Η ευθύνη Αίαντος του Λοκρού: ὕβρις και τίσις


Η ευθύνη Αίαντος του Λοκρού: ὕβρις και τίσις

Ο Αίας, γιος του Οϊλέως (ιων. Οϊλήος) βασιλιά των Οπουντίων Λοκρών και της Εριώπιδος, και ετεροθαλής αδελφός του Μέδοντος, αρχηγού του στρατού του Φιλοκτήτη στην Τροία, αναφέρεται πρωτίστως στον περίφημο Νεῶν Κατάλογον της Ιλιάδας, επί κεφαλής των Λοκρών, συνοδεύοντας σαράντα μελανόπρωρα πλοία από εννέα πόλεις.

«Ο Αίας, του Οϊλέα ο γιος, ωκύποδος, ήταν ο ηγεμόνας των Λοκρών, όχι και τόσο μεγαλόσωμος όπως ο άλλος, ο Τελαμώνιος Αίας· πολύ κατώτερος, μικρόσωμος, με θώρακα λινό, ξεχώριζε στο δόρυ ανάμεσα στους άλλους, Έλληνες και Αχαιούς. Όσοι στην Κύνο κατοικούσαν, στον Οπούντα, στην Καλλίαρο, στη Βήσσα και στη Σκάρφη, και στις χαριτωμένες Αυγειές, στο Θρόνιο, την Τάρφη,
στα ρείθρα του Βοάγριου· μαζί τους πήγαν σε σαράντα πλοία μελανά οι Λοκροί, που κατοικούν απέναντι στην αφιερωμένη Εύβοια» (Β 527-535, μτφρ. Δ.Ν. Μαρωνίτης).

Ονομάσθηκε Αίας ο μικρός (μείων), σε αντιδιαστολή προς τον ομώνυμό του Αίαντα τον Τελαμώνιο1
, μεγάλο (μείζονα, μέγαν, μέγ’ ἄριστον), βασιλιά της Σαλαμίνας. Εξαιρετικός πολεμιστής, ο ταχύτερος στα πόδια, μετά τον Αχιλλέα, διακρινόμενος ως προς τη λόγχη (ἐγχείη) και την τοξοσύνη, ήταν γνωστός για την ικανότητά του και την πολεμική ετοιμότητα. Προσφέρεται να μονομαχήσει, ως αντίπαλος, με τον Έκτορα (Η 161 κ.ε.), λαμβάνει ενεργό μέρος στη μάχη γύρω από τα πλοία2
 καθώς και στον αγώνα για το σώμα του Πατρόκλου, μετέχοντας και στην επιχείρηση για τη διάσωση των ίππων του Αχιλλέα (Ρ 256 κ.ε.). Με τον Αίαντα τον Τελαμώνιο δεν ήσαν συγγενείς, τους συνέδεαν, όμως, κοινοί κίνδυνοι και κοινοί αγώνες, στους οποίους ο Λοκρός ακολουθούσε πάντοτε, σχεδόν κατά πόδας, τον Σαλαμίνιο· οι δύο ήρωες αναφέρονται  μαζί3, συνήθως σε δυϊκό αριθμό, ως σύντροφοι του Άρη, γεμάτοι πολεμική ορμή. Αἴαντε δύω (Β 406, Ε 519, Ζ 436, Ν 313), παρ’ Αἰάντεσσι (Μ 353, Ρ 707), ἀμφοτέρω δ’ Αἴαντε (Μ 265), δύ’ Αἴαντες μενέτην, θεράποντες Ἄρηος (Θ 79, Κ 228), Αἴαντε κορυστά (Ν 201), κ.ά.

