιάροια είναι ικανοί ν’αρχίσουν την κουβέντα Σάββατο και να  την τελειώσουν…Δευτέρα!.Αρκεί να μην πέσεις στην…πλώρη τους!).

     Λόγο στο λόγο,ζαλίστηκε,ψιλοβουρλίστηκε (ψιλοτρελλάθηκε) ο Γεράσιμος,το σκέφθηκε και είπε την κουβέντα του:

-Ε’, ωρέ Γιώργη,αφου είναι όπως τα λές,να παίξουμε κι’εμείς.Εμείς τι είμαστε δη  λαδή;Κουνέλια τσι πλάκας,απολειφάδια είμαστε;

    Εκανε την ντρίπλα του ο Γιώργης και είπε:

-Δεν ξέρω ξάδερφε,αλλά άμα το αποφασίσεις,εδώ είμαι εγώ!.Απόστα (όλα στην   ώρα τους) ξάδερφε και μην αρτσάρεις (αλαφιάζεσαι).Ασπέτα (περίμενε) ξάδερφε.  Όλα όμως τούτα, στο ξανάπα,θέλουν ατζαρδάρισμα(τόλμη) και να κουταίζεις(!)να  ρισκάρεις.)

     Πήγε σπίτι του ο Μάκλ,το σκέφθηκε,το ξανασκέφθηκε και πήρε τηλέφωνο τον Γιώργη και συναντήθηκαν.                                                                                       

- Και τι μπεκανότα (πόσα λεφτά) χρειάζονται ωρέ ξάδερφε γι’αυτό που λέγαμε;     -Οσα θέλεις,όσα διαθέτεις,εσύ ξέρεις.Εσύ ποστάρεις,δεν ποστάρεις;(εσύ έχεις,  δεν έχεις;).Υστερα σε ξέρω,εσύ είσαι  κιασάτος (παλληκάρι).Δεν είσαι;

    Σαν να θίχτηκε ο Γεράσιμος με το «όσα διαθέτεις» και το «εσύ έχεις,δεν έχεις;»  τον πήρε το εγωιστικό το κεφαλλονίτικο και είπε:                                                     

-Γιώργη θα παίξουμε 30.000.Εχουμε,ξέρουμε το cavalo (το άλογο;).                     

–Πρώτο και καλλίτερο.Αστραχάν το όνομά του.Μόνο που πρέπει να έχουμε το…  μπαγιόκο-τα λεφτά ως την Παρασκευή.Την Κυριακή γίνεται η κούρσα.                  

–Εγινε.

       Αρπαξε την 30άρα ο Γιώργης,κατέβηκε στην Αθήνα,βρήκε τον…δικό του τον  πράκτορα,τον…ειδικό,έκανε το…κονέ,ρίξανε από τα 30 τα 15 στον ιππόδρομο,   μοιράστηκαν-τσέπωσαν για πάρτη τους  τα άλλα 15, (πάντα έτσι γίνεται στον τζό  γο ,διότι ,σου λέει,χάσουμε-κερδίσουμε,πάντα καλυμμένοι είμαστε και με..ρέστα!)

       Ηρθε τώρα η Κυριάκή,ξεκίνησε η κούρσα,μπροστά-πρώτος ο Αστραχάν,μέχ ρι που ο δεύτερος τον …τζαρτζάρισε,μπλέχτηκαν και τα δυό επόμενα άλογα και   …άστα να πάνε!.Πέντε άλογα χάμω πεσμένα-σωριασμένα  και…τέλος!.

       Γύρισε στην Κεφαλλονιά ο Γιώργης,τον βρήκε ο Γεράσιμος.                             

–Τι έγινε ωρέ Γιώργη;                                                                                              

-Τι να γίνει ωρέ Γεράσιμε;Δάουτσε (άστα να πάνε στο διάολο),δροπίκι (δηλητήριο ).Ολα άνω –κάτω.Μεγάλο το ατσιδέντε (το ατύχημα),μαλεβράσι και πέσαμε στην   βεργιά (στην παγίδα).Δεν τα είδες στην τηλεόραση;Ποιος το περίμενε να μπερδευ   τούν τα άλογα;Εγινε κάτι που σπάνια γίνεται.Κατάλαβες;

       Τάχα απαγοητευμένος ο Γιώργης για το…κακό που τους βρήκε (ήξερε ότι αυ  το το …«σπάνια γίνεται!» ,γίνονταν  από…συχνά έως πάντα,αλλά τι να πεί στον    ξάδερφο;Ότι όλα ήταν…στημένα;).

        Κάτι κατάλαβε ο Γεράσιμος,αχώνευτο ότι τα 30.000 πάνε,πέταξαν.Κάθεται τώρα  στην βεράντα του σπιτιού του μουσκλωμένος(μουτρωμένος,κατσουφιασμέ  νος),γκιασμένος (μαραζωμένος),μελιδιασμένος(κομμάτια) και του έρχεται να…    κρεπάρει.Και παραμιλά κεφαλλονίτικα:

-Μεγάλο,πολύ μεγάλο αδερφέ μου αυτό το πάθημα το μορτάρι (καημός-πίκρα –στεναχώρια).Ωρέ ,μήπως πιάστηκα μπερτόδος;(βλάκας) που πιάστηκα στη μόρ  σα(στη μέγγενη;):Αυτός ο ξάδερφος ,μπάς και είναι μπαρμπούτα (πρόσωπο με  μάσκα-απατεώνας);

     Κάπου από δίπλα ,ένα τραγούδι ακούγονταν απ’ το ράδιο: «Μολόγατα,μολό   γατα,τα φράγκα …μοιρολόγατα.Τι γίνανε μολόγατα,χορτάρι για τ’αλόγατα!»

       Ο Ακης Πάνου κάτι ήξερε και τό’γραψε.Ο Γεράσιμος  δεν ήξερε και .πιάστηκε

…Αμερικανάκι!; Δεν ρώταγε;!..-

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.