ΜΟΥΣΤΑΦΑ ΚΕΜΑΛ ΑΤΑΤΟΥΡΚ (1881-1938)

ΦΟΙΝΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ | Τό πέρασμα τού σουλτάνου Μωάμεθ Β' , τού Πορθητού, άπό τον θρόνο των Οσμανλήδων, είχε κολοσσιαίες συνέπειες γιά τό ελληνικό έθνος. Αυτός κυρίευσε την Πόλη και οχτώ χρόνια αργότερα την Τραπεζούντα, τό τελευταίο ελληνικό κράτος με τον τελευταίο Ελληνα αυτοκράτορα Δαβίδ τον Κομνηνό. Κυρίευσε και την Αθήνα. Και — ιδιαίτερα — αυτός επέβαλε την οριστική διαμόρφωσι και μονιμοποίησι, στις σχέσεις μεταξύ «ραγιάδων» και της κυρίαρχης «αυτοκρατορικής εταιρίας» των Οθωμανών. Τής «συμμορίας» όπως τήν ονομάζει ό Κ. Παπαρρηγόπουλος.
Τής συνοριακής ορδής — δηλαδή έπιδρομικής — όπως ονομάζονται οι Οσμανλήδες στην Ιστορία τής Ανθρωπότητος», τής «Ούνέσκο». Αλλά γιά τους ίδιους τους Τούρκους, ό Μωάμεθ δεν ήταν ό πιο μεγάλος σουλτάνος τους. Προηγήθηκαν άλλοι τρομεροί επιδρομείς πού είχαν κατακτήσει σέ ελάχιστες δεκαετίες τήν Βαλκανική: Μουράτ ό Α', Βαγιαζήτ ό Γκιλντερίμ (Κεραυνός) και Μουράτ ό Β'. Τό κατακτητικό έργο τού Πορθητού, ήταν πολύ μικρότερο άπό των άλλων, των κοντινών προγόνων του. Τού σύγχρονου μεγάλου τής Τουρκίας όμως, τού Κεμάλ, τού πασά,, τού γαζή (νικητού) τού Άτατούρκ (πατέρα των Τούρκων) κολοσσιαία υπήρξε ή έπίδρασις και στο δικό του έθνος (θετική) και στο ελληνικό (αρνητική) : Ο Άτατούρκ θεμελίωσε τήν Νέα Τουρκία πού στην πραγματικότητα είναι ή εκσυγχρονισμένη άναβίωσις τής παμπάλαιας, τής Τουρκίας των Τουρανών Σελτζούκων. Ο Ατατούρκ όμως «έγραψε μέ τα χέρια του» τον επίλογο στην ελληνική ιστορία σαράντα αιώνων. Στην ιστορία τού Εύρασιατικοΰ Ελληνισμού των δύο ηπείρων, των δύο ακτών τής ελληνικής λίμνης τού Αιγαίου...
Οταν ό Αλή Ριζά έφέντης ανάσταινε τον γεννημένο τό 1881 μοναχογυιό του Μουσταφά, ή Θεσσαλονίκη ήταν μιά «έβραιούπολις», μέ μεγάλη πλειοψηφία Ισραηλιτών, απέναντι Ελλήνων ή Τούρκων. Και όταν ό μικρός Μουσταφάς — άντρας μέ φιλοδοξίες πιά — θα άρχίση νά έκδηλώνη τήν απέχθεια του προς τό μουσουλμανικό ιερατείο, οί ιερωμένοι θά ανακαλύψουν ότι: Ηταν ένας «ντουμές», ένας άπό τους αποστάτες τού ιουδαϊσμού, ένας άπό τους έξωμότες Εβραίους που είχαν γίνει Μουσουλμάνοι, αλλά όχι γνήσιοι, γιατί έμεναν όλιγόπιστοι». Οι ντουμέδες ήσαν στην αρχή μιά ιουδαϊκή αίρεσις. Κατά τό 1650 ένας Σαμπάϊ Σεβή εμφανίσθηκε σάν ό αναμενόμενος Μεσσίας των Εβραίων, ό «βασιλεύς των Ιουδαίων». Στην αρχή, στά πρώτα χρόνια, ή πορεία του υπήρξε θριαμβευτική, στις εβραϊκές κοινότητες τής Ανατολής. Αλλά όταν έγινε έπικίνδυνος σάν «βασιλεύς των Ίουδαίων», τό 1666, τον έπιασαν οί γενίτσαροι. Και στο δίλημμα: «΄Η τήν πίστι σου ή τό κεφάλι σου», προτίμησε τήν διέξοδο τής ζωής. Εγινε Μουσουλμάνος. Τό ίδιο έγινε και μέ τους οπαδούς του, στή Θεσσαλονίκη. Άλλα όλοι τους πήραν επιπόλαιο μουσουλμανικό επίχρισμα. Σ τήν αρχή μάλιστα τους θεωρούσαν κρυπτοϊουδαίους και ώς τό τέλος τους είχαν γιά όλιγόπιστους. Τό ίδιο είχε γίνει στους βιαστικούς ομαδικούς εξισλαμισμούς και μέ τους Τουρκοκρητικούς, τους έλληνόφωνους Βαλαάδες τής Δυτικής Μακεδονίας, άλλα και μέ όλους τους Αλβανούς. Ολοι αυτού έμεναν όλιγόπιστοι Μουσουλμάνοι. Μέχρι τής ανταλλαγής των πληθυσμών — τό 1923 — οι μισοί Τούρκοι της Θεσσαλονίκης — 15.000 — ήσαν απόγονοι ντολμέδων. Ηταν και ό Κεμάλ; Τό ίερατείον ώς γνωστόν, είναι πάντα εκδικητικό κατά τών εχθρών του. Το βυζαντινό Ιερατείον άφησε τον αυτοκράτορα Κωνταντίνο τον Ε', στην ιστορία μέ τό επίθετο «κοπρώνυμος». Στά τελευταία χρόνια τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τό μουσουλμανικόν Ιερατείον είχε πολλούς εχθρούς. Ολοι οι Νεότουρκοι και ιδιαίτερα οί πρωτοπόροι αξιωματικοί τό θεωρούσαν — και οχι άδικα — όργανο σκοταδισμού και οπισθοδρομήσεως. Δέν ήταν λοιπόν ό ανδρωθείς Μουσταφάς, ό μόνος εχθρός του. Και δεν θά είχε ιδιαίτερη σημασία ή υβριστική κατηγορία: «ντουμές». Αλλα όπως φαίνεται παραπέρα, θά έρθουν στιγμές πού τό υβριστικό επίθετο, θά άποτελέση θανάσιμο κίνδυνο γιά τόν δέκτη του. Και τρομακτική θά είναι ή ανταπόδοσις άπό εκείνον πού διέτρεξε τόν θανάσιμο κίνδυνο. Χιλιάδες ιερωμένοι, θά σταλούν στις αγχόνες... Ο Αλή Ριζά έφέντης, ήταν κατώτερος οικονομικός υπάλληλος. Είχε τήν δυνατότητα να μορφώση τον γυιό του.
Και σύντομα αντιμετώπισε ένα σχετικό πρόβλημα, μαζί μέ τήν γυναίκα του Ζομπέϊντα Χανούμ, τήν δυναμική χανούμ, αν τήν κρίνη κάνεις και από το γεγονός οτι δεν επέτρεψε στον έφέντη της, να κάνη χρήσι των δικαιώματος πολυγαμίας. Το πρόβλημα τού ζεύγους ήταν: Σε ποιο σχολείο θά στείλουμε τον Μουσταφά; Στο «αλά τούρκα» ή στο «άλά φράγκα»; Πολλά όμοια προβλήματα (άλά φράγκα — άλά τούρκα) ζάλιζαν εκείνα τα χρόνια τους αγαθούς Μουσουλμάνους. Από τά «δωδεκάωρα», πού άρχιζαν το πρωί και τό βράδυ (και οχι όπως πριν μεσάνυχτα ή καταμεσήμερο) ώς τά στενά παντελόνια ή τά φαρδειά σαλβάρια, τις καρέκλες ή τά μιντέρια, τά κουτάλοπήρουνα ή τά... δάχτυλα και τις παλάμες! Ειδικά γιά τήν έκπαίδευσι, «άλά τούρκα», σήμαινε ίεροδιδασκαλείο, μέ άποστήθισι φράσεων τού κορανίου σταυροπόδι, τεμενάδες και κανέναν θρησκευτικό αμανέ. Στά αλά τούρκα σχολειά, υπήρχαν θρανία, βιβλία, δάσκαλοι. Ο πατέρας ήθελε πραγματική μόρφωσι γιά τό γυιό του. Η Ζομπέϊντα χανούμ, όμως, δεν εννοούσε ν' άκούση κουβέντα για καινά δαιμόνια. Και ό Άλή Ριζά, μέ τον φόβο οικογενειακών καυγάδων από τή μιά, αλλά και μέ σταθερή άπόφασι από τήν άλλη, βρήκε τήν κατάλληλη διέξοδο. Εγραψε στην αρχή τον Μουσταφά στο Ιεροδιδασκαλεό. Τον άφησε έκεί αρκετό διάστημα. Μέ τήν πρώτη ευκαιρία όμως, πατέρας και γυιός συνωμοτικά, έκαναν μετεγγραφή σέ πραγματικό σχολείο, χωρίς να πάρη χαμπάρι ή άτεγκτος χανούμ. Δέν πρόλαβε όμως ό ταπεινός ύπαλληλάκος, οχι τήν εκθαμβωτική έξέλιξι τού παιδιού του νά χαρή, αλλά ούτε και παλληκάρι νά τον δη. Μικρός έμεινε ορφανός ό Μουσταφάς, μέ κηδεμόνα τον αδελφό τής μητέρας του, έναν αυστηρό θείο, πού δέν έπαυε νά έκδηλώνη περιφρόνησι γιά τον ανεψιό του:
—Είναι άταχτος, αφιλότιμος, άχαίρευτος: Δέν θά δη προκοπή ποτές του.
—Και τί νά τον κάνουμε, αδελφέ μου;

—Αλλο δέν μένει παρά νά τον κλείσουμε σέ στρατιωτικό σχολείο. Εκεί θά τού βάλουν τά δυο πόδια σ' ενα παπούτσι, θά δούλεψη, θέλοντας και μή. Εκεί δέν θά εχης και έξοδα γιά τον τζαναμπέτη σου. Τό ντοβλέτι κάνει ολα τά έξοδα. Δώδεκα χρόνων, τον κλείνουν στο κατώτατο σχολείο των «στρατοπαίδων», Θεσσαλονίκης. Βγαίνοντας από τους πρώτους στά μαθήματα, μπαίνει σέ «παραγωγική σχολή» άξιωχατικών, στά Βιτωλια (Μοναστήρι). Στά 18 χρόνια του είναι απόφοιτος, ανθυπολοχαγός. Ισως είχε δίκαιο ό θειος. Κλεισμένος στά σχολεία διαβάζει. Και όταν διαβάζη, κανείς δέν τον φθάνει. Μέ τά προσόντα τού «άριστέως», σύντομα γίνεται γι' αυτόν υπηρεσιακή πρότασις επιμορφώσεως. Νά φοίτηση στην Σχολή Επιτελών τής Πόλης, νά γίνη ένας επιτελικός αξιωματικός. Αλλά ή Ζομπέϊντα χανούμ, τώρα ξαναθυμάται τις κουβέντες — τού μακαρίτη πιά — αδελφού της. Στην ανώτερη εκείνη σχολή, δέν είναι κλεισμένοι μέσα οί μαθηταί. Αξιωματικοί είναι. Μέ τον μισθό τους καί τήν ανεξέλεγκτη διαβίωσι τις άλλες ώρες.
ΦΩΤ.: Ο ΣΤΑΘΕΡΟΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΟΣ ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΘΕΜΕΛΙΩΤΟΥ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ, Ο ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΙΣΜΕΤ ΠΑΣΑΣ, Ο ΙΝΟΝΟΥ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΤΗΣΙΝ ΕΠΙΘΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ.
