Αύριο η παράσταση ''Ο Καραγκιόζης και ο Καπετάν Χρόνης'' στο Πλατύστομο


Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΧΡΟΝΗΣ
ΗΡΩΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

…Ώρα καλή, μπουλούκμπαση. – καλό ‘ς το Χρόνη οπού ρθε.
Πώς τά χεις, Χρόνη μ’ τα παιδιά, τι κάνουν τα παιδιά σου;
Σε προσκυνούν, μπουλούκμπαση, και σου φιλούν τα χέρια,
δώδεκα μέρες έλειπα, τι κάνουνε δεν ξέρω.
Για άπλωσε, Χρόνη, ‘ς τον τορβά, για λύσε το δισάκι,
θα βρης δυο μήλα κόκκινα, δυο πατρινά λεμόνια.
Πάγει κι ο Χρόνης και κυττάει μεσ’ ς τον τορβά και βλέπει,
βλέπει το πρώτο του παιδί, το πρώτο παληκάρι
τηράζει κι άλλη μια φορά τ’ άλλο παιδί του βλέπει.
Πέφτει στραβός με το σπαθί ς το τούρκικο τ’ ασκέρι,
βαρεί δεξιά, βαρεί ζερβιά, βαρεί μπροστά και πίσω,
κόβει αρβανίτες δώδεκα και δυο μπουλουκμπασήδες.

«Ο καπετάν Χρόνης» γεννήθηκε ως παράσταση από το δημοτικό τραγούδι «Του Χρόνη» (1791). Λίγες αράδες και αρκέσανε για να στηθεί μια επική δημιουργία. Κι αυτό σαφώς αποδεικνύει τη δυναμική των δημοτικών μας τραγουδιών και την ικανότητα του ελληνικού λαού να συνθέτει και να μεταπλάθει. Οι καραγκιοζοπαίχτες, αγράμματοι αλλά όχι αμόρφωτοι, μετατρέπανε τα μεράκια τους σε θέατρο και τι θέατρο, μοναδικό. 

Ο μπουλούκμπασης Αλή Τσεκούρας αναλαμβάνει με μεγάλο ασκέρι να κυνηγήσει τον αρματολό της Δωρίδας καπετάν Χρόνη. Γνωρίζει όμως την παλικαριά του πρωτοκαπετάνιου κι αποφασίζει να τον φάει με μπαμπεσιά. Αφού σκοτώνει τα παιδιά του, κινάει να τον συναντήσει για να του πάει δώρο τα κεφάλια τους. Ο Χρόνης παραλογίζεται κι όμοια με τον Αίαντα χαλάει τον Τσεκούρα και τ’ ασκέρι του. Ο μονόλογος που ακολουθεί είναι από τις δυνατότερες στιγμές του «Καραγκιόζη» και ένας ποιητικός οίστρος της νεοελληνικής μας γραμματείας. Η παράσταση όμως δεν τελειώνει εδώ. Υπάρχουν ο Ανδρούτσος και ο Καραγκιόζης λαός που ολοκληρώνουν την κάθαρση.
Όταν παιδί παρακολούθησα την παράσταση από το Γιώργο Κουτσούρη στην Αθήνα, θα ‘μουνα δε θα ‘μουνα 5 χρονών, μου έκανε εντύπωση το βουβό κλάμα των θεατών. Στα μάτια ενός παιδιού το κλάμα των μεγάλων συγκλονίζει. Με το τέλος της παράστασης περίπου 700 άτομα αποχωρούσαν σιωπηλά, βαλαντωμένα κι αυτό χαράχτηκε στη μνήμη μου σαν ένα από τα μεγαλύτερα καλλιτεχνικά μνημόσυνα που ‘χω γνωρίσει.

Αφού πέρασαν χρόνια, πολλά χρόνια κι έφτιαξα το δικό μου θεατράκι ξαναθυμήθηκα το Χρόνη. Όμως οι λεπτομέρειες είχανε ξεθωριάσει. Μονάχα η εντύπωση μιας δυνατής παράστασης παρέμενε στα βάθη του μυαλού μου. Ζήτησα τότε απ’ τον Δημήτρη Μόλλα (1917-1987) να μου τον διηγηθεί. Επιστρέφαμε, θυμάμαι, από την Αθήνα με προορισμό μας τη Λαμία. Εγώ οδηγούσα κι άκουγα τον μαγευτικό σαν πεζοτράγουδο ρυθμό του. Όταν έφτασε στον περιβόητο μονόλογο σταμάτησα βεβιασμένα σε μιαν άκρη. Ήταν αδύνατον να συνεχίσω. Άκουγα κάτι ανάμεσα σε Σοφοκλή και Ευριπίδη. Άκουγα κι απολάμβανα την καταξίωση της δημοτικής μας γλώσσας και την ποιητική διάσταση ενός λαού παραμυθά που ‘χει τον Όμηρο στ’ ακρόχειλα του. Βέβαια στην ανάπλασή μου ο μονόλογος του Χρόνη ακoλούθησε άλλες ατραπούς. Ο προφορικός λόγος ποτέ δεν επαναλαμβάνεται. Μέσα του όμως υποβόσκει η καλλιτεχνική συγκίνηση εκείνης της διήγησης. Κι αυτό για μένα είναι πολύ σημαντικό. 

O «Καπετάν Χρόνης» εντάσσεται στη χορεία των μεγάλων ηρωικών παρα-στάσεων με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τον ποιητικό του λόγο, την έντονη σκηνική του δράση και την άρτια δραματική του σύνθεση. Κατόρθωσε ένα ιστορικό γεγονός να το μεταπλάσει σε λαϊκό αριστούργημα. 

Ο Μιχάλης Χατζάκης, γεννήθηκε και σπούδασε στην Αθήνα. Πρωτογνώρισε τον «Καραγκιόζη» από τον παλιό μάστορα της τέχνης Γιώργο Κουτσούρη (καλλιτεχνική δράση 1911 – 1950) και κατόπιν μαθήτευσε για πολλά χρόνια στους μεγάλους καραγκιοζοπαίχτες Γιώργο Χαρίδημο (1924 – 1996) και Δημήτρη Μόλλα (1917 – 1987).

Δίδαξε στη μέση εκπαίδευση, και επί μία 20/ετία στα πανεπιστήμια, Α.Π.Θ, Βόλου και Μακεδονίας. Από το 2013 συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο της Γρανάδας (νεοελληνικό τμήμα και τμήμα βυζαντινών σπουδών).

https://www.facebook.com/events/1848886635191237/

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.