Έτσι, όταν ο Αγαμέμνων επιθεωρεί το στρατό και βρίσκει τους δύο Αίαντες, να παρατάσσουν το στρατό για μάχη, τους επαινεί για την ορμητική τους δύναμη και τη φροντίδα να εμψυχώσουν το στράτευμα:

«Αἴαντ’, Ἀργείων ἡγήτορε χαλκοχιτώνων… (Δ 825 κ.ε.), ενώ πιο κάτω οι Αίαντες, πάνω στους πύργους, τρέχουν παντού δίνοντας προσταγές και προσπαθώντας να αναθαρρήσουν τους πολεμιστές, μένος ὀτρύνοντες Ἀχαιῶν (Μ 266). Όμοιοι και ως προς το πολεμικό μένος (πολέμοιο ἀκορήτω
Μ 335), τόσο ώστε η ορμητικότητα και η τόλμη τους (θοῦριν ἐπιειμένοι ἀλκὴν Η 164, Θ 262, Ν 197, Σ 517) ενίσχυαν, ακόμη και σε στιγμές γενικής αποθάρρυνσης, το ηθικό των αγωνιζομένων Αχαιών. Έτσι, στη ραψωδία Ν, ο κυρίαρχος της γης ο κοσμοσείστης Ποσειδών, που αναδύθηκε από τα
βάθη της θάλασσας, παίρνοντας τη μορφή του Κάλχαντα, έδινε θάρρος στους Αργείους, προσφωνώντας πρώτα τους Αίαντες, που δεν τους έλειπε η ορμή για μάχη (μεμαώτε καὶ αὐτώ, Ν 46).

«Αίαντες, οι δύο εσείς, σώσετε τώρα τον λαό των Αχαιών, στη γενναιότητα, ο νους σας, όχι στον φόβο που παγώνει.

Αλλού εγώ δεν τη φοβάμαι την άπιαστη έφοδο των Τρώων, που πλήθος πήδηξαν στο τείχος· εκεί θα τους κρατήσουν όλους οι οπλισμένοι Αχαιοί.

Εδώ τρέμει η ψυχή μου μη μας βρει κακό χειρότερο, όπου όλος λύσσα, σαν τη φλόγα, ηγεμονεύει ο Έκτορας, περήφανος, πως είναι δήθεν του παντοδύναμου Δία ο γιος.

Να ‘ταν ωστόσο και σε σας ένας θεός να βάλει τη σωστή απόφαση, ν’ αντισταθείτε οι δύο μ’ όλη τη δύναμή σας, παρακινώντας και τους άλλους· υπάρχει τότε ελπίδα, ας είναι αυτός ακάθεκτος, από τα ωκύπορά σας πλοία να τον διώξετε, ακόμη κι αν τον έχει ξεσηκώσει ο ίδιος ο Ολύμπιος Δίας». (Στίχ. 47-58)

Για να τους εμψυχώσει, τους χτυπάει μάλιστα με το ραβδί του (σκηπανίῳ) και το αποτέλεσμα είναι άμεσο, γιατί, ξαναμμένοι με το μένος του πολέμου, όρμησαν χαρούμενοι στη μάχη (59-82).

Με τέτοιες εντολές ξεσήκωσε τους Αχαιούς ο Κοσμοσείστης, ἀμφὶ δ’ ἄρ’ Αἴαντας δοιοὺς ἵσταντο φάλαγγες καρτεραί,… (126).

Γύρω απ’ τους δύο Αίαντες στήθηκαν τότε οι σειρές, γερές και σταθερές, που μήτε ο Άρης θα τους έβρισκε ψεγάδι, αν βρίσκονταν εκεί, ούτε κι η Αθηνά που συσπειρώνει τον στρατό.
(125-128)

Χαρακτήρας σκληρός και αναιδής δεν συμβιβάζεται εύκολα με τους άλλους, συμπεριφερόμενος, συνήθως, με θρασύτητα. Έτσι, στη ραψωδία Ψ, έχουμε μια έντονη λογομαχία μεταξύ του Ιδομενέα και του Αίαντα. Ο Ιδομενεύς συμπεραίνει από τη φωνή του αμαξηλάτη και το χρώμα των αλόγων ότι στη διεξαγόμενη αρματοδρομία προηγείται ο Διομήδης, απορεί με την ανατροπή των πραγμάτων, γιατί στη στροφή προηγείτο ο Εύμηλος και κάνει λογικές υποθέσεις που απομυθοποιούν τις θεϊκές επεμβάσεις· ο Αίας, όμως, με ανάγωγη συμπεριφορά, τον αποπαίρνει άσχημα, καταλογίζοντάς του κακή όραση, λόγω ηλικίας, και φλυαρία (λαβραγόρην) και υποστηρίζει ότι προηγείται ο Εύμηλος (474-481).