Καί ή Πόλη έχει πολλούς πειρασμούς. Και τά μαθαίνει ή μητέρα του στη Θεσσαλονίκη, μέ απελπισία καί σπαραγμό… Τον τραβούν οί μαντρισμένες σ' ολόκληρους μαχαλάδες, γυναίκες της εσχάτης υποστάθμης. Αυτές πού θαμπώνονται — καί υποδουλώνονται — μέ τά γαλλόνια του. Τον κυριεύει καί τό πάθος γιά πιοτό, γιά ρακί (ούζο) ιδιαίτερα. Γυναίκες, πιοτό, γλέντια, ξενύχτια, όργια. Τό πρωί ασκήσεις καί μαθήματα. Δέν αργεί καί τό μεγαλύτερο κακό. Επάρατος νόσος τούτην τήν εποχή είναι ή φυματίωσις, ή φθίσις, τό «χτικιό». Εδώ όμως — πριν νά μάθη τίποτα ή μάνα του, πριν άπό τις κλάψες της — ό Μουσταφά Κεμάλ, δείχνει τήν σιρεδένια αποφασιστικότητα του. Μέ τήν πρώτη προειδοποίησι των γιατρών (προφυματική κατάστασις) όλα κόβονται μέ τό μαχαίρι.. Τώρα, όπως αποτραβιέται άπό τά άλλα, ρίχνεται πάλι στο διάβασμα. Καί πάλι όταν τό ρίχνη στή μελέτη, κανείς δέν τον φθάνει. Αριστεύει, περνάει καί στην ανωτάτη σχολή τού τουρκικού στρατού, τήν Ακαδημία Πολέμου. Τό 1905, σέ ηλικία 24 χρόνων, είναι Λοχαγός, επιτελικός και άριστος. Συμμαθηταί και συνάδελφοι τον θαυμάζουν γιά τήν μόρφωσί του, τήν στρατιωτική άλλα καί τήν έγκυκλοπαιδική. Είναι ανήσυχος όμως. Στή Σχολή τιμωρείται μέ φυλάκισι, γιά πολιτικολογία. Στή Συρία όπου τοποθετείται, μπλέκει σέ μιά άντικαθεστωτική συνωμοσία, μέ τήν όργάνωσι «Τανίν» (Πατρίς). Ανακαλύπτεται άλλα ξεμπλέκει, μόνο μέ μιά μετάθεσι, άπό τή Δαμασκό στη Θεσσαλονίκη. Εδώ είναι κι αν είναι πού βράζουν οι συνωμοσίες. Εδώ έχει μεταφερθή ή έδρα του νεοτουρκικού κομιτάτου «Ενωσις — Πρόοδος», άπό τό εξωτερικό, άπό τήν Ελβετία. Από τό 1877 υπάρχει στην Τουρκία κόμμα μέ πρόγραμμα, συνταγματικές ελευθερίες καί κοινοβουλευτική διακυβέρνηση Τότε ό αρχηγός του, Μιδάτ πασάς, έκανε καί πρωθυπουργός ενα χρόνο, έκανε καί εκλογές, τής «κακής ώρας».
Αλλα τό Σύνταγμα τό χρειαζόταν ή Τουρκία, όσο υπήρχαν ελπίδες οτι μ' αυτό — μέ πολιτικές ελευθερίες γιά όλους τους πολίτες — θά γλύτωνε ή Οθωμανική Αυτοκρατορία τήν άπελευθέρωσι χριστιανικών περιοχών. Οταν τό μέτρο δέν απέδωσε, όταν κηρύχθηκε ό ρωσοτουρκικός πόλεμος τού 1877, καταργήθηκαν καί οί άχρηστες συνταγματικές πολυτέλειες. Ο Μιδάτ έξόρίσθηκε. Ο σουλτάν Χαμήτ συνέχισε τήν απολυταρχική διακυβέρνησί του, σάν σουλτάνος καί χαλίφης (σκιά τού Προφήτου επί τής γης). Αλλά τούτα τά τελευταία χρόνια, πάλι εντείνονται οί συνταγματικές συνωμοσίες, ιδιαίτερα μεταξύ τών νέων άξιωματικών. Αρκετοί άπ' αυτούς είναι πραγματικά φιλελεύθεροι. Οί περισσότεροι όμως, μόνο «νασιοναλισταί» (έθνικισταί). Πάλι διαγράφονται γιά τήν Τουρκία κίνδυνοι. . . «σαλαμίου» (κόψιμο, φέτας - φέτας, όπως στο σαλάμι, περιοχών άπό τήν οθωμανική Αυτοκρατορία). Καί οί νασιοναλισταί πιστεύουν οτι θά αποτρέψουν τον νέο κίνδυνο, μέ τό Σύνταγμα καί τό Κοινοβούλιον. Μέ τήν άπάντησι προς τις Μεγάλες Δυνάμεις καί όλους τους Εύρωπαίους: Ολοι οί κάτοικοι τής Αυτοκρατορίας, Μουσουλμάνοι καί Χριστιανοί, είναι ισότιμοι, ελεύθεροι πολίτες! Οί συνωμοσίες βράζουν στην τουρκική Μακεδονία. Οί ευκαιρίες άναδείξεως γιά ένα νέο,, φιλόδοξο καί ικανό αξιωματικό, είναι εξαιρετικές. Αλλά ό φιλόδοξος, λοχαγός, θά χάση σ' αυτήν τήν φάσι, «τό λεωφορείο», θά άκολουθήση κι αυτός τό ρεύμο βέβαια, άλλα δέν θ΄ άναδειχθή αρχηγός ένας άπό τους αρχηγούς, έστω. Θά άκολουθήση, διστακτικός. Γιατί; Ο ίδιος θά δώση αργότερα τήν έξήγησι «Δέν πρέπει σέ τέτοιες στιγμές, νά βρίσκεται κανείς κοντά στους δικούς του». Ενώ στή Θεσσαλονίκη, βρίσκονται, ή μητέρα καί ή αδελφή του. Καί ή Ζομπέϊντα χανούμ, πού μέ τήν μητρική διαίσθησι πολλά καταλαβαίνει, γίνεται εμπόδιο στην έξέλιξί του:
—Μή παιδί μου, μή γιαβρούμ. Μήν άνακατεύεσαι. Αν μ' αγαπάς, αν δέ θέλης να με στείλης στον τάφο, μήν πλέκης.
Καί εκείνος επηρεάζεται. Μέ άποτέλεσμα, κάποιος άλλος νά τού φράξη τό δρόμο, γιά πολλά χρόνια.
Είναι ό ταγματάρχης Εμβέρ μπέης, Αλβανός άλλα κι αυτός μέ όμοια «μακεδονική σταδιοδρομία», στά πρώτα του χρόνια: Ο πατέρας του Αχμέτ αγάς, ήταν κλειδούχος στή σιδηροδρομική γραμμής Μοναστηρίου. Ηταν καί φημισμένος τραγουδιστής αμανέδων. Μέ «μιά ρακή», έτερπε τον δικό του λάρυγγα καί τάς καρδίας άλλων, στους καφενέδες. Ο γυιός του, πέρασε κι αυτός άπό σχολή «στρατοπαίδων», άπό τήν μέση στά Βιτώλια καί τήν ανώτερη στην Πόλη. Τώρα γίνεται ή ψυχή τής συνωμοσίας πού θά ξεσπάση τον Ιούνιο τού 1918. Καί ένας από τους δύο τολμηρούς πού άρχισαν τήν έξέγερσι: Στή Ρέσνα ό Νιαζή μπέης μέ σαράντα τσετέδες ή τσέτες (συμμορίτες), στο Ντεμίρ Ίσάρ ό Εμβέρ μπέης, μέ άλλους τόσους τσέτες. Οί δυο συμμορίες κυλοΰν σάν χιονοστιβάδες προς τα Βιτώλια και την θεσσαλονίκη. Αρχηγός, επιβάλλεται από τις πρώτες ημέρες, ό Εμβέρ. Ο δημοσιογράφος Σπύρος Μελάς πού πρώτος θά τού πάρη συνέντευξι, τον βρίσκει λεπτό και σεμνό, σάν δεσποινίδα. Και άλλοι πολλοί τήν ίδια έντύπωσι έχουν για εκείνον πού θά εξελίχθη σέ σφαγέα τών 'Αρμενίων, Και ό ιστορικός Εμμανουήλ Έμμανουηλιδης, γράφει γι' αυτόν: «Το έξωτερικόν του δεν έπρόδιδε τον γενίτσαρον, ό οποίος ένεφώλευεν εντός. Νέος, λεπτός, με κανονικά χαρακτηριστικά και λεπτούς τρόπους.:.».
ΦΩΤ.: Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΙΣ Η ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ ΤΗΣ ΣΕΒΑΣΤΕΙΑΣ ΟΠΟΥ ΕΛΗΦΘΗ Η ΠΡΩΤΗ ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΩΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΝΙΚΗΤΩΝ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ.
Ο δρόμος της δόξας, ανοίγει γιά τόν γυιό τού άμανετζή Αχμέτ αγά, από το καλοκαίρι τού 1908. Ο Αλβανός ταγματάρχης μέ τους λεπτούς τρόπους, κομματικός στρατιωτικός αρχηγός τών Νεότουρκων πού επικρατούν πιά, δέν αμφιβάλλει γιά το ότι σύντομα θά γίνη και στρατηγός και αρχιστράτηγος. Κανέναν δεν άναγνωρίζει γιά καλύτερο του. Εναν μόνο, υποσυνείδητα, τόν φοβάται: Εκείνον τόν Μουσταφά Κεμάλ. Αλλά κι εκείνος τόν βλέπει, σάν τόν τολμηρό τυχοδιώκτη πού τού πήρε τή θέσι, στο λεωφορείο της δόξας. Η Θεσσαλονίκη παραμένει πάντα ή έδρα δυνάμεως των Νεότουρκων. Έδώ κρατούν αίχμάλωτο — γιά σιγουριά — και τόν σουλτάν Χαμήτ, μετά τήν έκθρώνισί του. Έδώ έχουν, το 1911, και μεγάλο κομματικό συνέδριο. Έπάνω σ' αύτό, τους έρχεται μιά δυσάρεστη ειδησις: Η Ιταλία έκήρυξε τόν πόλεμο κατά της Τουρκίας, θέλει νά κάνη αποικία της τήν Λιβύη (Τριπολίτιδα και Κηρυναϊκή). Τήν τελευταία ξεχασμένη αφρικανική περιοχή πού δεν τήν έχουν άποικιοποιήσει οι Ευρωπαίοι. Ξεχασμένη τότε, γιά τήν φτώχεια και τήν κακομοιριά της (πολύ πριν από τήν άνακάλυψι τών πετρελαίων της). Οπως ήταν ξεχασμένη, εμείνε στην Τουρκία. Αλλά αποκομμένη, γιατί οί Αγγλοι έχουν καταλάβει τήν Αίγυπτο. Ετσι καμμιά στρατιωτική βοήθεια δεν μπορεί νά στείλη ή Τουρκία, στην ξεχασμένη επαρχία της. Τί μένει; Νά πάνε τουλάχιστον εκεί μερικοί αξιωματικοί νά βοηθήσουν, νά οργανώσουν τήν άντίστασι τών φυλών τής έρημου — τών Σενουσί — κατά τών Ιταλών. Κι αύτη ή μετάβασις όμωςς, ούτε εύκολη, ούτε ακίνδυνη είναι. Ποιοι το αποφασίζουν; Τώρα ό Κεμάλ, δεν επηρεάζεται άπό μητρικές συμβουλές. Ξεκινάει, κάποτε φθάνει στην έρημο. Μά — ανάθεμα τον — πάλι ό Εμβέρ τόν πρόλαβε, πάλι μπροστά του τόν βρίσκει. Αλλά ή έρημος είναι απέραντη, έχει τόπο και γιά τους δυό. Ενα χρόνο πολεμούν έκεί. Οι Αραβες της Λιβύης — και μέ τήν βοήθεια τών Τούρκων οργανωτών — κατορθώνουν νά σταθεροποιήσουν ενα «μέτωπο», νά περιορίσουν τους Ιταλούς σέ μιά λεπτή παραλιακή ζώνη. Ο σεΐχης Ιντρίς (ό προ διετίας εκθρονισθείς βασιλεύς), ή οικογένεια Καραμανλή και πολλοί άλλοι παράγοντες, ποτέ δε θά υποταγούν ολότελα στους Ιταλούς. Εκεί στην έρημο, μαθαίνουν τήν συνταρακτική ειδησι: Τά τέσσερα χριστιανικά κράτη της Βαλκανικής — μαζί και τά τέσσερα, σέ μιά Χριστιανική συμμαχία — έκήρυξαν τόν πόλεμο κατά της Τουρκίας. Γρήγορα πρέπει νά γυρίσουν, νά προφθάσουν. Μά το γρήγορα, μιά κουβέντα είναι. Οταγματάρχης Κεμάλ, κατευθύνεται στην Αλγερία και ακολουθεί το σιδηροδρομικό δρομολόγιο: Γαλλία — Αυστρία — Ρουμανία κι άπ' έκεί θαλλάσιο, ως τήν Πόλη. Κατάρα και ανάθεμα. Πάλι τόν πρόλαβε δ αντισυνταγματάρχης Έμβέρ. Ποιο δρόμο ακολούθησε ό αναθεματισμένος Αρναούτης γιά νά προλάβη, και νά θαύματουργήση κι ολας; Η κήρυξι τού πολέμου βρήκε την Τουρκία με κυβέρνησι, πάλι παλαιοτουρκική. Δεν έγινε καμμιά άντεπανάστασις όμως. Μέ κοινοβουλευτική πλειοψηφία σχημάτισαν κυβέρνησι, μετριοπαθείς Παλαιότουρκοι. Έτσι μόνο διοικητικοί διωγμοί γίνονται κατά των Νεότουρκων. Και έτσι οί τελευταίοι, εχουν την δυνατότητα να όρύωνται κατά των υπευθύνων της καταστροφής: Η ευρωπαϊκή πτέρυξ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κατέρρευσε σαν ύπονομευμένο οικοδόμημα. Μέσα σε είκοσι μόνο μέρες, μόνο μερικές νησίδες έμειναν. Μερικά πολιορκημένα φρούρια (Ιωάννινα, Σκόδρα τής Αλβανίας, Αδριανούπολις) και ή χερσόνησος Καλλιπόλεως. Στή Θεσσαλονίκη μπήκαν θριαμβευτικά οί Ελληνες. Οί Βούλγαροι φθάνουν στην Τσατάλτζα. Εκεί, στό στενό μέτωπο, συγκεντρώνουν οί Τούρκοι, ό,τι έχουν και δεν έχουν.
