Ένα ακόμη «βρώμικο» στέκι: το καφέ-αμάν της οδού Γερανίου



Το τραγούδι θα το πη η Μαρίκα! Μπαίνουμε στο περιβόητο καφέ-αμάν της οδού Γερανίου, το πιο γνωστό καφέ-αμάν της Αθήνας. Δεν θα μπούμε κατά τη διάρκεια της «παράστασης», αλλά θα πάμε πρωί, για να γνωρίσουμε από κοντά τα «μπουμπούκια»  του σιναφιού μέσα από τους πρωτότυπους διαλόγους τους:

«Απ' έξω από ένα μαγαζάκι απάνω από την θύραν του με τα χρωματιστά τζάμια, εδιάβασα την επιγραφήν: "Το Πάλλας". Το εξωτερικόν δεν έδειχνε ότι εκείνο το μαγαζάκι ημπορούσε να είνε καφέ-αμάν. Εν τούτοις να που ήτο. Άλλωστε αν μου έμενεν η παραμικρά αμφιβολία, μου διελύθη αμέσως. Από μέσα ήρχετο ο ήχος του ξεκουρδισμένου σαντουριού και ενός φρικαλέου κλαρίνου και μία βραχνή φωνή, η οποία ετραγουδούσε:

Για σε χάνω το νου μ’,

Πεμπέ-χανούμ

Προχθές το βράδυ σε είδα στο’ όνειρό μου...

Αμάν... Αμάαααν...

Και μ’ έκαψες, χρυσό μου, βαχ!

Αμάν... Αμάααν...

Προφανώς εγένοντο δοκιμαί δια το βράδυ. Απ' έξω καθισμένος εις ένα κάθισμα, ένας πελώριος χονδρός άνθρωπος με τεραστίαν κοιλίαν και με λαιμόν ξεχειλίζοντα έξω από το υποκάμισον, εφαίνετο παραδιδόμενος εις βαθυτάτην αγωνίαν. Από καιρού εις καιρόν εψιθύριζε:

-Τη βρώμα!... Τη βρώμα!...

Εμπρός του ένας ανθρωπάκος κοντός, στυγνός, βρώμικος, αηδής με μίαν μαγκούραν περασμένην εις τον βραχίονα επαναλάμβανε συχνά:

-Ακούς εκεί!... Η καλλίτερη γυναίκα του καταστήματος... Τώρα τι θα κάμωμε μ'αυταίς εδώ τις κατσίκες;...

Μίαν στιγμήν ο χονδρός άνθρωπος, διευθυντής καθώς φαίνεται εκείνου του καλλιτεχνικού κέντρου, εσηκώθη. Εκτύπησε το χέρι του εις το τραπέζι και είπεν εις τον άλλον.

-Άκουσε εδώ, ρε Αλκιβιάδη. Να κάμης μωρέ μια δουλειά...

-Ό,τι θέλεις κυρ-Παναγή, φτάνει να περνάη από το χέρι μου... Εγώ, ξέρεις, και στη φωτιά και στο θάνατο για το χατήρι σου.

-Περνάει, είπεν ο άλλος. Περνάει και παραπερνάει. Να πας να της πης της βρώμας νάρθη, γιατί θα με βάλη σε μπελάδες να κάμω κακό. Πες της, της δίνω δυο δραχμές παρά πάνω. Μα νάρθη να τραγουδήση απόψε να μη μου χαλάση τη δουλιά, γιατί θα τηνέ σκοτώσω...

-Μα...

-Δεν έχει μα και ξεμά, είπεν αποτόμως ο διευθυντής. Ξεκουμπίσου, χαραμοφάη και συ, ειδεμή και θ'αρχίσω από σένα.

Ο στεγνός και βρώμικος ανθρωποφάγος εστράφη αργά-αργά, με στενοχώριαν δια να φύγη, αλλά καθώς ύψωσε το κεφάλι του δια να εκλέξη τον δρόμον που θα έπερνε, έξαφνα η όψις του εφωτίσθη, εστήριξε τα μάτια του προς ένα σημείον, άφισε την ζωηροτέραν χαράν να ζωγραφισθή εις το πρόσωπόν του και εψιθύρισε προς τον άλλον.

-Να την!... έρχεται κυρ-Παναγή.

Έστριβε τώρα από την γωνίαν ένα ον τυλιγμένον μέσα εις βαρύ παλαιόν επανωφόρι και διηθύνετο προς τους δύο ανθρώπους. Μία δήθεν γυναίκα, κοντή με τα μαλλιά βαμμένα, το πρόσωπον βαμμένον, με πελώριον πολύχρωμον καπέλλο, με μάτια σβυσμένα, με φορέματα κοντά, ώστε να φαίνεται πόδι ελέφαντος, με εξωτερικόν αποπνέον εν γένει προστυχιάν και οικτρότητα, επλησίασε τον κυρ-Παναγή.

-Καλή μέρα σας, είπε.

-Καλώς τηνε, εβρυχήθη ο κυρ-Παναγής. Γιατί μωρή βρώμα δεν ήλθες εχθές.

-Γιατί κυρ-Παναγή, ήμουνα άρρωστη. Μα την Παναγία σου λέω, δε νοιώθω τα κόκκαλά μου...

-Αυτό ήτανε ή...;

-Αυτό ήτανε. Σήμερα που είμαι λιγάκι καλλίτερα ήρθα.

Η όψις του κυρ-Παναγή άλλαξε. Εκύτταξε την γυναίκα από πάνω ως κάτω. Έπειτα εστράφη προς τον άλλον:

-Πες αυτής της κατσίκας που ουρλιάζει μέσα, να πάψη, είπε. Το τραγούδι θα το πη η Μαρίκα.

Η Σειρήν είχεν επανέλθη και μαζύ της και η ευτυχία εις το οικτρόν καταγώγιον.»

(Από μαρτυρία του "Φιλέος Φογγ" στους «Καιρούς», Οκτώβριος 1913)


from Πίσω στα παλιά http://bit.ly/2FTnguo
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.