Ο διαπληκτισμός συνεχίζεται εντονότερος, με τον χολωμένο Ιδομενέα, αρχηγό των Κρητών, ο οποίος του αντιμίλησε με προσβλητικό τρόπο: Αἶαν, νεῖκος ἄριστε κακοφραδές.

«Αίαντα, καβγατζή, μικρόψυχε, πάντα λειψός μέσα στους Αχαιούς, μυαλό αγύριστο. Έλα, λοιπόν, αν θες, βάζουμε μεταξύ μας στοίχημα τρίποδα και λεβέτι, κι ας είναι ο Αγαμέμνων ο κριτής, του Ατρέα ο γιος, ποια είναι τα φαριά που προπορεύονται – θα μάθεις τότε το σωστό, πληρώνοντας.»
(Στίχ. 483-487)

Στην κρίσιμη, όμως, στιγμή, επεμβαίνει ήρεμα ο Αχιλλεύς, ως αγωνοθέτης, τους καταλογίζει απρέπεια και τους καθησυχάζει, στρέφοντας την προσοχή τους στα άλογα που πλησιάζουν και θα τους λύσουν τη διαφορά (492-498). Έτσι, η τάξη αποκαταστάθηκε. Αργότερα, όμως, σε αγώνα δρόμου, όπου ασφαλώς θα ήταν πρώτος λόγω της ωκυποδίας του, ηττάται ο Αίας από τον Οδυσσέα, προστατευόμενο της θεάς Αθηνάς, η οποία ενήργησε να έλθει δεύτερος, χάνοντας χρόνο πέφτοντας στην κόπρο (ὄνθον) των θυσιασθέντων βοδιών, προκαλώντας έτσι τα γέλια των θεατών. (Ψ 754-783)

Σημαντική είναι η πληροφορία που μας παρέχει η Οδύσσεια για το θάνατο του ήρωα, μετά την άλωση της Τροίας. Στη δ ραψωδία ο Μενέλαος διηγείται στον Τηλέμαχο (350 κ.ε.) τη δική του περιπλάνηση, που διήρκεσε οκτώ χρόνια, καθώς και τη συνάντησή του με το θαλάσσιο θεό Πρωτέα (γέροντα ἅλιον νημερτῆ, 384). Ο Μενέλαος, αφού πήρε από το θεό τις οδηγίες για το γυρισμό του στην πατρίδα, τον ερωτά για τους άλλους Αχαιούς αρχηγούς και με βαθύ πόνο ακούει τη δολοφονία του αδελφού του από τον Αίγισθο (514 κ.ε.). Διεξοδικά ο Πρωτεύς αναφέρεται και στον τρόπο που χάθηκε ο αμαρτωλός Αίας ο Λοκρός, ο οποίος είχε προκαλέσει την οργή (δεινὸν χόλον) της Αθηνάς.

Ο Αίας ο Λοκρός χαλάστηκε, μαζί με τα μακρόκουπα καράβια του.

Τον έριξε ο Ποσειδώνας πρώτα στης Γύρης τους μεγάλους βράχους, αλλά τον έσωσε προσώρας από την απειλή της θάλασσας.

Και θα μπορούσε μέχρι τέλους ν’ αποφύγει το μοιραίο, μ’ όλο που τον μισούσε η Αθηνά, αν δεν ξεστόμιζε τον υπερφίαλο λόγο, αν δεν είχε τόσο ψηλώσει ο νους του· γιατί καυχήθηκε πως μόνος του, και δίχως να το θέλουν οι θεοί, εγλίτωσε απ’ το πελώριο κύμα.