Ενώ οί Νεότουρκοι μαίνονται πάντα κατά των υπευθύνων και παρηγορούν τους Οσμανλήδες μέ τά ονόματα των κορυφαίων τους: Εφθασε ό λέων τής Μπεγκάζης, Εμβέρ. Στην Τσατάλτζα μάχεται ό συνταγματάρχης Τζεμάλ. Ο Ταλαάτ (πολιτικός αρχηγός τού Κομιτάτου, πάει εθελοντής στρατιώτης, στην Τσατάλτζα κι αυτός. Οί «τρίανδροι» όμως πού ή προπαγάνδα τους θέλει νά μάχωνται στην Τσατάλτζα, συνωμοτούν πάλι μέσα στην Πόλη. Μέ δραστικά αποτελέσματα τής συνωμοσίας τους; Στις 10 Ιανουαρίου συνεδριάζει το «Συμβούλιο Στέμματος» νά αποφασίση αν θά γίνουν δεκτοί οί οροί των βαλκανικών συμμάχων. Εκείνη τήν ώρα «διέρχεται τυχαία» ενα τάγμα, εξω άπό τά Ανάκτορα τού Ντολμά Μπαξέ, μέ τον Εμβέρ επί κεφαλής. Το τάγμα εισβάλλει στα Ανάκτορα. Βγαίνει μέ τον θόρυβο ό υπουργός Στρατιωτικών Ναζίμ πασάς, νά δή τί γίνεται. Δέν προφθαίνει νά δή, ούτε τον Εμβέρ πού τον σημαδεύει και τον ξαπλώνει νεκρό. Σκοτώνονται και οί δυο ύπασπισταί του. Καί. .. τόσο ήταν! Σχηματίζεται κυβέρνησις υποχείρια των Νεότουρκων, μέ παντοδύναμη τήν Τριανδρία καί τον Εμβέρ ανεπίσημο αρχιστράτηγο. Καί ό Κεμάλ; Αυτός μέ βραβείο των αγώνων του στην Λιβύη ενα βαθμό, έχει τοποθετηθή έπιτελάρχης, στή μεραρχία πού κρατάει το Μπουλαίρ, τον στενό λαιμό τής χερσονήσου Καλλιπόλεως. Εκεί, υφίσταται καί τήν έπιθεώρησι τού παντοδύναμου καί μισητού Αλβανού, πού επιδιώκει νά τον «τσαλακώση». Οταν διατυπώνη τήν επιτελική γνώμη του γιά κάποιο ζήτημα, παίρνει τήν προκλητική καί άγρια άπάντησι:
—Εσύ ν' άκούς καί νά μή μιλάς. Μή μού κάνεις τον πολύξερο.

ΦΩΤ.: ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΚΕΜΑΛ, ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΕΠΙΣΚΕΥΗ ΤΟΥ.
Καί όταν δοκιμάζη νά υποστηρίξη τήν γνώμη του, τότε ό Εμβέρ, του «αστράφτει ενα χαστούκι»! Μπορεί κι αυτή ή «λεπτομέρεια» νά άποτελή μύθευμα των έχθρών του. Το «τσαλάκωμα» όμως, είναι γεγονός. Οπως καί ο απηνής διωγμός του. Το άστρο τού Εμβέρ μεσουρανεί πιά, ύστερα άπό μιά ακόμη εύνοια τής τύχης. Μέ τον δεύτερο βαλκανικό πόλεμο, οί Βούλγαροι αδειάζουν τήν Ανατολική Θράκη, γιά νά αντιμετωπίσουν Ελληνες και Σέρβους. Καί οί Τούρκοι, δέν αφήνουν ανεκμετάλλευτη τήν ευκαιρία, βέβαια. Ενα Σώμα Στρατού, άνακαταλαμβάνει — αντιστάσεως μή ούσης — τήν Άνδριανούπολι (ίεράν πάλιν τών Οσμανλήδων). Αρχηγός στό Σώμα Στρατού, απελευθερωτής, νικητής, «γαζής», ό Εμβέρ, εισέρχεται στην «ίεράν πόλιν». Παντοδύναμη ή Τριανδρία, θά κράτηση τήν εξουσία, πέντε ολόκληρα χρόνια. Οί Παλαιότουρκοι, είναι πιά ενα γηραλέο άλογο, όπως γράφει ό ιστορικός Έμμανουηλίδης: Το γηραλέον άλογον, έκουράσθη, όχι μακράν τού κρημνού. Εις τήν άμαξαν δε, έζεύχθησαν άντ' αύτού, ίπποι μανιώδεις. Εξέπνευσε καθ΄ ην στιγμήν ακριβώς, το βραδύ καί προσεκτικόν του βάδισμα — τόσον επιβλαβές άλλοτε — ήδύνατο ίσως νά άποβή χρήσιμον». Κανένα Παλαιότουρκο δέν φοβούνται πιά οί Τρίανδροι. Μόνο ό πιο δυναμικός άπό τους τρεις, πάντα έχει τον νοϋ του σ΄ εκείνον τον «τσαλακωμένο» υφιστάμενο του. Καλού - κακού, τού δίνει ενα φύσημα, γιά το εξωτερικό: Στρατιωτικός ακόλουθος στή Σόφια. Καί τώρα εκείνος, πάλι πρέπει νά συλλογίζεται μητέρα καί αδελφή. Ή Ζομπέϊντα χανούμ, άφησε τήν Θεσσαλονίκη, παίρνοντας τόν δρόμο τής προσφυγιάς. Καταφεύγει «μοατζίρ» στην Πόλη καί τού στέλνει μηνύματα: «Παιδί μου, πρόσεχε, μήν παρασύρεσαι, θά ερθη καί ή ώρα σου, γιαβάς - γιαβάς...»... Οί μανιώδεις τρίανδροι είναι αποδεδειγμένοι πράκτορες τών Γερμανών. Χωρίς νά λογαριάσουν τά χάλια τής αυτοκρατορίας τού Οσμάν, συμμαχούν μέ τις κεντρικές αυτοκρατορίες (Γερμανία - Αυστροουγγαρία). Ο Έμβέρ, καί ο Τζεμάλ, ξεκινούν μέ μιά στρατιά εκατό χιλιάδων ο καθένας τους, ό πρώτος νά κατάκτηση τόν Καύκασο, ό δεύτερος τήν Αίγυπτο. Θά σπάσουν τά μούτρα τους καί οί δυό. Από τις 100.000 τού Εμβέρ μόνο 12.000 θά διασωθούν, ύστερα άπό τήν καταστροφή τού Σαρί Καμίς (ποταμός κοντά στά σύνορα). Ο Εμβέρ σαν Ναπολέων, αφήνει τά υπολείμματα τής στρατιάς του καί τρέχει νά προλάβη άλλη καταστροφή: Οί Αγγλογάλλοι ετοιμάζουν άπόβασι στην περιοχή «Τσανάκ Καλέ» και «Κούμ Καλέ». Είναι ή περίφημη άπόβασις στά Δαρδανέλλια γιά τήν οποίαν —έκτος των άλλων— ξέσπασε ο «Ελληνικός Διχασμός», Με τήν επιμονή του Βενιζέλου γιά τήν έγκαιρη συμμετοχή (τόν Φεβρουάριο 1915) και τήν επίμονη άρνησι Βασιλέως — Μεταξά. Με το μέγα θέμα, αν θά πετύχαινε ή άπόβασις, στην περίπτωσι της έγκαιρης συμμετοχής ενός Ελληνικού Σώματος Στρατού. Τό τόσο μέγα θέμα, ώστε γράφει στην παγκόσμια Ιστορία του ό Αγγλος Ουέλς: «Οι Τούρκοι επληροφορήθησαν τά σχέδια των συμμάχων από άκαιρον βομβαρδισμόν γενόμενον δύο μήνας προ της ένάρξεως τών αποβάσεων και πιθανώς από προδοσίαν της Αυλής τού Κωνσταντίνου».
Βιαστικά και «όπως - όπως» συγκεντρώνουν δυνάμεις έκεί οι Τούρκοι. Αρχηγός τής αμύνης αναλαμβάνει ό Γερμανός στρατηγός Λίμαν Φόν Σάντερς (εκπαιδευτής καί οργανωτής τοΰ τουρκικού στρατού). Ο Κεμάλ έχει γυρίσει άπό τή Σόφια. Είχε κάνει στά Δαρδανέλλια τό 1913. Τώρα τού δίνουν τή διοικησι μιας μεραρχίας πού είναι όμως τής «κακής ώρας». Μέ ενα σύνταγμα άπό Τούρκους και δύο άπό Αραβες. Αλλά άπό το στρατηγείο εκείνης τής πρόχειρης κακομεραρχίας, ανατέλλει «άστρον λαμπρόν». Και πρώτος τό διακρίνει ό Φόν Σάντερς. Οι μάχες είναι σκληρές, φοβερές, «μ υ ρ ι ό ν ε κ ρ ε ς» (60.000 Τούρκοι νεκροί, 80.000 Άγγλογάλλοι). Μέ τις τρομακτικές απώλειες, ό Σάντερς, όλο συμπτύσσει μονάδες και δημιουργεί επιτόπια συγκροτήματα. Καί μέ τις αδιάκοπες ανασυγκροτήσεις όλο καί ανεβάζει τόν υφιστάμενο του Κεμάλ. Στο τέλος όλα τά υπόλοιπα μεγάλων μονάδων πού μάχονται στά Στενά, απαρτίζουν ενα Σώμα Στρατού. Μέ διοικητή τόν αποφασιστικό πολεμιστή καί επιτελικό πού ποτέ δεν κάνει πίσω, πού μάχεται σάν άγριος λύκος, άγριος γιά τους εχθρούς καί πιο άγριος γιά εκείνους πού διοικεί. Οι μάχες είναι φοβερές. Οί Τούρκοι φθάσανε αρκετές φορές στο «νύν καί αεί». Αλλά στο τέλος, οί Αγγλογάλλοι έκκενώνουν τήν Χερσόνησο Καλλιπόλεως, τις τελευταίες ημέρες τού 1915, αφήνοντας μόνο ξύλινους σταυρούς στίς ακτές της. Αλαλαγμοί καί ιαχές θριάμβου ακολουθούν σ΄ όλη τήν Τουρκία. Υπουργός Στρατιωτικών είναι ό Εμβέρ. Είναι καί «επίτροπος τού αρχιστρατήγου». (Δεν μπορεί νά γίνη καί αρχιστράτηγος, άφού έχει κηρυχθή «ιερός πόλεμος» καί τυπικά πρέπει ό Χαλίφης νά διοική τις ιερές στρατιές). Κάνει λοιπόν καί έναν «κοινοβουλευτικό θρίαμβο» στην Οθωμανική Βουλή, όπου παρουσιάζεται γιά νικητής ό ίδιος. Αλλα δέν ξεγελάει κανέναν. Ολοι ξέρουν ,σέ ποιόν οφείλεται ή νίκη. Τό λέει καί ενα λαϊκό τραγούδι πού αρχίζει, μακρόσυρτο σάν αμανές καί καταλήγει σέ ζητωκραυγή: «Τσανακαλέ ίντσιντεν / …………………… / Γιασά - γιασά / Κεμάλ πασά». Τώρα είναι πασάς (στρατηγός). Είναι γαζής (νικητής). Εχει καί τήν έκτίμησι τών πολυάριθμων Γερμανών επιτελικών πού πλαισιώνουν τις τουρκικές μεγάλες μονάδες. Ετσι ό Εμβέρ δέν μπορεί νά τού κάνη τίποτ' άλλο, παρά νά τόν τοποθέτηση σ΄ ένα μέτωπο, όπου άλλοι — ό εχθρός, οί Αγγλοι — θά μειώσουν τό κύρος τού «γαζή» τών Δαρδανελλίων. Τό μέτωπο αυτό είναι τό «αραβικό». Μετά άπό μιά πρώτη αποτυχία τους στις εκβολές τού Ευφράτη (Κούτ - Ελ - Αμάρα) οί Αγγλοι προχωρούν μεθοδικά. Ο Λώρενς ξεσηκώνει τους Αραβες. Ο τουρκικές στρατός δέ σώζεται μέ τήν τοποθέτησι εκεί ως αρχηγού τού Γερμανού στρατάρχου Φαλκενχάϊμ (αυτός πού «παραμερίσθηκε» άπό τό Δυτικό μέτωπο, γιά ν΄ άναλάβη έκεί τήν αρχηγία τό «ντουέτο», Χίντεμπουργκ — Λούντεντορφ). Ο γαζής πειθαρχεί στον προϊστάμενο του. Αλλά δέν έχει καμμιά διάθεσι ανοχής τών παρακατιανών Γερμανών «συνδέσμων» πού θέλουν νά τού κάνουν τόν επόπτη καί ύπερδιοικητή. Τους διαβολοστέλνει δλους, άγρια. Μέ αποτέλεσμα νά ζήτηση ό Φαλκενχάϊμ τήν άντικατάστασί του. Οί Γερμανοί πού ξέρουν πόσο τόν είχε βοηθήσει ό Φόν Σάντερς, τόν χαρακτηρίζουν αχάριστο. Διατρέχει κίνδυνο έξοντώσεως άπό τόν Εμβέρ πού τώρα δέν διαισθάνεται απλώς, αλλά βλέπει ολοφάνερο θανάσιμο κίνδυνο. Τόν διασώζει όμως ό διάδοχος Μεχμέτ Βαχεντίν. Κι αυτός μισεί θανάσιμα τόν Εμβέρ. Καί «περισυλλέγει» τόν Κεμάλ, στό επιτελείο του. Θά τόν πάρη μαζί του — γιά νά ζυγίσουν μαζί τήν κατάστασι -— όταν θά έπισκεφθή (ό Βαχεντίν) τό Γαλλικό μέτωπο. Καί όταν ανέρχεται στον θρόνο, τόν Ιούλιο τού 1918, τού ξαναδίνει διοικησι μεγάλης μονάδος. Καί μάλιστα στρατιάς. Αλλά είναι πολύ αργά πια γιά νίκες. Εκείνη ή Στρατιά Γκιλντερίμ (Κεραυνός) πού τήν διοικούσε ό Φαλκενχάϊμ, τώρα αποτελείται άπό ράκη. Και όλο υποχωρεί, όπως όλο προχωρεί νικητής, ό Αγγλος αρχιστράτηγος Άλεμπυ, μέ τις μεραρχίες του, μέ τό Ιππικό καί τους «καμηλοβάτες» τών αραβικών λεγεωνών τού Λώρενς. Ρωσική Ιστορία, γράφει γιά τις επιτυχίες τών "Αγγλων: «Τόν Σεπτέμβριο εξαπολύεται ή τελική έπίθεσις τού Αλεμπυ στά μέτωπα Συρίας καί Μεσοποταμίας. Ο τουρκικός στρατός βρίσκεται σέ οριστική διάλυσι. Οί στρατιώτες λιποτακτούν ένοπλοι καί ομαδικά. Οί Τούρκοι συντρίβονται στό Ναμπλούς, στη Βηρυττό, Δαμασκό». Στις 30 Όκτωβρίου 1918, οί Τούρκοι υπογράφουν τήν ανακωχή τού Μούδρου. Μιά σωστή, άνευ όρων παράδοσι. Μέ ύποχρέωσί νά παροπλίσουν όλα τά φρούρια τους και να διαλύσουν όλς τις στρατιωτικές μονάδες τους. Μέ δικαίωμα τών νικητών νά στείλουν τμήματα κατοχής, όπου θέλουν. Ο οπλισμός τών διαλυομένων μονάδων θά άποθηκευθή, θά σφραγισθούν οί αποθήκες καί θά δοθούν στους Αγγλογάλλους, ακριβείς καταστάσεις. Στην Αλεξανδρέττα βρίσκει τόν γαζή, ή άνακωχή. Πριν φύγη άπ' έκεέ, φροντίζει να κρύψη λίγον οπλισμό σέ απροσπέλαστα χωριά τού όρους Ταύρος. Επειτα ξεκινάει κι΄ αυτός, όπως όλοι οί άλλοι αξιωματικοί, γιά τήν Πόλη, όπου θά μείνη: «αντιστράτηγος εν διαθεσιμότητι». Και είναι μόνο 37 χρόνων. Ισως εκείνες τις ώρες άπογοητεύσεων, ούτε ό ίδιος νά τό φαντάζεται ότι μόνο ή προϊστορία του τερματίζεται.
ΦΩΤ.: Ο ΤΑΛΑΑΤ, ΜΠΕΗΣ ΚΑΙ ΠΑΣΑΣ ΑΡΓΟΤΕΡΑ, Ο ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΟΝ ΝΕΟΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΚΟΜΙΤΑΤΟΥ.
Οτι ή ιστορία του μόνο τώρα θ' άρχίση. Τώρα πού φθάνει βαρύς καί απογοητευμένος, στην κατεχόμενη πρωτεύουσα ... Οί μισητοί τρίανδροι έχουν έξαφανισθή-τόν Ταλαάτ τόν έχουν αιχμάλωτο στή Μάλτα, οί Αγγλοι. Ο Τζεμάλ κρύβεται στην Γερμανία. Καί οί δυό τους θά δολοφονηθούν, άπό έκδικητάς γιά τά εγκλήματα κατά τού έθνους τών Άρμενίων. Ο Εμβέρ χάθηκε, δραπέτευσε καί κατέφυγε στό Τουρκεστάν, στην κοιτίδα τών Τουρανών. Εκεί προσφέρει γιά λίγο τις υπηρεσίες του στον εμίρη τής Βουχάρας πού μάχεται κατά τών μπολσεβίκων. Ο άγνωστος άξιωματικός θά γίνη θρύλος γιά λίγο κι έκεί. Η άνάρριχτη χλαίνη του θά λένε πώς έχει πενήντα τρύπες άπό σφαίρες, χωρίς «να τόν πιάνη» καμμιά. Κάποτε όμως — άμαθος άπό καμηλοβασία — θά πέση κάτω σέ μιά φυγή. Αλλη καμήλα θά τόν τσαλαπατήση. Καί θά τόν φάνε μισοζώντανο, οί τσάκαλοι τής ερήμου τού Τουρκεστάν. Αυτόν πού είχε όνειρευθή τήν συγκρότησι ενός παντουρανικού κράτους, άπό εκείνη τήν έρημο, ως τήν Αλβανία! Τόν Άρειο παντουρανιστή τόν έφαγαν οί τσάκαλοι τού Τουράν. Τόν εκτουρκισμό τής Ανατολής όμως — ενα μέρος τών παντουρανιστικών σχεδίων — θά τόν πραγματοποίηση ένας Σημίτης τής διαλυμένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ό ντουμές γυιός τού Αλή Ριζά έφέντη. Ο μισητός τού Έμβέρ, Μουσταφά Κεμάλ. Ερείπια άφησαν τήν Αύτοκρατορία οί Νεύτουρκοι. Ολοι αυτούς θεωρούν ύπεύθυνους, όλοι τους καταδιώκουν καί αναθεματίζουν τους εξαφανισμένους τριάνδρους. Γιά πρώτη φορά άπό τό 1453, ή Ίσταμπούλ είναι υπόδουλη. Μέ άγγλογαλλικά — άπό κοντά καί ιταλικά — στρατεύματα κατοχής. Μέ δεκάδες πολεμιστών, όλων τών νικητών, στον Βόσπορο καί τόν Κεράτιο. Μέ στρατιωτικές αποστολές τους στό Πέραν. Οί ραγιάδες έχουν σηκώσει κεφάλι. Πέταξαν τά φέσια καί φόρεσαν καπέλα! Σηκώνουν χριστιανικές σημαίες στά σπίτια τους! Ακόμη καί οί λατέρνες πού γυρίζουν στους μαχαλάδες, είναι στολισμένες μέ χάρτινες σημαίες: Αγγλικές, γαλλικές, ιταλικές, αμερικάνικες, ελληνικές, σέρβικες και αρμένικες. Ναι και αρμένικες! Ολοι οί ραγιάδες σήκωσαν κεφάλι. Και oΙ Οσμανλήδες έβαλαν κάτω το κεφάλι. Περισσότεροι ραγιάδες στην Πόλη και πιο πολύ ενθουσιασμένοι για την νίκη των εχθρών τού Οσμάν, είναι οί Ελληνες, οί Γιουνανλήδες. Ο γαζής της νικημένης και υπό διάλυσιν αυτοκρατορίας, ώς τότε δέν είχε δώσει δείγματα μισελληνισμοϋ. Μα τώρα εδώ, στην Πόλη, οπού περιφέρεται ταπεινωμένος με πολιτικά, φωλιάζει το μίσος στην ψυχή του, κατά τού «βασιλικού Γένους των Ρωμαίων» πού διεκδικεί την κληρονομιά των προγόνων του. Καί τι δεν διεκδικούν οι Γιουνανλήδες. Την Θράκη, τήν Σμύρνη, ακόμη και την Τραπεζούντα, στον Πόντο !. . . Λίγους μήνες, μένει κι' αυτός «άπραγος συνωμότης» σαν τους άλλους αξιωματικούς με τά πολιτικά — στην Πόλη. Ολοι ύποφέρουν καθώς ή «παγκανότα» (χάρτινη λίρα) πήρε τήν κατρακύλα του πληθωρισμού. Ολοι συνωμοτούν ψιθυριστά, χωρίς καμμιά ουσιαστική δραστηριότητα. Ο Γαζής παρουσιάζεται στον σουλτάνο, μέ σχέδια αντιστάσεως κατά των επιδρομέων. Εκείνος όμως τον άποπαίρνει. Κάθε άντίστασις, θά προκαλέση και νέες ζημίες στην Πατρίδα. Υπομονή καί πειθαρχία, στον σουλτάνο καί χαλίφη. Αυτό πρέπει σέ κάθε στρατηγό. Καί τίποτα άλλο. Πού καί πού, σημειώνονται μερικά κρούσματα απειθαρχίας καί άντιστάσεως στην Πόλη καί στην Ανατολή: Μικροσαμποτάζ καί λεηλασίες οπλισμού άπό τις αποθήκες πού σφράγισαν οί διαλυμένες μονάδες καί πήραν καταστάσεις, Αγγλοι έπιθεωρηταί άξιωματικοί. Εκείνοι οί Αγγλοι — μ' ένα ραβδάκι παραμάσχαλα -— περιοδεύουν όλη τήν Ανατολή, κάνουν καί αναφορές στον αρχιστράτηγο Ούίλσων, γυρίζοντας: Ο λαός τής Τουρκίας είναι πειθαρχικός, μόνο μερικοί, κατάλοιπα στελεχών τού νεοτουρκικού κομιτάτου, προσπαθούν νά προκαλέσουν αναταραχή. Ναί, ό λαός, Πόλης καί Ανατολής, το ερριξε καί πάλι στην μοιρολατρία. Κισμέτ καί θέλημα θεού, ολα οσα γίνονται. Καί τά σχέδια διαμελισμού τής Αυτοκρατορίας: Μέ τις αραβικές χώρες οριστικά χαμένες, τήν Κιλικία γαλλική αποικία, τήν Αττάλεια μέ μεγάλη περιοχή ιταλική, τήν Σμύρνη ελληνική, τά Στενά «διεθνές κρατίδιο», ελεύθερη τήν Μεγάλη Αρμενία καί έλληνοαρμενική δημοκρατία στον Πόντο! Κισμέτ... Ο πατισάχ προστάζει, υπομονή καί πειθαρχία. Φθάνει νά μείνη αυτός, σουλτάνος τού κολοβωμένου Οσμάν καί Χαλίφης — πάντα — τών τετρακοσίων εκατομμυρίου τού Ισλάμ. Πού καί πού, κάποια πληροφορία, αναταράζει γιά λίγο άπό τόν λήθαργο τους Οσμανλήδες: Ο Κιαζήμ Καραμπεκήρ, ό διοικητής τής Στρατιάς Καυκάσου, δεν διέλυσε τις μεραρχίες του. Τις κρατάει συγκροτημένες, μέ πυροβολικό, ιππικό, πολυβόλα.