Αλλά τον άκουσε ο Ποσειδώνας που μεγαλαυχήθηκε, κι ευθύς την τρίαινα πιάνει στα στιβαρά του χέρια, την κατεβάζει πάνω στο Γυραίο βράχο, τον έσχισε στα δύο.

Το ‘να του μέρος έμεινε επί τόπου· το απόκομμα όμως έπεσε στο πέλαγος, αυτό που πάνω του ο Αίας πιασμένος παραλογίστηκε κι ο νους του ψήλωσε.

Κι εκείνο τότε τον παρέσυρε βαθιά, στα απέραντα πελάγη, όπου και χάθηκε στα κύματα, πνίγηκε στ’ αλμυρό νερό. (499-511).

Αλαζονικός και υπεροπτικός ο Αίας καυχήθηκε (ὑπερφίαλον ἔπος ἔκβαλε καὶ μέγ’ ἀάσθη) ότι θα σωζόταν χωρίς την επέμβαση του θείου (ἀέκητι θεῶν)· γι’ αυτό ο Ποσειδών οργίσθηκε και συνέτριψε με την τρίαινά του το βράχο, κοντά στον Καφηρέα, όπου μόνος είχε διασωθεί μετά τη σφοδρή
θαλασσοταραχή4, και καταποντίστηκε. (εἶθ’ ὁ περὶ τὰς Καφηρίδας πέτρας δηλοῦται χειμὼν καὶ ἡ Αἴαντος φθορὰ τοῦ Λοκροῦ) 5

Σύμφωνα με μια παραλλαγή6, που μας παραδίδει ο Βιργίλιος, η ίδια η Αθηνά τον κατακεραύνωσε με τον κεραυνό, όπλο του πατέρα της Δία, λόγω της βλασφημίας και της ασέβειάς του προς τη θεά. Έτσι, ο Αίας βρίσκει τη δίκαιη τιμωρία του. Ο τάφος του ήρωα λέγεται ότι ευρίσκετο στη Μύκονο.

Κατ’ άλλην, όμως, εκδοχή ετάφη από τη μητέρα του Αχιλλέα Θέτιδα και τις Νηρηΐδες της ακολουθίας της στη Δήλο, όπου η θάλασσα εξέβρασε το πτώμα του.

Μια μοναδική μαρτυρία7 αναφέρει πως όλοι οι κάτοικοι της Λοκρίδας πένθησαν το θάνατο του Αίαντα, μαυροφορώντας, για έναν ολόκληρο χρόνο, και ακόμη πρόσφεραν, δίκην θυσίας στον ήρωα, ένα φορτηγό καράβι με δωρεές, που το άφηναν, με μαύρα πανιά, ακυβέρνητο στο πέλαγος, βάζοντας φωτιά για να καεί.

Ο Αρκτίνος ο Μιλήσιος, που ανήκει στους συγγραφείς των Κύκλιων επών (7ος – 6ος αι. π.Χ.) στο βιβλίο του Ἰλίου πέρσις8, μας αναφέρειδιεξοδικά την ασεβή πράξη του ήρωα.

Κατά την άλωση της Τροίας, ο Λοκρός Αίας ο του Οϊλέως εισήλθε στο ναό της Αθηνάς, όπου ήταν ιέρεια η ωραιότατη κόρη του Πριάμου Κασσάνδρα9 και όπου είχε καταφύγει, ικέτις, για να ζητήσει προστασία, αγκαλιάζοντας το ξόανο της θεάς (Παλλάδιον), την απέσπασε βίαια από το βωμό, την έσυρε μαζί του, παρασύροντας και το άγαλμα, και την ατίμασε στο σηκό του ναού (Κασσάνδραν δὲ Αἴας ὁ Ἰλέως πρὸς βίαν ἀποσπῶν συνεφέλκεται τὸ τῆς Ἀθηνᾶς ξόανον.)· μπροστά στην ανίερη αυτή πράξη ζωντάνεψε το ξόανο της θεάς και στύλωσε έντρομο τα μάτια του στον ουρανό, κραυγάζοντας από φρίκη, για να μη βλέπει το βιασμό.