— Αφερίμ Κιαζήμ, άσκολσουν Καραμπεκήρ, μουρμουρίζουν μέ θαυμασμό όσοι το μαθαίνουν. Μόνο εσύ φάνηκες, άξιος στρατηγός.
Η φήμη είναι σωστή, οχι όμως καί οί έπαινοι. Οι Αγγλοι κράτησαν άδιάλυτη εκείνη τήν μεγάλη μονάδα, στά ρωσικά σύνορα. Διά τόν φόβον τών Μπολσεβικων. Τά κράτη τού Καυκάσου (Αρμενία, Γεωργία, Αζερμπαϊτζάν) έχουν γίνει ανεξάρτητα. Αλλά ή κομμουνιστική Ρωσία τούΛένιν, δεν άναγνωρίζει τήν ανεξαρτησία τους. Πάντα υπάρχει ό φόβος νά φράση στά ρωσοτουρκικά σύνορα, ό Κόκκινος Στρατός. Καί γιά τόν λόγο αυτό αφήνουν συγκροτημένες εκεί οί Αγγλοι, τις έξη μεραρχίες τον Καραμπεκήρ. Είναι «μικροδύναμες» μέ 1.500 άνδρες η κάθε μιά, αλλά είναι στρατός, ή μονή συγκροτημένη δύναμις τής Τουρκίας. Αλλοτε πάλι, φθάνουν φήμες γιά κάποιον «έφέ», λησταρχο καπετάνιο τής Ανατολής που έσπασε τήν σφραγισμένη κούτα κάποιας άποθήκης οπλισμού. Κι' αυτές οί διαρρήξεις που καί πού, αληθινές είναι. Αυτές τις φοβάται ό σουλτάνος. Τις αποδίδει στο Κομιτάτο. Θέλει νά πατάξη τους αδιόρθωτους ταραξίες. Τότε ό Μέγας Βεζίρης Δαμάτ Φερήτ, προτείνει νά σταλή στρατιωτικός επιθεωρητής στά ανατολικά βιλαέτια, ό Κεμάλ.
— Μά αυτός είναι πιο αδιάλλακτος, παρατηρεί ό σουλτάν Μεχμέτ.
— Είναι, απαντάει ό Βεζύρης, αλλά είναι καί σκληρός, θά έπιβάλη τάξι καί πειθαρχία.
— Μά είναι καί «έκφρων», δέν κρύβει το μίσος του κατά τών ίερωμένων.
— Μεγαλύτερο μίσος τρέφει κατά τών Νεοτούρκων. Γνωρίζετε τήν καταδιωξι τήν οποίαν ύπέστη, καί άπό τήν οποίαν τόν διέσωσεν ή Υμετέρα Μεγαλειότης. Γνωρίζετε ότι καί έρραπίσθη άπό τόν Έμβέρ.
Παρά τήν έπιχειρηματολογίαν τού Βεζύρη, μέ δισταγμό βάζει τήν υπογραφή του στο Διάταγμα, ό Σουλτάνος. Ο Φερήτ όμως πατάει βιαστικά τόν «ντούρα» (σφραγίδα) καί στέλνει τόν διορισμό, στον εν διαθεσιμότητι στρατηγό. Κι' εκείνος, βιαστικά, ξεσκονίζει τήν στολή του. Θά τόν συνοδεύση ό νεαρός πιστός καί άφωσιωμένος του ταγματάρχης Αρίφ. Τόσο πιστός, ώστε οι φήμες τόν θέλουν γυιό του. Η διαφορά ηλικίας μεταξύ τους είναι μικρή. 'Αλλά κατά τις φήμες πάντοτε, πολύ νέος ό Κεμάλ είχε γίνει ανθυπολοχαγός καί είχε ιδιαίτερες σχέσεις μέ γυναίκες τού υποκόσμου τής Σταμπούλ. Μέ τόν Αρίφ υπασπιστή, επιβιβάζεται ό Επιθεωρητής σ' ένα τουρκικό σαπιοκάραβο, τής γραμμής Σαμψούντος. Στο επόμενο δρομολόγιο θ' άκολουθήση ό ναύαρχος Ρεούφ πασάς (ό κυβερνήτης τού πολεμικού «Χαμηδιέ» το 1913, πού διέσπασε τόν αποκλεισμό τοϋ Ελληνικού Στόλοιυ καί αναστάτωσε Αιγαίο καί Ιόνιο), θά ανταμώσουν στο εσωτερικό, στή Σεβάστεια. Κι' εκεί — μακρυά άπό Αγγλους καί αγήματα — θά δουν τί μπορεί νά γίνη. Οταν το σαπιοκάραβο εχη αφήσει το Βόσπορο πλέοντας στή Μαύρη θάλασσα, φθάνει στο λιμάνι, σουλτανικός απεσταλμένος. Μέ διαταγή ακυρώσεως τού διορισμού επιθεωρητού στά ανατολικά βιλαέτια. Πράκτορες τών Αγγλων, τους πληροφόρησαν ότι «έστειλαν τόν λύκο, νά φυλάη τά πρόβατα». Ο Αγγλος στρατηγός διαμαρτύρεται στον Σουλτάνο. Εκείνος τά βάζει μέ τόν Βεζύρη. Ο ντούρας σφραγίζει τώρα τήν ακυρωτική διαταγή. Αλλά αργά πιά. Το καράβι τής γραμμής, πλησιάζει στήν Σαμψούντα. Οί Τούρκοι έκεί, έχουν είδοποιηθή γιά τόν αναμενόμενο:
— Ερχεται ό γαζής τού Τσανάκ Καλέ, μέ έκτακτες άρμοδιότητες καί εξουσίες.
Πολλοί Τούρκοι περιμένουν το καράβι γύρω στις καπναποθήκες (τουτούν μερκεζί). Εκείνο τό πρωινό, έχει άναπτερωθή τό ηθικό τους. Οταν αποβιβάζεται ό στρατηγός, ξεσπούν σέ ζητωκραυγές καί πολεμικές ιαχές. Ψυχρός εκείνος, χωρίς ένα χαμόγελο ικανοποιήσεως, σηκώνει τό χέρι γιά νά έπιβάλη σιωπή καί απαντάει:
— Μέρχαμπα καρντασλάρ (ειρήνη σέ σας αδελφοί).
(ΦΩΤ.: ΤΟ «ΚΑΛΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ»: O ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΜΕ ΚΟΙΝΟ ΚΑΠΕΛΛΟ.).
Δέν έρχεται γιά ειρήνη ό αναμενόμενος, άλλα «μάχαιραν βάλειν». Εθιμοτυπικός είναι εκείνος ό χαιρετισμός του. Τό ξέρουν οί διαδηλωταί πού τόν ακολουθούν, ώς τό κονάκι (διοικητήριο) όπου οί τζανταρμάδες κλείνουν τις πόρτες. Τό βλέπουν καί οί Ελληνες τής Σαμψούντας, πού ανησυχούν. Αλλά κανείς άπό τους Σαμψουλούδες (Τούρκους ή Ελληνες) δέν μπορεί νά φαντασθή τήν ιστορική σημασία εκείνης τής ημερομηνίας. Ποιας ακριβώς, δέν είναι έξακριβωμένο, μέ τήν σύγχυσι ήμερολογίων πού επικρατεί: Τού γρηγοριανού τών Ευρωπαίων. Τού Ιουλιανού τών Ορθοδόξων. Καί τού Μουσουλμανικού (άπό Προφήτου καί Εγίρας). Στήν εξαιρετική καί στά μή στρατιωτικά θέματα, επίτομη Ιστορία τού Γ.Ε.Σ. γιά τήν Μικρασιατική Εκστρατεία, ή άφιξις τού Κεμάλ τοποθετείται πριν άπό τήν 2α Μαίου (ημέρα άποβάσεως τού Ελληνικού Στρατού στή Σμύρνη, Ελληνες τής Σαμψούντας ομως, θυμούνται ότι πρώτα έμαθαν τήν μεγάλη είδησι καί ύστερα είδαν τόν Γενικό Επιθεωρητή στήν πόλι τους. Η διαφορά τριών, τεσσάρων, πέντε ημερών όμως, δέν έχει ιδιαίτερη σημασία. Οπωσδήποτε εκείνος, φθάνοντας έγνώριζε τόν νέο κίνδυνο γιά τήν πατρίδα του, τήν ελληνική άπόβασι. Κι' αν δέν είχε πραγματοποιηθή, όλοι τήν περίμεναν. Και όλοι οί Τούρκοι, αυτόν τον κίνδυνο θεωρούν τρομακτικό και ολέθριο. Οί άλλοι, οί Ευρωπαίοι, όσες περιοχές κι΄ άν καταλάβουν, κάποια μέρα, αργά ή γρήγορα, θα φύγουν. Τί γίνεται όμως με το «Βασιλικόν Γένος των Ρωμαίων»; Δε σταματάει στην Σαμψούντα ό Επιθεωρητής. Δεν αμφιβάλλει πώς ή ανυπακοή του στή βασιλική διαταγή ανακλήσεως, θά εχη συνέχεια κυρώσεων. Επειτα έδώ, βρίσκεται και ενα αγγλικό (Ινδικό) τάγμα. Περιορίζεται λοιπόν σε μερικές απειλητικές έκδηλώσεις κατά τών κατακτητών και σε διαταγές προς τις αρχές γιά σκληρή στάσι προς τους απίστους. Και ξεκινάει γιά το εσωτερικό. Οσο απομακρύνεται από τή θάλασσα, τόσο υποδαυλίζει μέ πύρινους λόγους το μίσος κατά τών απίστων, στην Κάβζα πρώτα, στην Αμάσεια έπειτα. Ακόμη όμως, δέν παρασύρεται σέ καμμιά έκδήλωσι κατά τού Σουλτάνου. Στην Σεβάστεια (Σιβάζ) τον φθάνει ό Ρεούφ πασάς. Τον περιμένουν και δυο στρατηγοί. Ο Ραφέτ, στρατιωτικός διοικητής της περιοχής και ό Αλή Φουάτ, της Αγκύρας. Σε σύσκεψι (μαζί και ό αχώριστος Αριφ) αποφασίζουν νά αρχίσουν τήν όργάνωσι αντιστάσεως εναντίον όλων των κατακτητών και καταπατητών της Ανατολής (Μικράς Ασίας). Οί μεγαλώνυμοι «στρατιωτικοί διοικηταί» ομως, δέν διαθέτουν καμμιά δύναμι, εκτός άπό 2 — 3 λόχους τυφεκιοφόρων σκορπισμένους στις περιφέρειες τους. Αυτοί οι τυφεκιοφόροι βέβαια, δέν αποτελούν στρατό. Στρατιωτική δύναμι, μόνο ό Καραμπεκήρ διοικεί. Τί θά κάνη όμως αυτός; Ο στρατηγός τού Καυκάσου, είναι ένας γνήσιος Οσμανλής. Εξαιρετικός, άριστος στρατιωτικός. Αγριος κατά τών απίστων, όταν πολεμάη. Αλλά πιστός και αφοσιωμένος πάντα, στον Σουλτάνο και Χαλίφη. Η πίστις του εκείνη, δέν αποτελεί εμπόδιο συνεργασίας, κατά τών Ραφέτ, Γκαλήπ και Ρεούφ. Μήπως και οί ίδιοι, δέν τρέφουν απέραντη άφοσίωσι προς το ιερόν πρόσωπον τού Χαλίφη, τήν σκιάν τού Προφήτου έπί της γης;
— Μήν έχετε αυταπάτες, τους απαντάει ό έπιθεωρητής. Αργά ή γρήγορα, άλλα μάλλον γρήγορα, μέ τις αποφάσεις μας θά βρεθούμε σέ σύγκρουσι μέ τον Σουλτάνο.
ΦΩΤ.: ΣΤΙΣ ΠΡΩΤΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΤΟΥ, ΩΣ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΘΝΟΣΥΝΕΛΕΥΣΕΩΣ ΑΓΚΥΡΑΣ. 'ΕΧΕΙ ΚΑΤΑΡΓΗΣΕΙ ΤΟ ΦΕΣΙ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ. ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΠΡΟΧΩΡΕΙ ΑΚΟΜΗ ΣΤΟ ΚΑΠΕΛΛΟ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΟ, ΣΤΑΔΙΟ ΕΧΕΙ ΤΟ ΤΡΙΧΩΤΟ ΚΑΛΠΑΚΙ. ΑΥΤΟ «ΔΕΝ ΑΝΤΙΚΕΙΤΑΙ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΙΕΡΟΥΣ ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΟΝ ΚΟΡΑΝΙΟΥ». ΤΟ ΟΠΟΙΟΝ ΚΟΡΑΝΙΟΝ, ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ ΚΑΛΥΜΜΑ ΚΕΦΑΛΗΣ ΜΕ «ΓΕΙΣΟ»

Δέν το παραδέχονται όμως εκείνοι και δέν επιμένει ό άλλος. Το πρόβλημα της στιγμής, είναι το τί θά κάνη ό Καραμπεκήρ. Γιά νά τον προσεταιρισθούν, αποφασίζουν νά κάνουν μιά μεγαλύτερη σύσκεψι στην έδρα του, στο Ερζερουμ (τήν βυζαντινή Θεοδοσιούπολι). Σ' αυτήν καλούνται νά προσέλθουν και άλλοι παράγοντες, στρατιωτικοί, πολιτικοί ακόμη και Ιερωμένοι. Αυτή ή σύσκεψις θά όνομασθή αργότερα, προκαταρκτική συνέλευσις τού Ερζερουμ. Μαθαίνει τά συμβούλια και διαβούλια, ό Σουλτάνος. Δέν έχει αμφιβολίες γιά τό ποιος είναι ή ψυχή της αντιστάσεως στις αποφάσεις του. Και ακολουθούν ραγδαίες εξελίξεις: Μέ διαταγή προς τον Επιθεωρητή καλείται ό Κεμάλ νά έπιστρέψη στην Πόλη, «άμα λήψει» (της διαταγής). Μέ πειθαρχική και ευλαβική αναφορά απαντά ό παραλήπτης. Και καλεί τον Πατισάχ, νά άπομακρυνθή άπό τήν άγγλοκρατούμενη Ίσταμπούλ, νά φθάση στα απροσπέλαστα ανατολικά βιλαέτια και νά άναλάβη ό ίδιος τήν ήγεσίαν τού αγώνος. Εξαλλος ο Μελμέτ Βαχεντίν, καθαιρεί τον στασιαστή (τον επαναφέρει εις τήν τάξιν τού στρατιώτου) και δίνει διαταγη συλλήψεως του, «προς άπάσας τάς στρατιωτικάς αρχάς». Τήν επομένη, ό Καραμπεκήρ παίρνει και προσωπική διαταγή (πέραν τών άπασών στρατιωτικών αρχών) νά συλλάβη τον «έκφρονα» και νά τον άποστείλη δέσμιο, στην πρωτεύουσα. Είναι 22α Ιουλίου 1919 και έχει αρχίσει ή προκαταρκτική συνέλευσκ τού Ερζερουμ. Μαθαίνοντας τήν διαταγή, αναστατώνονται όλοι: Τί θά κάνη ό Κιαζήμ πασάς; Πιό αναστατωμένος όμως είναι ό ίδιος ό παραλήπτης: Τί νά κάνη; Τι πρέπει νά κάνη τώρα; Ολη νύχτα δέν κλείνει μάτι. Τό πρωί καλεί σέ δική του σύσκεψι, τους φίλους του, τις αρχές τού Ερζερουμ (Βαλή, μουφτή, μπέηδες, κατήδες, γηραιούς προκρίτους).
Ολοι τους είναι σαν και τον ίδιο, συντηρητικοί παλαιότουρκοι. Εξομολογείται την αγωνία του, το δίλημμα πού τον βασανίζει. Να εκτελέση την διαταγή; Νά παρακούση στον Σουλτάνο! Οι άλλοι τον άκούν συλλογισμένοι, ώρα πολλή. Ο γεροντότερος των συμβούλων, τού ζητάει μερικές διευκρινίσεις:
— Αλήθεια αυτός ό Σαλονικιός επιθεωρητής, είναι ένας όλιγόπιστος ντονμές;
—Λένε πολλά, αλλά δεν ξέρω άν είναι αληθινά.
—Αλήθεια είναι ένας «εκφρων», αλήθεια δε σέβεται τον Χαλίφη, τους Ιερωμένους;
—Εχει κάτι διαφορετικές αντιλήψεις άπό τις δικές μας, είναι πολύ «νεωτεριστής».
—Και γιατί διστάζεις νά εκτελέσης την διαταγή πού έλαβες;
—Γιατί λέει και πολλά σωστά. Αν μείνουμε απαθείς, άν δεν αντιδράσουμε, εδώ στο Ερζερούμ θα στήσουν το ντοβλέτι τους οί Αρμένηδες. θά γίνη πρωτεύουσα τού Χαγεστάν, της Μεγάλης Αρμενίας. Παραπέρα, το Διαρβεκίρ, θά γίνη πρωτεύουσα τού Κουρδιστάν. Αυτά είναι τά σχέδια Αγγλων και Γάλλων. Και όσο για τους Γιουνανλήδες, το ξέρετε δά ότι αυτοί έχουν βγή, εδώ και δυο μήνες στο Ίζμίρ.
—Μα αλήθεια, λοιπόν, θέλουν νά γίνη το Έρζερούμ, πρωτεύουσα της Μεγάλης 'Αρμενίας;
—Το θέλουν και θά γίνη, αν σκύψουμε τό κεφάλι.
Σκύβουν τά κεφάλια τους σέ βαθειά συλλογή, οι πρόκριτοι. Ξύνουν μ΄ αμηχανία τά γένια τους. Με ματιές συνεννοούνται. Και πάλι ό γεροντότερος, δίνει την άπάντησι:
— Κιαζήμ Καραμπεκήρ πασά, αυτό δεν πρέπει νά τό δεχθούμε ποτέ.
— Ποτέ, συμφωνούν και όλοι οί άλλοι.
ΦΩΤ.: 1924. ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΡΙΑΜΒΟ ΤΟΥ (ΝΙΚΗ ΣΤΗ Μ. ΑΣΙΑ, ΕΞΩΣΙΣ ΤΟΥ ΣΟΥΛΤΑΝΟΥ)

Βαρύς και συλλογισμένος πάντα, ό διοικητής της Στρατιάς Καυκάσου, συναντάει τους άλλους «παροπλισμένους» στρατηγούς. Τους διαβάζει τήν διαταγή πού έχει, μέ ευλάβεια γιά τον αποστολέα της. Και με ευλάβεια πάντα, μέ αργές κινήσεις, τήν σκίζει. Ο Κεμάλ γλυτώνει άπό θανάσιμο κίνδυνο τότε, εκεί. Αν τον έδενε ό υφιστάμενος του, ό θάνατος τον ανέμενε στην Πόλη. Η κεμαλική έπανάστασις, έκει γίνεται πραγματικότης. Μέ τήν κατάκτησι εκείνων των μικροδύναμων — έστω — εξη μεραρχιών τού Καυκάσου. Από τήν στιγμή πού ό υποστράτηγος Κιαζήμ άπειθαρχεί στον Σουλτάνο, αναγνωρίζει τον αρχιστράτηγο Κεμάλ, γιά αρχηγό του. Τώρα, άν μερικά χρόνια αργότερα θά τό μετανοιώση πικρά, αυτό είναι άλλη ιστορία. Καί έχει σχέσι μέ τά μεταρρυθμιστικά σχέδια τού «όλιγόπιστου», τήν άντιδρασι τού κατά βάθος πάντα παλαιότουρκου Κιαζήμ, τήν άπόφασι τού Κεμάλ νά τον άπαγχονίση καί τήν σωτηρία του — τήν τελευταία στιγμή — άπό τους αξιωματικούς πού δεν ανέχονται τήν ατιμωτική καταδίκη ενός εθνικού ήρωος. Η άλλη ιστορία έχει σχέσι καί μέ τό ελάττωμα της άπιστίας, διακριτικό τού δημιουργού της Νέας Τουρκίας. Τό ίδιο απόγευμα, ή «σύναξι», ανακηρύσσει «αυτή έαυτήν» προκαταρκτικήν έθνοσυνέλευσιν τού Ερζερούμ. Εκλέγει πρόεδρο της τον Κεμάλ. Συντάσσει ψήφισμα μέ τό οποίον δεν δέχεται καμμια έκχώρησι τουρκικού εδάφους σε ξένους (μέ έξαίρεσι τις αραβικές χώρες όπου δέχεται τήν διεξαγωγή δημοψηφίσματος !). Τέλος προκηρύσσει εκλογές γιά «κανονική», γιά τακτική έθνοσυνέλευσι πού θά συνέλθη στις 10 Σεπτειιβοίου 1919, στή Σεβάστεια. «Άλά Τούρκα». βέβαια και όχι «αλά φράγκα», θά γίνουν οί εκλογές εκείνες. Ο πατισάχ τις απαγορεύει. Απαγορεύει, και την μετάβασι αντιπροσώπων, στη Σεβάστεια. Ετσι, όποιος φθάνει εκεί (κρυφά, φανερά, μέ αραμπά, μέ άλογο, μέ καμήλα ή μέ γαϊδουράκι), γίνεται δεκτός μετά τιμών καί επαίνων, άναγνωρίζεται αντιπρόσωπος της επαρχίας του. Κανείς δέν τού ζητάει βέβαια, καί τά ρέστα, γιά τό πώς εξελέγη. Συγκεντρώνονται έτσι αρκετοί. Αρχίζουν πανηγυρικά οί συνεδριάσεις. Πάλι έκλέγεται πρόεδρος ό αποφασισμένος στρατηγός. Πάλι συντάσσονται ψηφίσματα, εναντίον κάθε εκχωρήσεως τούρκικου εδάφους. Αλλά ξαφνικά οί συνεδριάσεις διακόπτονται. Παραλυτικός φόβος κυριαρχεί.