Τρομαγμένοι από το δυσοίωνο σημείο οι Αχαιοί, για να μη χάσουν την αγάπη της θεάς που τόσα χρόνια τους προστατεύει, αποφασίζουν να λιθοβολήσουν τον Αίαντα. Εκείνος καταφεύγει στο ναό της Αθηνάς, ως ικέτης, διαφεύγοντας προσωρινά το θάνατο: ἐφ’ ᾧ παροξυνθέντες οιἁ Ἕλληνες, καταλεῦσαι βουλεύονται τὸν Αἴαντα, ὁ δὲ ἐπὶ τὸν τῆς Ἀθηνᾶς βωμὸν καταφεύγει καὶ διασῴζεται ἐκ τοῦ ἐπικειμένου κινδύνου11
.
Ακολουθούν ο εμπρησμός της Τροίας, ο σφαγιασμός της Πολυξένης στον τάφο του Αχιλλέα, ο φόνος του Αστυάνακτα από τον Νεοπτόλεμο, ο οποίος λαμβάνει ως γέρας την Ανδρομάχη, και η διανομή των λαφύρων.

Ἔπειτα ἀποπλέουσιν οἱ Ἕλληνες, καὶ φθορὰν αὐτοῖς ἡ Ἀθηνᾶ κατὰ τὸ πέλαγος μηχανᾶται. Ο θυμός όμως της θεάς θα βαρύνει απειλητικά στους Λοκρούς, για χίλια ολόκληρα χρόνια, οι οποίοι θα πληρώνουν βαριά για την ιεροσυλία του ήρωά τους 12.

Τρία μόλις χρόνια μετά το γυρισμό του λοκρικού στρατού από την Τρωάδα τα δέντρα παύουν να καρποφορούν και πανούκλα έπεσε στη χώρα. Οι Λοκροί έντρομοι και για ν’ απαλλαγούν από το λιμό ζητούν τη βοήθεια του δελφικού μαντείου. Ο χρησμός προστάζει ότι, για να εξιλεώσουν τη θυμωμένη θεά, πρέπει να θητεύουν συνεχώς στο ναό της Αθηνάς το Ίλιο δύο παρθένες Λοκρίδες, επιλεγμένες με κλήρο από λοκρικές οικογένειες: φόρος επαχθής που διήρκεσε ως το 150 π.Χ.13 

Η σκηνή του βιασμού θα κυριαρχήσει στην αττική τραγωδία14 και στην κατοπινή γραμματεία15 – ποιητές και μυθογράφους της αλεξανδρινής εποχής και μετέπειτα – και θα τροφοδοτήσει την καλλιτεχνική παραγωγή16. Οι αγγειογράφοι των 6ου και 5ου π.Χ. αιώνων εξεικονίζουν το επεισόδιο του βιασμού – με την Κασσάνδρα εντελώς ή σχεδόν γυμνή, για να υποδηλώσουν ίσως τον ερωτικό χαρακτήρα της σκηνής -, μολονότι η πράξη αυτή αντιβαίνει στην ομηρική παράδοση της παρθένας Κασσάνδρας η οποία, ακριβώς, λόγω της παρθενίας της, δίνεται ως βραβείο στον Αγαμέμνονα. Από τις θελκτικότερες καλλιτεχνικές παραστάσεις είναι η σκηνή Αίαντα – Κασσάνδρας ενός αγγείου που βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου, που συνδέεται, αναμφισβήτητα, με την αρχαιότατη παράδοση του Αρκτίνου στην Ιλίου πέρσιν και σχετίζεται με την αντίστοιχη αναφορά του Παυσανία. Πεποίηται δὲ καὶ Κασσάνδραν ἀπὸ τοῦ ἀγάλματος τῆς Ἀθηνᾶς ἕλκων, ἐπ’ αὐτῷ δὲ ἐπίγραμμά ἔστιν· Αἴας Κασσάνδραν ἀπ’ Ἀθηναίας Λοκρὸς ἕλκει17.