(ΦΩΤ.: ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1930: Ο ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΣΤΟΝ ΣΤΑΘΜΟ ΧΑΙΔΑΡ ΠΑΣΑ, ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΒΑΣΙ ΤΟΝ ΣΤΗΝ ΑΓΚΥΡΑ  ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΣΜΟΪΣΤΟΡΙΚΗ ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, ΓΙΑ ΝΑ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΚΕΜΑΛ, ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΗ ΦΙΛΙΑ (ΚΑΙ ΣΥΜΜΑΧΙΑ).
Πανικόβλητοι οί κάτοικοι της Σεβάστειας, ζητούν τήν άπομάκρυγσι τών πληρεξουσίων, άπό τήν πόλι τους:
—Αμάν, θά μας κάψετε!
Στή δεύτερη σειρά, πρώτος ό δημοσιογράφος Σπύρος Μελάς, Πίσω του ό κατόπιν δήμαρχος Γλυφάδας Αγγελος Μεταξάς, Πίσω άπό τον Βενιζέλο, Τούρκος αξιωματικός, ξεναγός.). Καθόλου ανεξήγητος ή αδικαιολόγητος δέν είναι ο παραλυτικός φόβος. Ο Πατισάχ δε μένει μέ σταυρωμένα τά χέρια. Με τήν άδεια τών Αγγλων, στέλνει διαταγή στον Αλή Γκαλήπ, διοικητή της Μαλάτειας τού Κουρδιστάν: «Επιστρατεύσατε δέκα τάγματα Κούρδων μέ όπλισμόν εκ τών αύτόθι αποθηκών. Μισθοδοτήσατε τους άνδρας αυτών καί κινηθητε προς Σιβάζ διά τήν έξόντωσιν τών εκεί στασιαστών». Οπου περνάει πολεμώντας κουρδικός στρατός, χορτάρι δε φυτρώνει πιά. Από τά γεράκια της αρπαγής, δέ γλυτώνει ούτε Χριστιανός, ούτε Μουσουλμάνος. Τά ξέρουν καλά οί Τούρκοι τού Σιβάζ καί παγώνουν στή σκέψι κουρδικής επιδρομής. Ολοι πανικοβάλλονται, εκτός άπό έναν. Ο πρόεδρος της Έθνοσυνελεύσεως δανείζεται δυο συντάγματα ιππικού, άπό τον Καραμπεκήρ. Ολο - όδλο, 600 — 700 σπάθες. Αλλά γιά τά σχέδια του, φθάνουν καί μόνο τόσοι. Ενώ συνεχίζεται ή κατάταξις καί ό εξοπλισμός των Κούρδων στή Μαλάτεια, ούρανομήκεις στήλες καπνού υψώνονται άπ' όλα τά χωριά, γύρω - γύρω. Ποιος τά πυρπολεί; Οί έπιστρατεύμενοι παρατούν στρατώνες καί κατάταξι, τρέχοντας νά σώσουν τά σπίτια τους. Εκεί θά μάθουν γιά το δαιμονικό πέρασμα μιας μονάδας εφίππων πυρπολητών! Τό «τάγιο» είναι αρκετό, γιά τήν ματαίωσι της κουρδικής έπιστρατεύσεως. Οταν γυρίζη στο Σιβάζ ό Κουρδομάχος τού γίνεται αποθεωτική υποδοχή γιά τήν πρώτη νίκη της Επαναστάσεως. Τώρα η Εθνοσυνέλευσις, γίνεται ακόμη πιο άδιάλακτη στις αποφάσεις της. Αλλά τώρα δώ, ακριβώς έπάνω στην πρώτη νίκη το ό αρχηγός τών «δαιμονικών καβαλαραίων» δείχνει καί τις άφθαστες διπλωματικές και ηγετικές ικανότητες του. Από τή Σεβάστεια ξαναστέλνει τον ναυάρχο Ρεούφ στο ελληνικό μέτωπο (Σμύρνης) νά οργανώση τους τσέτες στον ανταρτοπόλεμο τους. Το πρώτο χτύπημα με τις πρώτες τακτικές μονάδες, θα το δώση στους Γάλλους της Κιλικίας. Από τή Σεβάστεια στέλνει απειλητικές διακοινώσεις, προς τους Αγγλους και προς το Σουλτάνο. Στη Σεβάστεια όμως, διαφορετικός θα φανή σε κάποιους ξένους πού κι΄ αυτοί είναι νικηταί στον μεγάλο πόλεμο. Ολοι οι άλλοι μετέχουν στα σχέδια διαμελισμού της Τουρκίας. Αγγλοι, Γάλλοι και Ιταλοί σχεδιάζουν την άπόσπασι περιοχών πού θα τις πάρουν υπό μορφήν «εντολής» της Κοινωνίας των Εθνών. Πρόθυμοι είναι γιά εντολές, Αγγλοι, Γάλλοι, Ιταλοί. Το εντελώς αντίθετο συμβαίνει μέ τους Αμερικανούς. Τους παρακαλούν, τους ικετεύουν οι Αρμένιοι νά δεχθούν εντολή γιά τήν Αρμενία. Συνηγορεί παρακαλώντας καί ό Βενιζέλος και ό Αγγλος πρωθυπουργός το ζητάει άπό τον Πρόεδρο Ούίλσων. Εκείνος όμως είναι διστακτικός. Λογαριάζει τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης στή χώρα του, όπου εντολές, κηδεμονίες, προτεκτοράτα καί κάθε αποικιοκρατικό καμουφλάρισμα, προκαλούν απέχθεια. Μόνο γιά τήν Αρμενία, ίσως νά είναι ανεκτή μια έξαίρεσις. Γιατί στην 'Αμερική — μέ τις ασταμάτητες σφαγές Αρμενίων άπό τήν εποχή τού Χαμήτ — έχουν απέραντη συμπάθεια προς τά θύματα. Στέλνει λοιπόν ό Ούίλσων μια διερευνητική αποστολή στην Ανατολή. Μέ αρχηγό τον στρατηγό Χάρμπορντ καί δεύτερο έναν σύμβουλο Σέπερ.Τά σχέδια γιά τήν Μεγάλη Ελλάδα, είναι συνυφασμένα καί μέ τά σχέδια γιά τήν Μεγάλη Αρμενία. Καί προϋπόθεσις γιά μια Μεγάλη Αρμενία, είναι ή αμερικανική ύποστήριξις, ή αποδοχή της σχετικής εντολής. Ο κίνδυνος σέ μιά τέτοια περίπτωσι, θά είναι ό πιο μεγάλος άπ' όλους γιά τήν Τουρκία. Η διερευνητική αποστολή, φθάνει καί στή Σεβάστεια. Εκεί, Κεμάλ καί Κεμαλικοί, τήν δέχονται μέ φιλοφρονήσεις. Καί στα ερωτήματα τού Χάρμπορντ, όλοι τού απαντούν: «Τήν αμερικανική προστασία, όχι μόνο τήν δεχόμαστε, αλλά τήν θέλουμε, τήν επιζητούμε. Καί όχι μόνο γιά μιά περιοχή (τήν Αρμενία), αλλά γιά ολόκληρη την Τουρκία»! 'Ανάλογο πνεύμα δείχνουν καί πολλοί αντιπρόσωποι, στην Εθνοσυνέλευση. Ανάλογες είναι καί όλες οι άλλες φιλοφρονήσεις προς τους δύο Αμερικανούς, έκεί στή Σεβάστεια. Στο γυρισμό τους, όπως περνούν άπό τήν Πόλη, τους ρωτάει μέ αγωνία για τά συμπεράσματα τους, ό μητροπολίτης Τραπεζούντος, Χρύσανθος. Καί ό σύμβουλος Σέπερ, τού απαντάει μέ ενθουσιασμό: «Θαυμάσιοι άνθρωποι οι Μουσουλμάνοι, θαυμάσια τά συστήματα τους. Εθαύμασα τον νόμον τους, περί διαζυγίου»! Κατά το μουσουλμανικόν δίκαιον, το διαζύγιον πραγματοποιείται όταν ό Μουσουλμάνος κραυγάσει παρουσία μαρτύρων, απευθυνόμενος προς τήν σύζυγον: «Φύγε, φύγε, φύγε». Ποιος νά ξέρη, τί συζυγικόν «πιατομάνι» περίμενε τον σύμβουλο, κατά τήν επάνοδο του οίκοι... Εκείνο πού μένει όμως γνωστό, είναι ή διπλωματική ευστροφία των επαναστατών της Σεβάστειας, γιά τήν αποτροπή ενός τρομακτικού κινδύνου. Της αμερικανικής προστασίας, στην Αρμενία. Τά φοβερώτερα εμπόδια, άπό τήν σουλτανική κατεύθυνσι προέρχονται. Υστερα άπό κάποια μικρή διακοπή αμοιβαίας ανοχής, ή διαμάχη ξαναρχίζει τό 1920. Καί φθάνει στο επίπεδο άγριου, φρικαλέου εμφυλίου πολέμου, τό καλοκαίρι. Τον Απρίλιο συνέρχεται άλλη Εθνοσυνέλευσις, στην Αγκυρα. Αυτήν καί τον πρόεδρο της, τους άναγνωρίζει ή κομμουνιστική Ρωσία τού Λένιν (άναγνώρισις και βοήθεια εις αύτούσιον χρυσόν).
Αλλά τότε ξεσπάει, άκόμα πιο άγρια ή σουλτανική άντίδρασις. Ο Χαλίφης καλεί τους πιστούς εις ιερόν πόλεμον κατά των άθεων εχθρών τού Ισλάμ. Η άντεπανάστασις τών σουλτανικών, αρχίζει άπό τά παράλια καί επεκτείνεται προς τό έσωτερικό. Ό πόλεμος παίρνει εκτασι μέ απερίγραπτη αγριότητα. Στο Ικόνιο οι σουλτανικοί, ξενυχιάζουν κεμαλικούς αξιωματικούς καί ύστερα τους κομματιάζουν. Μιά μικροδύναμη μεραρχία — ή 24η — πέφτει σέ ενέδρα σουλτανικών καί εξοντώνεται. Αλλη, προσχωρεί ολόκληρη, στον Χαλίφη. Εφέδες (καπεταναίοι) τών τσέτικων συμμοριών, στασιάζουν. Κομματιάζονται οί στρατολόγοι της Εθνοσυνελεύσεως, στά χωριά πού εμφανίζονται. Μέ τις ευλογίες τού Χαλίφη ό πύρινος κλοιός, προχωρεί από τά παράλια καί στενεύει, γύρω στην Αγκυρα. Καί μέσα στην πρωτεύουσά του όμως, ό αδάμαστος, ό «Γκρίζος Λύκος» άντιμετωπίζει άντίδρασι. Ακόμη καί μέ διαδήλωσι γυναικών πού ανασηκώνουν τους φερετζέδες τους καί τσιρίζουν υστερικά: «Αμάν, οί άντρες μας σκοτώθηκαν στο Τσανάκ Καλέ. Τώρα σκοτώνονται τά παιδιά μας. Γιατί; Γιατί οί Αγγλοι κρατούν τήν Σταμπούλ; Αφήστε τους Σταμπονλούδες στην τύχη τους καί δώστε μας ειρήνη. Δέν αντέχουμε άλλο, αμάν». Δεν λυγάει μέ τά «αμάν», ό αλύγιστος. Άπό τήν απομονωμένη γιά λίγο πρωτεύουσά του, περνάει καί πάλι στην άντεπίθεσι. Μέ τήν ίδια αγριότητα, τσέτες καί τακτικός στρατός, αντιμετωπίζουν καί καταπολεμούν τους σουλτανικούς. Οταν θά άνακαταληφθή τό Ικόνιο, ολόκληρο δάσος θά σχηματισθή άπό κρεμάλες με κρεμασμένους. Πολλές ημέρες θά αιωρούνται τά πτώματα δημάρχου, προυχόντων, ιερωμένων. Χιλιάδες κρεμάλες θά στηθούν και σέ εκατοντάδες, άλλες πόλεις καί χωριά. Στις αρχές του 1921, έχει ξεπεράσει πιά κι΄ έκείνην τήν κρίσι, ό αποφασισμένος ηγέτης. Τέλος τού 1920, μεσολαβούν καί οί ελληνικές εκλογές, μέ τήν ήττα τού Ελευθερίου Βενιζέλου. Ο στρατηγός Αλ. Οθωναίος — ανώτατος εκλογικός επόπτης τότε — ισχυριζόταν αργότερα οτι μέ τήν ήττα τού Βενιζέλου, έγιναν έμμεσες βολιδοσκοπήσεις προς τους αντιπάλους τον (τον Κεμάλ βολιδοσκοπήσεις) γιά τον τερματισμό τού πολέμου: Μέ έκκένωσι της Μικράς Ασίας άπό τόν Ελληνικό Στρατό. Μέ υποχώροησι — άπό τήν Τουρκία — της Ανατολικής Θράκης, στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει όμως άπόδειξις εκείνου τού ισχυρισμου. Τό αντίθετο είναι γνωστό. Η υπέρτατη ελληνική προσπάθεια μέ τήν στρατιά τών 220.000 ανδρών, γιά τήν κατάληψι της Αγκυρας. Σ΄ εκείνη τήν ελληνική προσπάθεια, ό Τούρκος ηγέτης αντιμετωπίζει άλλη μιά φορά κινδύνους, άπό τόν κάματο καί τους φόβους, τών συνεργατών του τώρα: Με τήν προέλασι τού Ελληνικού Στρατού, με την νίκη του στο Εσκή Σεχήρ καί τήν αντίστοιχη τουρκική ήττα έκεί, στην περιοχή που αποτελεί τήν κοιτίδα τών Οσμανλήδων.