Στα ομηρικά, όμως, έπη δε γίνεται καμιά αναφορά στο βιασμό της Κασσάνδρας από τον Αίαντα, μολονότι είναι βέβαιο ότι ο Όμηρος γνώριζε το επεισόδιο· ίσως ο ποιητής αποφεύγει επίτηδες να το μνημονεύσει18, για να μην έρθει σε αντίθεση με την πολιτισμική ατμόσφαιρα του έπους. Άλλωστε, είναι γνωστό ότι εμμένει ιδιαίτερα σε θέματα ηθικής και τιμής των γυναικών· η Κασσάνδρα είναι παρθένα, όταν δίνεται στον Αγαμέμνονα, όπως και η Βρισηίς, που αποδίδεται στον Αχιλλέα μόνο με την ένορκη διαβεβαίωση του Ατρείδη για σεβασμό της παρθενίας της (Ι 132 κ.ε.).

Πάντως, η μορφή του Οϊλιάδη Αίαντα, παρά το παραδοσιακό αμάρτημα που του κοστίζει τη ζωή, κυριαρχεί στη μυθολογική παράδοση της πατρίδας του. Οι Λοκροί, τόσο οι Οπούντιοι όσο και οι Επιζεφύριοι της Κάτω Ιταλίας, διατήρησαν με στοργή και σεβασμό την ανάμνηση του γενναίου βασιλιά τους, τον οποίο τιμούσαν ως γενεαλογικό τους ήρωα.  Αναφέρεται εορτή τα Αιάντεια. Στις μάχες άφηναν πάντα στις πολεμικές τους τάξεις μια θέση κενή αφιερωμένη σε αυτόν. Στα νομίσματά τους εικονίζοταν βαδίζοντας με ύφος αγέρωχο, ξίφος γυμνό, περικεφαλαία και ασπίδα, με παράσταση δράκοντα, ο οποίος, καθώς λέγεται, τον ακολούθησε, δίκην πιστού κυνός, στον πόλεμο της Τροίας. Στα νομίσματα είχε χαραχθεί η επιγραφή ΟΠΟΥΝΤΙΩΝ και το όνομα ΑΙΑΣ.

Στον ένατο Ολυμπιόνικο του Πινδάρου (Εφαρμόστῳ Ὀπουντίῳ παλαιστῇ, 468 π.Χ.) αφιερωμένο στον οπούντιο νικητή στην πάλη, ο ύμνος ολοκληρώνεται με τον εθνικό ήρωα των Λοκρών, που σε θυσιαστικό συμπόσιο ο Εφάρμοστος προσφέρει στο βωμό του το στεφάνι της νίκης. Αἶαν, τεόν τ’ ἐν δαιτί, Ὀϊλιάδα, νικῶν ἐπεστεφάνωσε βωμόν. (112-133).

Παράλληλα, ο Σοφοκλής έγραψε τραγωδία – απολεσθείσα – με τον τίτλο Αίας ο Λοκρός, ο Λουκιανός τον μνημονεύει στους Νεκρικούς Διαλόγους (6), ζωγράφοι, γλύπτες και αγγειογράφοι τον απαθανάτισαν στα έργα τους, άλλοτε μόνο, άλλοτε με την Κασσάνδρα και άλλοτε με συμπολεμιστές19 του. Ό,τι όμως έμειναν παροιμιώδη είναι το θράσος και η αλαζονεία του, εκστομίζοντας στη διάρκεια του ναυαγίου του, με υψωμένη προκλητικά την πυγμή του, την κατά των θεών βλασφημία, η οποία έρχεται σε αντίθεση με την ακατάλυτη δύναμη του υπερτάτου όντος, στην Αρχαιότητα και με το τριαδικό σχήμα (ύβρις – άτη – δίκη), που διαμορφώνεται από τον Σόλωνα20 και θα αποτελέσει, έναν αιώνα αργότερα, το ηθικό υπόβαθρο της αττικής τραγωδίας.

Αναστάσιος Αγγ. Στέφος 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

*Τα παρατιθέμενα μεταφρασμένα αποσπάσματα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας είναι του Δ.Ν. Μαρωνίτη.

1. Βλ. Αναστάσιος Αγγ. Στέφος, «Ο ομηρικός Αίας και ο «Αίας» του Σοφοκλή», Θαλλώ, Χανιά, 12 (2001), σ.σ. 69-96.

2. Στη διάρκεια της τειχομαχίας αποκεφαλίζει με σκληρότητα ονομαστούς Τρώες: τον Ίμβριο (Ν 202 κ.ε.), τον Σάτνιο (Ξ 443) και τον Κλεόβουλο (Π 330).

3. Ιωάννης Η. Καρνέζης, Ομηρικά. Οι Αίαντες στην Ιλιάδα και οι συγγενείς τους (Συμβολή στη δομή και ενότητα της Ιλιάδας, Αθήνα (2) 1985.

4. Πρβλ. Απολλοδ. Επιτομή, 5, 22. Λυκόφρ. Αλεξάνδρα, 1141-1144.

5. Αγίου, Νόστοι.

6. Αινειάς, Ι, 40 κ.ε. Pallasne exurere classem Argivum atque ipsos potuit summergere ponto
unius ob noxam et furias Aiacis Oilei?…

7. Τζέτζης, Σχόλια στον Λυκόφρονα, 368, Απολλ. Επιτομή, VI, 6
Υγίνος, 116.

8. Ιλίου περσίδος, β (Πρόκλου Χρηστομάθει): Πρβλ. Ευριπ. Τρωάδες, 70, Παυσ. Ι.15,2 (τόλμημα), V,11,6 (παρανόμημα) Κόιντος, 422-423, Κασσάνδρην ᾔσχυνεν Ὀιλέος ὄβριμος υἱός, θυμοῦ τ’ ἠδὲ νόοιο βεβλαμμένος (Κόιντος, 422-423) και 429, ἐπεὶ ᾖ φρένας ἄασε Κύπρις.

9. Βλ. Αναστάσιος Αγγ. Στέφος, Ο μύθος της Κασσάνδρας στην αρχαία ελληνική γραμματεία, Πορεία, Αθήνα 1994. J. Th. Kakridis, Kassandra, Wien 1928, Μελέτες και Άρθρα, Θεσσαλονίκη 1971.

10. Βλ. Λυκόφ. Αλεξάνδρα, 361 κ.ε. (Σχολ. στο Ν 66 κ.α.) Περὶ δ’ ἔβραχε θεῖον ἄγαλμα/ καὶ δάπεδον νηοῖ’ μέγ’ ἔτρεμεν (427 κ.ε.) και 35 Pfeifer, Σχόλια AD στο Ν της Ιλιάδας 66, Ὀϊλῆος ταχὺς Αἴας. «Αἴας, Λοκρὸς μὲν ἦν τὸ γένος, ἀπὸ πόλεως Ὀποῦντος, πατρὸς δὲ Ὀΐλέως. Οὗτος, μετὰ τὴν Ἰλίου πόρθησιν, αἴτιος τοῖς Ἕλλησιν ἀπωλείας ἐγένετο· Κασσάνδραν οὖν τὴν Πριάμου ἱκέτιν οὖσαν
Ἀθηνᾶς ἐν τῷ τῆς θεοῦ σηκῷ κατῄσχυνεν, ὥστε τὴν θεὸν τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ ξοάνου εἰς τὴν ὀροφὴν (β) τρέψαι τοῖς δὲ Ἕλλησιν ὑποστρέφουσι καὶ κατὰ τὴν Εὔβοιαν γενομένοις χειμῶνας διεγένετο μεγάλους, ὥστε πολλοὺς αὐτῶν διαφθαρῆναι. Διανηξάμενος δὲ Αἴας εἰς τὰς Γυράδας καλουμένας πέτρας ἔλεγε χωρὶς θεῶν γνώμης διασεσῶσθαι. Ποσειδῶν δὲ ἀγανακτήσας διέσχισε τὴν πέτραν καὶ τὸν Αἴαντα τῷ κλύδωνι παρέδωκε· ἐκριφθέντα δὲ αὐτόν κατὰ Δῆλον νεκρὸν Θέτις ἐκέλευσε θάπτειν. Ἀθηνᾷ δὲ οὐδ’ οὕτως τῆς ὀργῆς ἐπαύσατο, ἀλλὰ καὶ τοὺς Λοκροὺς ἠνάγκασεν ἐπὶ χίλια ἔτη εἰς Ἴλιον ἐκ κλήρου παρθένους πέμπειν». Η ιστορία παρά Καλλιμάχῳ ἐν Α΄ Αἰτίων καὶ παρὰ τῷ ποιητῇ ἐν τῇ δ’ τῆς Ὀδυσσείας (499-519), παχυμερῶς.