(ΦΩΤ.: Ο ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΑΙΜΑΝ ΦΟΝ ΣΑΝΤΕΡΣ ΠΑΣΑΣ. ΟΡΓΑΝΩΤΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ ΤΟΝ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ. ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΣΤΑ ΔΑΡΔΑΝΕΛΛΙΑ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΑΠΟΒΑΤΙΚΕΣ ΕΠΕΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΓΓΛΟΓΑΛΛΩΝ. ΥΠΗΡΞΕ Ο ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΟΥ ΚΕΜΑΛ. ΑΥΤΟΣ ΤΟΝ ΑΝΕΔΕΙΞΕ ΠΑΡΑ ΤΟΝ ΑΠΗΝΗ ΔΙΩΓΜΟ ΤΟΥ ΕΜΒΕΡ ΠΑΣΑ).
Η ελληνική προέλασις θά σννεχισθή. Τό ξέρουν στην Άγκυρα. Καί τότε στην Έθνοσυνελευσι, ακούγεται δειλά, κάποια πρότασις: Να άνατεθή σε κάποιον άλλον ή πολιτική ηγεσία. Να μείνη ό Κεμάλ, μόνο αρχιστράτηγος. Κεραυνοβόλος άρχεται ή άντίδρασίς του: «Ζητώ δικτατορικήν πολιτικήν έξουσίαν». Και στους ψιθύρους αποδοκιμασίας,, απαντάει μέ κραυγές: Η Τουρκία βρίσκεται σε θανάσιμο κίνδυνο. Για να σώσω την Πατρίδα, χρειάζομαι δικτατορική έξουσία. Δεν σας την ζητώ, τήν απαιτώ. Αν δεν μού τήν δώσετε σείς, θά μού τήν δώση ό στρατός μου. Διαλέξτε, αποφασίστε». Οι ψίθυροι κόβονται» κανείς δεν τολμάει νά άντικρύση κατάματα τον αποφασισμένο. Η έξουσιοδότησις τού δίνεται. Τού χρειάζεται για τις νέες φοβερές μάχες που τις περιμένει: Σαγγάριος, Αλμυρά Έρημος, Ταμπούρ Ογλού, Σαπάντζα, Καλέ Γκρότο. Με χιλιάδες, πολλές χιλιάδες νεκρών, εκατέρωθεν. Μέ συνεχή προώθησι των ελληνικών μεραρχιών, παρά τις φοβερές απώλειες. Η νύχτα της 28ης Αυγούστου, έρχεται θανατερά κρίσιμη. Στό στρατηγείο του, σε μιά παράγκα, τό τρεμαλέο φως της άσετυλίνης, τον δείχνει ακόμη πιο φοβερά παραμορφωμένο. Μέ βαθουλωμένα μάτια άπό τις αϋπνίες. Μέ τεντωμένα χαρακτηριστικά. Κιτρινοπράσινο. . . Δεν τολμάει νά πιάση τό ακουστικό, όταν κουδουνίζη τό τηλέφωνο. Φοβάται μήν άκούση τό αποτέλεσμα της έξαντλήσεως τού στρατεύματος, τήν παρατεταμένη υπέρτατη προσπάθεια. Μέ φόβο όμως, σε μια κλήσι, σ' αυτόν απευθύνεται ό Αρίφ:
—Γαζή, εσένα θέλει ό Φεβζή πασάς. Μέ διστακτικό χέρι, πιάνει κι' εκείνος τό ακουστικό. Σέ λίγα δευτερόλεπτα μόνο, ένα φοβερό ουρλιαχτό λύκου, φέρνει στιγμιαία ανατριχίλα στους δυο - τρεις επιτελείς πού βρίσκονται στην παράγκα:
— Ούου, ουουου. . . Οί Ελληνες υποχωρούν !
Δέν ήτον «φυσιολογικός άνθρωπος» ό θεμελιωτής της νέας Τουρκίας. Γι΄αυτό, ένας άπό τους βιογράφους του, τονίζει: «Υπήρξε άνθρωπος εκτός της εποχής του. Υπήρξε άνθρωπος μιας εποχής των Τατάρων τής στέππας. Έάν ζούσε έκείνην τήν εποχή, θά ήταν ένας Τζεγκίς Χάν ή ένας Ταμερλάνος. Θά κάλπαζε έπί κεφαλής ορδής αγρίων ιππέων, κατακτώντας βασίλεια, καταστρέφοντας πόλεις. Και κατά τά διαλείμματα ανάμεσα σέ δύο μάχες, θά έπεφτε σέ εξωφρενικά όργια». Πρώτη πρεσβεία πού ανοίγει στην Αγκυρα — άπό τό 1921 — είναι ή σοβιετική. Και πρώτος πρεσβευτής ό Άράλωφ. Δημιουργείται και προσωπική φιλία μέ εκείνον πού καμμιά φορά τον αποκαλεί και «σύντροφο». Τον καλεί και στο σπίτι του, πολλά βράδυα. Ο Αράλωφ προσέχει πώς τού αρέσουν μερικά πολύ παλιά τούρκικα τραγούδια, πού ανάγονται στους Σελτζούκους, τους αποκλειστικά Ασιάτες Τούρκους.
Άλλη φορά, όπως ταξιδεύουν μαζί στο ίδιο ανοιχτό αυτοκίνητο, ό Κεμάλ ανασηκώνεται γιά νά τού δείξη τήν πόλι πού προβάλλει στην κατεύθυνσί τους:
— Να και ή Κόνια μας!
Η Κόνια, τό Ικόνιο, ή πρωτεύουσα τού σελτζουκικού κράτους, έπί δύο αιώνες. Και δέν έχει σημασία γιά τήν αγάπη του προς τήν πόλι εκείνη, ή «λεπτομέρεια» τού άπαγχονισμού μερικών δεκάδων «Κονιαλήδων», κατά τήν σουλτανική άντεπανάστασι. Τέτοιες «λεπτομέρειες» δέν έχουν σημασία γιά τον ηγέτη πού στον οργανισμό του: «Υπάρχουν κύτταρα τού Τζεγκίς Χάν, ανάμικτα κατά τρόπον άφύσικον, μέ κύτταρα τού Καβούρ». Μέ τήν στρατιωτική νίκη τών Τούρκων, τόν Αύγουστο και Σεπτέμβριο τού 1922, ό Ελληνισμός τών ανατολικών ακτών τού Αιγαίου και τής Προποντίδος, εκριζώνεται μέ «κατευθυνομένην θηριωδίαν». Γιά νά έπεκταθή ή έκρίζωσις μέ τήν «ανταλλαγή τών πληθυσμών» και στον Πόντο και στους διάσπαρτους τουρκόφωνους τού εσωτερικού. Ο εκτουρκισμός τής Ανατολής πού τόν άρχισαν οί Νεότουρκοι, ολοκληρώνεται από τόν άσπονδο εχθρό τού νεοτουρκικού κομιτάτου, μέ όμοιες αγριότητες.
Η στρατιωτική νίκη, με τήν άνακατάληψι και τής Ανατολικής Θράκης, δέν παρασύρει τόν νικητή άπό τά σχέδια του γιά τήν εκτουρκισμένη πια Ανατολή. Η Αγκυρα θά μείνη πρωτεύουσα τού ασιατικού τουρκικού κράτους. Στην Πόλη πέφτουν πάντα οί σκιές των σουλτάνων τού 'Οσμάν. Ο τελευταίος, ό Βαχεντίν, έφυγε μέ τά αγγλικά στρατεύματα κατοχής. Τό «σουλτανάτο» καταργείται. Γιά μερικούς μήνες μόνο, ως τόν Μάρτιο τού 1924, διατηρείται τό «Χαλιφάτο», μέ Χαλίφη έναν Αβδούλ Μετζήτ. Αλλά κι αυτός εκτοπίζεται, μέ τήν επιβολή δημοκρατικού πολιτεύματος. Δέν αρκείται όμως, μόνο στην επιφανειακή πολιτική μεταβολή. Θέλει ώλοκληρωμένη, βαθειά αλλαγή. Προχωρεί σ' αυτήν, μέ τήν ίδια αποφασιστικότητα πού έδειξε στον πόλεμο, μέ όμοια σκληρά μέτρα, πολλές φορές. Γιά τον τρίτο, γιά τόν ξένο, οί δημοκρατικές μεταβολές φαίνονται ασήμαντες. Κάθε αλλαγή όμως, αποτελεί μιά πραγματική έπανάστασι —εκ των ανω— γιά τόν λαό πού βρίσκεται στην όσμανλίδικη νάρκη, στον λήθαργο αίώνων: Η κατάργησις τού φερετζέ γιά τις γυναίκες. Τό φέσι απαγορεύεται στους άνδρες, πού πρέπει νά φορέσουν καπέλο. Διαλύονται οί θρησκευτικές οργανώσεις: Τά τάγματα δερβίσηδων και ούλεμάδων μέ τά απέραντα «βακούφικα» (ιερά, μοναστηριακά) κτήματα. Οί μπέηδες καί πασάδες πού καταργούνται, δεν είναι μόνο τιτλούχοι. Είναι καί γαιοκτήμονες, «χωροδεσπότες». Καταργείται ή δικαιοσύνη τού κορανίου (ίεροκρατική). Καταργείται ή πολυγαμία. Υποχρειόνονται οί Τούρκοι νά αποκτούν έπώνυμα, ενώ ώς τότε ό καθένας τους ήταν μόνο… γυιός τού πατέρα του. Χασάν όγλού, Αχμέτ όγλού... Ετσι γίνεται ο ίδιος Ατατούρκ, ό Ίσμέτ Ίνονού (άπό τήν πρώτη νίκη στο Ίν Ονού). Αλλά τήν σημασία και τήν εκτασι τών σεισμικών μεταβολών, μπορεί κανείς νά τήν άντιληφθή πιο ζωντανά, μέ τήν κατάργησι τής αραβικής γραφής (τά «σκουλίκια» όπως έλεγαν τά γράμματα εκείνα οί τυπογράφοι) καί τήν επιβολή λατινικής. Πέθανε στις παραμονές τού πολέμου, στις 10 Νοεμβρίου 1938, σέ ηλικία 57 μόλις χρόνων. Οχι, άπό γήρας, ούτε άπό συνέπειες πολεμικών κακουχιών. Ακόμη καί ή Ζιοζώ Νταλμάς — μια από τις τελευταίες αδυναμίες του — παραδέχεται πώς ή έντονη ζωή, επιτάχυνε τό τέλος του.

ΦΟΙΒΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΣΑΣ
1971


from ανεμουριον https://ift.tt/2mNMswL
via IFTTT
Από το Blogger.