Βλ. Φάνη Ι. Κακριδή, Κόϊντος Σμυρναίος. Γενική μελέτη των «Μεθ’ Όμηρον» και του ποιητή τους. Αθήνα 1962, σ.σ. 118-119 και σημ.2.

11. Πρβλ. Παυσ. Χ, 31, 2, ἀφίκετο δὲ ἐς Ὀδυσσέως δυσμένειαν ὁ τοῦ Ὀιλέως Αἴας, ὅτι τοῖς Ἕλλησιν Ὀδυσσεὺς παρῄνει καταλιθῶσαι τὸν Αἴαντα ἐπὶ τῷ ἐς Κασσάνδραν τολμήματι.

12. Βλ. Απολλ. Γ. Επιτομή, VI, 20-23.

13. Βλ. Ι.Θ. Κακριδή, Ελληνική Μυθολογία 5 (1986), σελ. 165 και Pierre Grimal, Dictionnaire de la mythologic grecque et romaine, P.U.F. Paris, 1969, p.23.

14. Πρβλ. Ευριπ. Τρωάδες, 69-71. Αθ. Οὐκ οἶσθ’ ὑβρισθεῖσάν με καὶ ναοὺς ἐμούς; Ποσ. Οἶδ’, ἡνίκ’ Αἴας εἷλκε Κασάνδραν βίᾳ. Αθ. Κοὐδέν γ’ Ἀχαιῶν ἔπαθεν οὐδ’ ἤκουσ’ ὕπο.

15. Jacqueline Davreux, La légende de la prophetesse Cassandre, d’ après les textes et les documents. Liège 1942, σελ. 12 και 140-141, όπου γίνεται μνεία για τους Λυκόφρονα, Προπέρτιο, Οβίδιο, Τρυφιόδωρο, Κόιντο Σμυρναίο.

16. Πρβλ. Πίνακα του Rubens (1617), Aiax und Kassandra.

17. V, 19, 5. Πρβλ. Χ, 26, 3 «Αἴας δὲ ὁ Ὀϊλέως ἔχων ἀσπίδα βωμῷ προσέστηκεν ὀμνύναι ὑπὲρ τοῦ ἐς Κασσάνδραν τολμήματος·…» Πρβλ. J. Davreux, ό.π. σελ. 210 κ.ε., όπου τα καλλιτεχνικά έργα περιγράφονται με κάθε λεπτομέρεια.

18. Βλ. M. Magnien, La discrétion homérique, R.E.G. 1924, σελ. 141 κ.ε.

19. Ο Λουκιανός αναφέρει ότι δεν διαμένει στη νήσο των Μακάρων εξαιτίας της ασεβείας του. Πρβλ. μώμο με τίτλο. Αἴαντος ἐν ταῖς πέτραις ἀπώλεια.

20. Σελ. 15, 34-35.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΘΕΜΑΤΟΣ kaliterilamia.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.